Αλέξανδρος Καλπακίδης: «Πάνω στη σκηνή βιώνω μια λυτρωτική απελευθέρωση»

12 ΕΝΟΡΚΟΙ 2018

Υπό τους ήχους των πλήκτρων του πιάνου, τις «συνωμοτικές» φωνές των ηθοποιών που ετοιμάζονται για την παράσταση, τους απόηχους που κρύβονταν κάτω από τα καθίσματα, πίσω από τους τοίχους, στο φουαγιέ, συναντήσαμε τον Αλέξανδρο Καλπακίδη στο καμαρίνι και μιλήσαμε μαζί του για την επιτυχία της θεατρικής παράστασης «οι 12 Ένορκοι».

Ο Αλέξανδρος Καλπακίδης είναι ένας επιδέξιος ηθοποιός που μελετά τους ρόλους του σαν να ψηλαφίζει σώματα, θεατρικά σώματα. Διεισδύει εντός τους γυρεύοντας την αλήθεια τους πάνω στο σανίδι, στο ασφυκτικό δωμάτιο ενόρκων με σκοπό να λάβει την κρίσιμη απόφαση της ενοχής ή της αθωότητας ενός δεκαεξάχρονου παιδιού, που κατηγορείται για τον φόνο του πατέρα του.

Απομακρύνεται από το δωμάτιο των ενόρκων, πάντα με τον φόβο μήπως δεν επιτέλεσε όπως θα ήθελε τον σκοπό του ρόλου, και μεταμφιέζεται σε έναν πατέρα που προσπαθεί να αποδεχθεί την ομοφυλοφιλική ταυτότητα του γιου του.

Ετοιμόλογος, αυτοσαρκαστικός, φιλικός και οικείος μιλάει για την Τέχνη του που αντιπροσωπεύει όλη του την ύπαρξή κοιτώντας τον ήρωά του να καθρεφτίζεται στα μάτια των θεατών. Άλλα μάτια να βουρκώνουν από το γέλιο, κι άλλα να κλαίνε από συγκίνηση. Βλέπει τον ήρωα σαν ένα μικρό παιδί, που με συναισθηματική τροφή και γνώση προσπαθεί να το «αναθρέψει». 

-Αλέξανδρε, πήρες την απόφαση να εμπλακείς σε μία παράσταση που είχε ένα ιστορικό παρουσίασης τεσσάρων ετών. Πως βίωσες τη γνωριμία σου με τους «12 ενόρκους»;

-Συνάντησα τους δώδεκα ενόρκους ή μάλλον τους άλλους έντεκα, όταν είχαν ήδη διανύσει μια τετραετία παραστάσεων, οπότε, ήταν ένα μεγάλο στοίχημα, για μένα, να συμβαδίσω με τους υπόλοιπους ηθοποιούς, και να τους προφτάσω, σαν να υπήρξα από πάντοτε σε αυτό το τραπέζι της ετυμηγορίας, σε αυτό το δωμάτιο ενόρκων που μου γινόταν, μέρα παρά μέρα, με τη βοήθεια όλων των συναδέλφων, όλο και πιο οικείο.

Στη συγκεκριμένη παράσταση, βίωσα μια θεατρική μαγεία, γιατί αναγνώρισα τον ρόλο αυτό, του ενόρκου τέσσερα, από την πρώτη ανάγνωση του κειμένου, σαν να προϋπήρχα σαν ένορκος τέσσερα. 

-Ποιον ήρωα υποδύεστε στους «12 ενόρκους» και τι συμβολίζει αυτή η φιγούρα στην παράσταση;

-Ο κάθε ήρωας είναι ένα κομμάτι πάζλ, από το σύνολο της κοινωνίας που ζούμε. Ο ένορκος (4) τέσσερα είναι ορθολογιστής. Στο επάγγελμα είναι χρηματιστής,  οπότε στο μυαλό του περιστρέφονται μονάχα αριθμοί. Είναι αντικειμενικός, το μυαλό του είναι πολύ τετράγωνο -ο τρόπος σκέψης του, η στάση του στα πράγματα, ο τρόπος που απαντάει, ο τρόπος που μιλάει, οι αντιδράσεις του, είναι πολύ καθαρός σαν χαρακτήρας.

Δεν επηρεάζεται από τα πάθη του, ή από τους άλλους ενόρκους, δεν τον διακατέχει κάποια εμπάθεια σε σχέση με τον κατηγορούμενο, δεν παίρνει τίποτα προσωπικά.

Έτσι τον βλέπω και τον ερμηνεύω εγώ, ως έναν πολύ καθαρό χαρακτήρα, απόμακρο, γοητευτικό, λογικό, ενδιαφέρον, λιγομίλητο, εγκρατή, ειλικρινή αλλά και απαθή, γιατί δεν εμπλέκει το συναίσθημα στην ετυμηγορία, δεν έχει μεσοβέζικη σκέψη, είναι καθαρή η σκέψη και η συνείδησή του.

-Αφυπνίζει τις συνειδήσεις των θεατών αυτό το έργο;

-Η παράσταση αυτή είναι μια μικρογραφία της κοινωνίας μας. Σε αυτή την κοινωνία υπάρχει το καλό, υπάρχει το κακό: καθένας από εμάς, από την πλευρά του, προσπαθεί να δικαιολογήσει αυτό που πιστεύει.

Δεν μπορείς να πεις με μία λέξη τι πρεσβεύει, ουσιαστικά, αυτό το έργο. Ίσως, ένα μέρος του να λέει πως χρειάζεται να πιστεύουμε σ’ ένα κοινωνικό σύνολο με νόμους και κανόνες, αν γίνει αυτό, οι ζωές μας συνυπάρχουν αρμονικά. 

-Ποια στιγμή του ενόρκου τέσσερα βιώσατε εντονότερα; Όταν οι παλμοί άρχισαν να χτυπούν σε έναν ανήσυχο ρυθμό…

-Εκείνη η στιγμή που ο ένορκος δέκα, σε έναν έκρυθμο μονόλογο, μεταμορφώνεται σε έναν ρατσιστή. Αυτό, ο ήρωάς μου, δεν το αντέχει, ξεσπάει. Είναι η μοναδική στιγμή που φωνάζει μέσα στο έργο, σε όλη τη διάρκεια του έργου δεν μιλάει, εκφράζεται χαμηλόφωνα, σε αυτό το σημείο εξοργίζεται και του λέει: «Σε άκουσα, τώρα κάτσε κάτω και μην ξαναμιλήσεις». 

– Παίζετε επίσης και στην παράσταση «Cock» του Μάικ Μπάρτλετ. Τι πραγματεύεται και ποιον ήρωα υποδύεστε σε αυτή τη κοινωνική κωμωδία;

Στην παράσταση «Cock» υποδύομαι τον πατέρα ενός ομοφυλόφιλου. Ο πατέρας έχει αποδεχθεί, δεχθεί λόγω της αγάπης του τρέφει για τον γιο του, τη σχέση του με έναν άντρα, του στοίχησε πολύ μέχρι να το συνειδητοποιήσει, δεν χαίρεται πολύ, αλλά είναι ο γιος του, το δικαιολογεί με το πέρας των χρόνων.

 Ξαφνικά, μαθαίνει πως ο φίλος του γιου του, τον απατάει με μια γυναίκα, και δέχεται ένα δεύτερο πλήγμα ύστερα από την πρώτη εξομολόγηση του γιου του.

Ο ήρωας αυτός συμβολίζει την παλαιά γενιά, που με τα  χίλια ζόρια αποδέχθηκε την ομοφυλοφιλία, την κατανόησε και προσπάθησε να μη στηθεί στην πλευρά εκείνων που τη καταδικάζουν. Είναι δύσκολη, χρονοβόρα, ψυχοβόρα, η διαδρομή προς την αποδοχή, σίγουρα, όμως, ένας γονιός που αγαπά το παιδί του, ίσως να μην το δέχεται εξ’ ολοκλήρου, αλλά το προσπαθεί, γιατί για εκείνον, η χαρά και ο καθησυχασμός, είναι η ευτυχία του παιδιού του.

-Ποια η δική σας τοποθέτηση ως προς τον διχασμό των ανθρώπων σ’ αυτό το θέμα;

-Δεν μπορούμε εμείς να κρίνουμε κανέναν άνθρωπο πια, ούτε να καταδικάσουμε ούτε ν’ αθωώσουμε. Θεωρώ πως οι ομοφυλόφιλοι, επειδή βίωσαν για πολύ καιρό την καταπίεση και περιθωριοποίηση από την κοινωνία,  τα τελευταία χρόνια, που μπορούν και εκφράζονται με περισσότερη ελευθερία, τους βγαίνει μία επιθετικότητα. Είναι πολύ φυσιολογικό, και λογικό, δεν θα το κατακρίνω ποτέ.

Είναι χαζό πια στην Ελλάδα του 21ου αιώνα να είμαστε τόσο μονόπλευροι και στενόμυαλοι.  Λέμε πως οι Αμερικάνοι είναι πουριτανοί, αλλά η στάση μας όταν τους δακτυλοδεικτούμε και τους απομονώνουμε, είναι απαράδεκτη για την εποχή που ζούμε.

-Πώς επιλέξατε ν’ ακολουθήσετε τον δρόμο της Τέχνης, της υποκριτικής;

-Εγώ δεν είχα καμία σχέση με το Θέατρο, ούτε και υπήρξε κάποιο καλλιτεχνικό γονίδιο. Μεγάλωσα σε μία περιοχή έξω από την Καβάλα. Εκεί, κάθε χρόνο, πραγματοποιείται  το Φεστιβάλ Φιλίππων. Κάθε καλοκαίρι με πήγαινε μία φίλη μου στο θέατρο, αυτή ήταν η πρώτη μου εικόνα από το θέατρο.

Ύστερα, στη δευτέρα λυκείου παρουσιάσαμε μία παράσταση, μαγεύτηκα από αυτόν τον μικρόκοσμο των μεταμφιεσμένων, του παιχνιδιού, αυτού του συναισθηματικού ελιγμού. Μέτα έφυγα στο εξωτερικό, πήγαμε με την οικογένειά μου στην Γερμανία.

Εκεί, όταν περιπλανήθηκα για λίγο στους θεατρικούς «κόσμους» για κάποιον λόγο ένιωθα πως ζούσα από πάντοτε εκεί, με μάγεψε το θέατρο, ανέβαινα πάνω στη σκηνή κι ένιωθα μια ευφορία ψυχής, όταν βρίσκομαι πάνω στη σκηνή μου περνάνε όλα, γαληνεύω, ονειρεύομαι, αφήνομαι και απελευθερώνομαι, πάνω στη σκηνή βιώνω μια λυτρωτική απελευθέρωση. 

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα axianews φύλλο 12/1/2019