Αλέξανδρος Βούτσας: «Η φωτογραφική μου μηχανή είναι για μένα ό,τι είναι το όπλο για τον στρατιώτη»

O Aλέξανδρος Βούτσας είναι διδάσκων στο εργαστηριακό μάθημα επιλογής: «Φωτογραφία- Μορφες της αναλογικής και ψηφιακής φωτογραφικής εικόνας στην τέχνη», και υπεύθυνος του εργαστηρίου για την ακαδημαϊκη χρονιά 2018-2019.

Ο Αλέξανδρος Βούτσας.

Ο Αλέξανδρος Βούτσας είναι διδάσκων στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών από το 2000. Παράλληλα έχει παρουσιάσει επτά ατομικές του εκθέσεις και πάνω από τριάντα ομαδικές.

Πρόσφατα, μεταξύ άλλων, συμμετείχε στα PLATFORMS PROJECT, στην ομάδα Texnopaignion Art Group, με τίτλο «Το τραπέζι- απουσία» και “Die Kunst ist ein Ausweg bei sexuellen problemen”, στο Μουσείο των Ονείρων- Σίγκμοντ Φρόιντ, στην Αγία Πετρούπολη.

Έργα του ανήκουν σε προσωπικές συλλογές και ιδρύματα. Μερικά από τα θέματα που έχει φωτογραφίσει είναι το Ανατολικό Αεροδρόμιο – Αθήνα, Κόνεϋ Άιλαντ – η λουτρόπολης της Νέας Υόρκης, Πάλη με Λάδι (είδος Ελληνορωμαϊκής πάλης στα Βαλκάνια), Γκασπέ, Καναδάς – Ο τόπος και οι γλάροι του, Ροδοπού – ένα οδοιπορικό στο Χανιώτικο χωριό.

Εμείς συναντήσαμε τον Αλέξανδρο στους χώρους των εργαστηρίων της Σχολής και μιλήσαμε μαζί του.

Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη

Φωτογραφία του Αλέξανδρου Βούτσα
Φωτογραφία του Αλέξανδρου Βούτσα

-Αλέξανδρε, πώς ξεκινήσατε τη φωτογραφία;

-Θυμάμαι από πολύ μικρός αγαπούσα τις όμορφες φωτογραφίες. Έκοβα εκείνες που μου έκαναν εντύπωση στα περιοδικά και τις επικολλούσα σε ένα τετράδιο για να τις έχω «δικές μου», ξεχωριστά από άλλα πράγματα. Πρωτοξεκίνησα να φωτογραφίζω τους γονείς μου, από τότε που ήμουν πέντε χρονών. Στην εφηβεία μου προτιμούσα να μου πληρώνουν τα φωτογραφικά μου έξοδα παρά να μου δίνουν χαρτζιλίκι.

Στα δεκαέξι μου μπήκα σε φωτογραφικό σκοτεινό θάλαμο για πρώτη φορά. Τότε ήταν που ένοιωσα την μαγεία της φωτογραφίας. Η δίψα μου για μια βαθιά τεχνική και φιλοσοφική γνώση στο θέμα, με οδήγησαν, αφού τελείωσα το λύκειο, στην Αμερική. Εκεί σπούδασα marketing, professional photographic illustration, και στη συνέχεια ολοκλήρωσα τις σπουδές μου με ένα πτυχίο Masters στις τυπογραφικές επιστήμες.

-Φαντάζομαι η φωτογραφία είναι κάτι πολυδιάστατο για σας. Τι ρόλο παίζει λοιπόν η φωτογραφία στη ζωή σας;

-Καταρχάς η φωτογραφία για μένα αντιπροσωπεύει μια στάση ζωής. Έχει συντελέσει στον τρόπο που βλέπω τόσο την μεγάλη όσο και την μικρή εικόνα της ζωής. Μου έχει μάθει να εκφράζω το συναίσθημα μου, να αναγνωρίζω την ισορροπία, την αρμονία, και να διακρίνω αδυναμίες μου, που με τη πάροδο του χρόνου έχω μάθει να τις υπερβαίνω ή και να τις διορθώνω.

Μου έχει δώσει την ευκαιρία, κάθε φορά που καλούμαι να διεκπεραιώσω ένα έργο, να μαθαίνω πώς να βρίσκω λύσεις για προβλήματα ή απορίες που τυχόν προκύπτουν και που τελικά έχουν μεταμορφωθεί σε γνώση. Με έχει βοηθήσει επίσης στο να θέλω να μαθαίνω βαθύτερα για τα πράγματα που παρατηρώ ή μου κάνουν συγκεκριμένη εντύπωση. Όλα αυτά από νωρίς μού κέντρισαν το ενδιαφέρον, αλλά και την επιθυμία για την μεταλαμπάδευση των γνώσεων μου στους άλλους.

Κάποτε υπήρξα ομιλητής σε ένα συνέδριο με τίτλο «Εάν το εγώ γινόταν εμείς». Συνειδητοποίησα πως ο τίτλος ήταν λάθος και ο πιο σωστός θα ήταν «Όταν το εγώ γίνεται εμείς», μια που όταν γεννιόμαστε πρώτο-συναντάμε τους γονείς μας (μια τριάδα τουλάχιστον, πλέον).

Την ιδέα της ομαδικότητας, που χαρακτηρίζει το πνεύμα μου, το οφείλω σε σημαντικό βαθμό στην φωτογραφία, όπως και την δυνατότητα να εξιδανικεύω ανθρώπους, τοπία και γεγονότα μέσα από την δυνατότητα της δημιουργίας των φωτογραφικών αυτών εικόνων.

Η φωτογραφική μου μηχανή είναι ό,τι είναι το όπλο για τον στρατιώτη. Πάντα την έχω μαζί μου, όποτε την χρειαστώ είναι διαθέσιμη, όταν κοιμάμαι είναι δίπλα μου.

Φωτογραφία του Αλέξανδρου Βούτσα

-Μόνο όταν κάποιος φτάνει στα όρια του μπορεί να ανακαλύψει την πραγματική του ταυτότητα, τις πραγματικές του δεξιότητες. Πρέπει κάποιος να πονέσει για να δημιουργήσει;

-Όχι, δεν πρέπει κάποιος να πονέσει ή να ταλαιπωρηθεί για να δημιουργήσει! Να πιεστεί – ναι. Απλά, όταν καλούμαστε να ανταποκριθούμε σε συγκεκριμένες παραμέτρους και μεθοδολογίες, χρονικά περιθώρια και ποιότητα για την διεκπεραίωση ενός έργου, θα πρέπει να ψάξουμε πολλές φορές, για να βρούμε οδηγίες, μεθόδους, συνεργάτες για να είμαστε συνεπείς και αποτελεσματικοί με την περαίωση του έργου αυτού. Εύλογο θα ήταν επίσης να τελειοποιούμε τις δεξιότητες μας μετά από κάθε έργο.

Η συναισθηματική φόρτιση από την άλλη, ενδέχεται όντως να επηρεάσει στην προσέγγιση ενός έργου. Πώς επηρεάζει στην δημιουργία ή και στην ευσυνείδηση του καθενός πιστεύω ότι διαφέρει από δημιουργό σε δημιουργό.

-Ποιοι φωτογράφοι είναι τα πρότυπά σας; Ποιους ξεχωρίζετε;

-Ανήκω σε μια γενιά «παλιάς κοπής», παρόλο που πέρασα στην ψηφιακή και την μετά-ψηφιακή εποχή τού σήμερα. Ως εκ τούτου τα πρότυπα μου έχουν κοινά χαρακτηριστικά τον χρόνο ως σύμμαχο, το πάθος για το μέσο και την εμπειρία και όχι τη λαγνεία για τον εξοπλισμό, την σύγκριση των μεγεθών ή χαρακτηριστικών τους, ή επίσης τις άσκοπες, σπάταλες φωτογραφικές ριπές, που σήμερα επιτρέπει η τεχνολογία – παρόλο που εκτιμώ τις εξελίξεις.

Ονόματα όπως Walker Evans, Joseph Koudelka, Ansel Adams, Diane Arbus, Bill Brandt, Don McCullin, Claude Cahun, Andre Kertesz, είναι μερικοί από αυτούς που έχουν αφήσει το ίχνος της δουλειάς τους πάνω μου, καθένας μέσα από το είδος φωτογραφίας με το οποίο ασχολήθηκε.

Με την πάροδο του χρόνου, όπως και στη μουσική, έγινε σημαντικά δυσκολότερο να παρακολουθεί κανείς τον συνεχή, γρήγορο ρυθμό με τον οποίο ‘ξεφύτρωναν’ οι πρωτοεμφανιζόμενοι καλλιτέχνες και φωτογράφοι.

Το κοινωνικό γίγνεσθαι, οι οικονομικές παγκόσμιες εξελίξεις, η συνεχής, γρήγορη πρόοδος στην τεχνολογία και η θεματική εξειδίκευση, συνετέλεσαν στην δυσκολία αυτή.

Σύγχρονους φωτογράφους όπως τους Nan Goldin, Cindy Sherman, Jeff Wall, Sally Mann, Joel-Peter Witkin, Chema Madoz, John Coplans, Hiroshi Sugimoto, Chanarin & Broomberg, οι μαθητές των Bernd and Hilla Becher της σχολής του Dusseldorf (Thomas Struth, Thomas Ruff, Andreas Gursky), και άλλους βέβαια, θεωρώ σημαντικούς, αν και οι πρόσφατες φωτογραφικές τάσεις έχουν «μεταλλαχθεί» και πλέον ακούνε στα ονόματα deadpan photography και uncanny valley photography, όπου ισχύει το απλανές, κρύο, άψυχο, όχι-ανθρώπινο ύφος ως κυρίαρχο θέμα.

Φωτογραφία του Αλέξανδρου Βούτσα

-Ασπρόμαυρη ή έγχρωμη φωτογραφία;

-Η απάντηση βρίσκεται στην διάθεση του κάθε φωτογράφου, ανάλογα με τι έχει να φωτογραφίσει κάθε φορά και πως το έχει σκεφτεί ή μελετήσει. Η απουσία του χρώματος στην ασπρόμαυρη εικόνα απλά σημαίνει πως απουσιάζει ο ψυχοσωματικός ερεθισμός που μπορεί να προκαλέσει στον θεατή το όποιο χρώμα. Όσο για τον χαρακτηρισμό «καλλιτεχνική», αυτή εξαρτάται από την αισθητική της εικόνας και όχι την επιφανειακή της όψη.

Απλά, πριν το Photoshop, κάθε φωτογράφος που ήταν δραστήριος και στον θάλαμο, ήξερε πως δεν είχε την δυνατότητα να επέμβει στην έγχρωμη όσο στην ασπρόμαυρη φωτογραφία, μια που η τελική όψη της τυπωμένης εικόνας βασιζόταν καταρχάς στην κατάσταση/όψη του α/μ αρνητικού και μετά στο ύφος που ήθελε να προσδώσει ο δημιουργός/εκτυπωτής.

-Υπάρχει κάποια θεματική που δεν έχετε φωτογραφίσει και θα θέλατε;

-Κάποτε, αρκετά νεότερος, ήθελα και εγώ να δοκιμάσω την τύχη μου στο πολεμικό ρεπορτάζ, μαγεμένος από την αδρεναλίνη του άγνωστου και τον κίνδυνο – όχι όμως πλέον. Πάντα με ενδιαφέρει το ταξίδι, η εξερεύνηση, η γνώση – όλα τα πράγματα που μπορούν να συμβάλλουν σε μια βαθύτερη κατανόηση για τους ανθρώπους και τα πράγματα γύρω μου. Τα ταξίδια με πάνε όχι μόνο σε γεωγραφικούς, αλλά και σε ψυχικούς τόπους, οι οποίοι καταγράφονται στη μνήμη μου με μια ιδιαιτερότητα.

Προτιμώ να επιλέγω θέματα που απαιτούν χρόνο/χρόνια πορείας, γιατί θεωρώ ότι η διαδρομή που διανύω σε κάθε μια είναι μια σημαντικότατη δασκάλα.

Σε βάθος χρόνου οι δυσκολίες της κάθε διαδρομής είναι αυτές με τις οποίες αναμετρώμαι, έτσι το μεγάλο όφελος της γνώσης βγαίνει όταν βρίσκω τις λύσεις για να τις ξεπεράσω.

Λέξεις όπως αξιοπρέπεια, παράδοση και αξίες ζωής γίνονται πιο αισθητές στη διάρκεια ενός ταξιδιού. Κάπως έτσι ξεκίνησε και η ενασχόλησή μου με το θέμα του Ανατολικού Αεροδρομίου. Θυμάμαι πως αποχαιρετούσα συγγενείς και φίλους, αισθανόμουν υπερηφάνεια και ευχαρίστηση για τους χώρους στους οποίους κυκλοφορούσα, τα εμπορικά καταστήματα, τα “duty free”, ακόμα και τον καφέ που έπινα εκεί. Ήταν η πύλη που καλωσόριζε ξένους και Έλληνες στη χώρα μας.

Το γεγονός ότι είχε σχεδιαστεί από τον σημαντικότατο Φιλανδό αρχιτέκτονα του περασμένου αιώνα Eero Saarinen (ήταν το τελευταίο του έργο, που όμως δεν πρόφτασε να το δει ολοκληρωμένο και σε λειτουργία), προσθέτει πολλούς πόντους στην πολιτισμική μας κληρονομιά.

Πιστεύω πως είναι πολύ σημαντικό λοιπόν να διατηρήσουμε το κτήριο αυτό εν όψει των άμεσων σχεδίων για την μελλοντική διαμόρφωση του χώρου αυτού, που κάποτε δέσποζε το Διεθνές Ανατολικό Αεροδρόμιο Αθηνών.

Το ενδιαφέρον για το αεροδρόμιο κατέληξε σε μια φωτογραφική καταγραφή των χώρων (εσωτερικών και εξωτερικών), ένα ταξίδι που διήρκεσε τρία χρόνια.

-Αν μετά από τόσα χρόνια δουλειάς και διδασκαλίας, τόσα φιλμ, διαλέγατε μια μόνο φωτογραφία σας ποια θα ήταν αυτή και για ποιο λόγο;

-Είναι πολύ δύσκολο να διαλέξω μια φωτογραφία ανάμεσα σε δεκάδες χιλιάδες που έχω ‘φτιάξει’. Παρά ταύτα, στο πρώτο μου λεύκωμα «ΡΟΔΟΠΟΥ» υπάρχει μια γιαγιά, που ‘παστρεύει’ ένα πορτοκάλι με τα σμιλεμένα από τον χρόνο χέρια της. Κάθεται, μαυροφορεμένη, κουκουλωμένη, με το λίγο φως που περνά μέσα από το ισχνό άνοιγμα της πόρτας, το οποίο είναι οριακά ικανό να φωτίσει την ψίχα του φρούτου.

Το πενιχρό αυτό φως της ψίχας έχει τόση φωτεινή ένταση ώστε να μπορούν τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, (όσα ακόμα παραμένουν μη – κουκουλωμένα), να ξεχωρίσουν αμυδρά μέσα στην σκοτεινή αυτή κάμαρα. Πλούσια, ευδιάκριτα μαύρα ( τα απολαμβάνω στην α/μ φωτογραφία), εξιδανικευμένη στιγμή, διαχρονική – με αξιοπρέπεια.

Το οδοιπορικό στο χωριό αυτό μετρά 33 χρόνια ιστορίας. Μια μνήμη ανεμελιάς, ονείρων, ρώμης, λαχτάρας και άπλετου συναισθήματος.

Φωτογραφία του Αλέξανδρου Βούτσα

-Διδάσκετε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στο εργαστηριακό μάθημα επιλογής Αναλογικής και Ψηφιακής Φωτογραφίας. Τι συναισθήματα και τι υποχρεώσεις σας δημιουργεί ο ρόλος του «δασκάλου» ;

-Το «διδάσκω αεί διδασκόμενος» ισχύει στην δική μου ζωή και αφορά τόσο την διάνοια όσο και το συναίσθημα. Συσχετίζομαι με τα θρανία, ασταμάτητα σχεδόν, από πέντε χρονών. Ο διττός ρόλος μαθητή/δασκάλου μου διατηρεί μια ‘άγρυπνη’ διάθεση κατανόησης αμφοτέρων των ρόλων αυτών. Υποστηρίζω πως μέσα από την ομαδικότητα και την εμπειρία η γνώση αποκτάται ουσιαστικότερα.

Η γνώση αποτελεί και το καίριο συστατικό για την τεκμηρίωση οποιασδήποτε θέσης έναντι της εδραίωσης ή ακόμα και της αμφισβήτησης.

Παρόλο που ο ρόλος ενός δασκάλου συμπεριλαμβάνει την κάλυψη συγκεκριμένης ύλης, ο ηθοπλαστικός ρόλος του/της αποτελεί, μακροπρόθεσμα, κάτι εξ ίσου σημαντικό. Ως εκ τούτου στοιχεία που επηρεάζουν την σχέση δασκάλου-μαθητευόμενου είναι ο σεβασμός εκατέρωθεν, η αίσθηση του ‘ανήκω στην τάξη’, που εμπνέει ένας δάσκαλος στους μαθητές του, η ζεστασιά, το νοιάξιμο, ο ενθουσιασμός, η διαθεσιμότητα, είναι όλα αλληλένδετα με την πορεία προς την επιτυχία.

Υπάρχει πάντα η δίψα μου για γνώση και κατανόηση, που εξυπηρετεί και την καταπολέμηση της άγνοιας ή της ημιμάθειας. Επιπροσθέτως, είναι σημαντικό να μπορώ (χαίρομαι ιδιαίτερα όταν συμβαίνει) να υψώνω τον πήχη της προσδοκίας για μια καλύτερη ποιότητα των φοιτητικών δημιουργιών.

Φωτογραφία του Αλέξανδρου Βούτσα

-Η τελευταία χρονιά ήταν ιδιαίτερα δημιουργική. Μιλήστε μας για τις εκθέσεις που συμμετείχατε.

-Η αλήθεια είναι πως τα τελευταία δύο χρόνια υπάρχει μια συνεχής δραστηριότητα σε εκθέσεις που συμπεριλαμβάνουν και δύο ατομικές. Η πρώτη ατομική έγινε τον Νοέμβριο του 2017 στην Πινακοθήκη Χανίων, με θέμα το Διεθνές Ανατολικό Αεροδρόμιο και τίτλο: «Κρατικός Αερολιμήν Αθηνών – Η καταγραφή και η διάσωση ενός πολιτισμικού μνημείου».

Το ίδιο θέμα, αλλά με διαφορετικές φωτογραφίες και με τίτλο «Ελληνικόν- το αεροδρόμιο του χθες (1969-2001)», πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2018 στο Ρέθυμνο, στην γκαλερί «ΜΟΡΦΕΣ».

Ακολούθησε μια ομαδική στο Μουσείο των Ονείρων του Φρόιντ, στην Αγία Πετρούπολη, στη Ρωσία τον Αύγουστο του 2018, με τίτλο: “Die Kunst ist ein ausweg bei sexuellen problemen” – Η τέχνη είναι μια διέξοδος στα σεξουαλικά προβλήματα’. Συμμετοχή επίσης είχα στο CIP (Chania International Photography) Festival, στα Χανιά και στο 2ο Φεστιβαλ Νίκος Σκεπετζής, στο Ρέθυμνο.

Τον Οκτώβριο, στην αίθουσα Νίκος Κεσανλής, η δουλειά μου εξετέθη στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, στα πλαίσια της υποψηφιότητας μου για την θέση αναπληρωτή Καθηγητή.

Το 2019 τον Μάιο συμμετείχα στο χώρο «ΡΟΜΑΝΤΖΟ», σε ένα αφιέρωμα για τον Νίκο Άσιμο, με τίτλο «Ελάτε μια βόλτα μαζί μας», στο PROJECT GALLERY, Πλατεία Θεάτρου συμμετείχα στην έκθεση «ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ», όπως και στα PLATFORMS 2019, στην αίθουσα Νίκος Κεσανλής, στην Α.Σ.Κ.Τ. Η χρονιά έκλεισε με την συμμετοχή μου στο 3ο Φεστιβαλ Νίκος Σκεπετζής, με τίτλο «Τα Ίχνη Μιας Ζωής», στο Σπίτι του Πολιτισμού, στο Ρέθυμνο.

Φωτογραφία του Αλέξανδρου Βούτσα

-Πως φαντάζεσθε την φωτογραφία στο μέλλον; Τι αλλαγές διαβλέπετε;

-Η φωτογραφία όπως την ξέραμε (όσοι είναι ‘παλαιότερης κοπής’) έχει αλλάξει πάρα πολύ με την πάροδο του χρόνου. Η ιδέα του φώτο-γράφω δεν ισχύει – σε μεγάλο βαθμό. Ο τρόπος καταγραφής παραμένει ίδιος (με πολλές τεχνολογικές εξελίξεις μάλιστα), όμως αυτό που ‘βλέπω και καταγράφω’ δεν παραμένει αναλλοίωτο μέχρι να πάρει την τελική του μορφή. Μετά τη λήψη, συνήθως επέρχεται κάποια επέμβαση με την βοήθεια υπολογιστών, που κάνουν, ομολογουμένως, θαύματα.

Η εποχή που μια φωτογραφία αποτελούσε και αποδεικτικό στοιχείο για οποιοδήποτε λόγο έχει παρέλθει. Το εξελικτικό αποτέλεσμα είναι μια ψηφιακή εικονογράφηση με φωτογραφικά στοιχεία, στην οποία όμως πρέπει να προσδώσουμε και την ιδιότητα μιας εικαστικής διάθεσης, δεδομένου πως διαθέτει την ικανότητα αυτή – (κάτι που δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε για την αναλογική φωτογραφία, σε γενικές γραμμές).

Ο όρος ‘εννοιολογική φωτογραφία’, λανθασμένος κατά την άποψή μου, καθώς όλες οι φωτογραφίες είναι εννοιολογικές, δείχνει να είναι μια σύγχρονη, δημοφιλή τάση, όπου ασχολείται κάποιος με εικόνες που μας απομακρύνουν από τον ορατό κόσμο και ασχολείται με θέματα που υπάρχουν μέσα στο concept.

Η εικόνα που δημιουργείται μέσα από το concept δεν ανταποκρίνεται ή συσχετίζεται με κάτι που είναι άμεσα αναγνωρίσιμο ή οικείο. Παρόλα αυτά είναι μια επιλογή προσέγγισης που δεν είναι απαραίτητα κακή ή λάθος. Προϋποθέτει όμως, μια ξεκάθαρη γλώσσα επικοινωνίας ή και συνομιλίας, τέτοια, ώστε να έχει και λόγο ύπαρξης. Ενδεχομένως τα ολογράμματα να είναι η επόμενη εξέλιξη- εκεί όπου το αληθινό και το virtual θα συγκατοικούν στον ίδιο χώρο. Αλλά και πάλι, δεν μπορώ να προφητεύσω με σιγουριά.

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα axianews