«Απόψε αυτοσχεδιάζουμε»: ‘Ολοι οι αυτοσχεδιασμοί επιτρέπονται αρκεί το αποτέλεσμα να είναι αισθητικά άρτιο…

Πρόσφατα παρακολουθήσαμε τη θεατρική διασκευή του έργου «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Λουίτζι Πιραντέλλο, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Μαυρικίου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι, στην κεντρική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

Το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» γράφτηκε από τον Πιραντέλλο το 1928-1929, ως μια μορφή διαμαρτυρίας ενάντια στην παντοδυναμία και των αυθαιρεσιών των σκηνοθετών της εποχής, οι οποίοι άφηναν τη φαντασία τους ανεξέλεγκτη εις βάρος του συγγραφέα αναζητώντας το εφέ.  

Γράφει η Αλεξία Λυμπέρη

Λίγα λόγια για το έργο

Ένας θίασος, με επικεφαλή το σκηνοθέτη, προσπαθεί να «κατασκευάσει» ένα θεατρικό δράμα, ξεκινώντας από το διήγημα του ίδιου του Πιραντέλλο «Αντίο Λεονόρα!». Ο σκηνοθέτης θέλει να υποτάξει την ιστορία, τα πρόσωπα και τους ηθοποιούς στις δικές του αντιλήψεις για το θέατρο, σε σχήματα, φόρμουλες κι εφέ ενός καλά οργανωμένου θεατρινισμού. Όμως οι ηθοποιοί «ντύνονται» τόσο πολύ τους ρόλους τους, με αποτέλεσμα αγανακτισμένοι από τις εντολές του σκηνοθέτη, να τον διώχνουν από το θέατρο και να μένουν μόνοι τους να ζήσουν τα μέρη που υποδύονται.

Γίνονται ένα με την ιστορία, μια ιστορία Ζήλειας, της πιο τρομερής ζήλειας που υπάρχει, τη ζήλεια για το παρελθόν. Η ζήλεια αυτή κυριεύει έναν άντρα για τη γυναίκα του και τον βγάζει εκτός εαυτού στη σκέψη και μόνο πως εκείνη μπορεί ακόμα να αναπολεί την εποχή της εύθυμης νιότης της…

Η ζήλεια αυτή ξεσπά σε μια οικογένεια που ζει στη Σικελία, όπου την εποχή εκείνη τα πάθη φούντωναν κι η ζήλεια κυριαρχούσε στην οικογένεια Λα Κρότσε. Μια οικογένεια αποκλεισμένη από την κοινωνία της μικρής πολιτείας, στόχος κουτσομπολιού, καθώς ήταν υπερβολικά φιλόξενη και η πόρτα της ήταν πάντα ανοιχτή στους ξένους.

Η οικογένεια Λα Κρότσε αποτελείται από τον κύριο Παλμίρο Λα Κρότσε, τη μητέρα Ιγκνάτσια Λα Κρότσε και τις τέσσερις κόρες τους Μομίνα, Τοτίνα, Ντορίνα και Ρενέ. Με τους εν λόγω χαρακτήρες θα ασχοληθούμε πιο αναλυτικά στη συνέχεια.

Στο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» ο Πιραντέλλο δεν δίστασε να διαλύσει και να απαρνηθεί κάθε ενότητα στο έργο του. Αποκαλύπτει στο θεατή την τεχνική της συγγραφής, της υποβολής που χρησιμοποιεί το θέατρο, βάζει τους ηθοποιούς να σταματούν την παράσταση και να τσακώνονται με το σκηνοθέτη ή μεταξύ τους, καθώς και να αποκαλύπτουν ή να κοροϊδεύουν τα θεατρικά τρυκ.

Κι όμως το έργο αυτό δεν είναι απλώς ένα παιχνίδι που αποκαλύπτει τα μυστικά του θεάτρου, αλλά ένα δράμα το οποίο αποκαλύπτει τα μυστικά της ανθρώπινης προσωπικότητας.

Διότι τα πρόσωπα του Πιραντέλλο, είναι ναι μεν απλά καθημερινά πρόσωπα, αλλά δεν είναι μονοκόμματα, φοράνε μάσκες. Πίσω από τις μάσκες τους αυτές κρύβονται οι μυστικές μας σκέψεις, αυτές που δεν ομολογούμε σε κανέναν, ούτε πολλές φορές στον ίδιο μας τον εαυτό, τα βαθιά μας συναισθήματα, όλα αυτά που είμαστε πραγματικά εμείς και δεν τα επικοινωνούμε με τους ανθρώπους γύρω μας.

Η παράσταση

Φέτος, στο Εθνικό θέατρο, έρχεται ο Δημήτρης Μαυρίκιος, σε συνεργασία με τη Μαρία Βαρδάκα και το Δημήτρη Πολυχρονιάδη, να διασκευάσει αυτό το δύσκολο έργο του Πιραντέλλο και να μας παρουσιάσει ένα έξοχο θέαμα, με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία του ίδιου κι όχι μόνο, με πολλές προσωπικές εξομολογήσεις των ηθοποιών επί σκηνής, που δεν πρόκειται να αφήσουν κανένα θεατή ασυγκίνητο.

Ο Δημήτρης Μαυρίκιος μας υποδέχεται, καθώς ανοίγει η σκηνή σε ρόλο αφηγητή. Μας εισαγάγει στην υπόθεση της παράστασης και ξεκινά διάλογο με τους θεατές – ηθοποιούς, που κάθονται ανάμεσά μας στην πλατεία του θεάτρου. Όμως, παρόλο που ο Πιραντέλλο ήθελε τους ηθοποιούς να παρευρίσκονται ανάμεσα στους θεατές καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, η απαίτηση αυτή δεν ακολουθείται, ο Δημήτρης Μαυρίκιος αποσύρεται στο ηλεκτρολογείο και στη σκηνή ανεβαίνει η Ράνια Οικονομίδου.

Η Ράνια αναλαμβάνει να μας ενημερώσει για τον τρόπο που ο Μάνος Χατζιδάκις εισήλθε τόσο στη ζωή τη δική της, όσο και του Δημήτρη Μαυρίκιου, καθώς και του Νίκου Κυπουργού. Χαρακτηριστικά αναφέρει πως κάποτε της είχε πει ότι «αυτό το κορίτσι δεν θα χάσει τον χρόνο του εάν γίνει ηθοποιός«. Στη συνέχεια η αυλαία ανοίγει και οι αυτοσχεδιασμοί ξεκινούν.

Επί της ουσίας, μας παρουσιάζονται όλοι οι ηθοποιοί επί σκηνής να αυτοσχεδιάζουν σε ένα σκηνικό το οποίο ακόμα δεν έχει στηθεί, αλλά απλώς βρίσκονται ανακατωμένα τα αντικείμενα που θα χρησιμοποιηθούν.

Η κινηματογραφική προβολή που ακολουθεί, με ασπρόμαυρη αισθητική, μας ενημερώνει για τη διανομή των ρόλων, περιέχοντας αρκετά στοιχεία χιούμορ. Για παράδειγμα, ο υπέροχος Γιάννης Βογιατζής, ο οποίος θα υποδυθεί τον πατέρα της οικογένειας Λα Κρότσε, αναρωτιέται πως στα 92 του χρόνια θα μπορούσε να έχει τέσσερις τόσο νεαρές κόρες, ενώ τη Ρενέ, μία εκ των τεσσάρων αδερφών θα υποδυθεί άντρα, καθώς αυτός ο ρόλος περισσεύει. Συμβάσεις οι οποίες στο θέατρο είναι επιτρεπτές. Μετά τη διανομή των ρόλων, ακολουθούν οι πρόβες!

Μοναδικό σκηνοθετικό εύρημα, οι καθρέφτες – κάτοπτρα- που τοποθετούνται στο βάθος της σκηνής κατά τη διάρκεια των προβών, όπου αντανακλούνται οι θεατές και τους δημιουργείται το αίσθημα ότι αποτελούν κι οι ίδιοι μέρος της παράστασης.

Επιλεγμένα κομμάτια προβών παρουσιάζονται στους θεατές, όπου βλέπουμε τους ηθοποιούς να τσακώνονται μεταξύ τους και με τον σκηνοθέτη. Κομβικά θέματα διαμάχης αποτελούν τα χαστούκια που ανταλλάσουν μεταξύ τους και εν γένει η άσκηση βίας επί σκηνής, η ανάθεση των πρωταγωνιστικών ρόλων, το κόψιμο των σκηνών, η μείωση του κειμένου ορισμένων ηθοποιών, καθώς κι οι σκηνοθετικές απαιτήσεις.

Δυνατές σκηνές αποτελούν η λιποθυμία της Γιούλικας Σκαφίδα, επί σκηνής, στην οποία έχει ανατεθεί ο πρωταγωνιστικός ρόλος της Μομίνας, τη μία εκ των τεσσάρων αδερφών, η οποία παντρεύτηκε κι απομακρύνθηκε από τα υπόλοιπα μέλη της οικογενείας της μετά το θάνατο του πατέρα τους. Μη αντέχοντας την πίεση και τις απαιτήσεις του σκηνοθέτη από αυτή, λιποθυμά επί σκηνής.

Στην επόμενη σκηνή έρχεται να την υπερασπιστεί η Ράνια Οικονομίδου, η οποία μέσω ενός αποκαλυπτικού μονόλογου έρχεται να μας εξηγήσει τη θεωρία του θεάτρου μέσα στο θέατρο. Μας αναλύει τα εφτά επίπεδα που καλούνται οι ηθοποιοί να ερμηνεύσουν και πως ουσιαστικά ο ηθοποιός πρέπει να υποδυθεί τον εαυτό του, ταυτόχρονα με το ρόλο που του έχει ανατεθεί, ο οποίος εργάζεται ως ηθοποιός, κι υποδύεται έναν ακόμα ρόλο επί σκηνής κ.τ.λ.

Σκηνές, οι οποίες δεν υπάρχουν στο πρωτότυπο κείμενο του Πιραντέλλο κι έχουν προστεθεί στο έργο με σκοπό την αύξηση της δραματουργίας του κειμένου, αναδεικνύοντας παράλληλα τη δυσκολία του επαγγέλματος του υποκριτιστή.

Άλλη μια διασκευή του πρωτότυπου έργου αποτελεί το γεγονός ότι η Μομίνα, αντί να ερμηνεύσει ένα κομμάτι από τον Τροβατόρε, παίζει την Ιουλιέτα του Σαίξπηρ. Το ρόλο αυτό τον είχε διδαχθεί από τη μητέρα της, Λυδία Φωτοπούλου, η οποία στην πραγματικότητα είχε υποδυθεί τον ομώνυμο ρόλο το 1989 στο Εθνικό θέατρο σε παράσταση του Μαυρίκιου.

Στο σημείο αυτό κατεβαίνει ένα άγαλμα από τον ουρανό, που παριστάνει το Ρωμαίο και την Ιουλιέτα, το οποίο πληροφορούμαστε ότι βρέθηκε στις αποθήκες του Εθνικού θεάτρου. «Είναι τρομακτική η ακινησία ενός αγάλματος, η αιώνια μοναξιά του έξω από τον χρόνο», μας αποκαλύπτει η Λυδία Φωτοπούλου κοιτάζοντας τον εαυτό της στο άγαλμα. Κι αμέσως συνειρμικά θυμηθήκαμε την τοποθέτηση των αντικειμένων στο χρόνο. Ένα αντικείμενο το οποίο δημιουργείται, δεν παλιώνει μαζί μας, δεν φθείρεται μαζί μας, μπορεί να υπάρχει αυτούσιο ακόμα και μετά το θάνατό μας!

Καλύτερα να δίνεις παράσταση μπροστά σε άδειες καρέκλες παρά μπροστά σε άδεια πρόσωπα

Κι ενώ η Μομίνα, Γιούλικα Σκαφιδά, παντρεύτηκε το Βέρι, Αλέξανδρο Βάρθη, τον μόνο άνθρωπο που θέλησε να τη γλιτώσει από την οικογένειά της και τη φήμη που πλανιόταν γύρω από αυτή, αντί η ζωή της να καλυτερέψει, χειροτέρεψε. Την έκλεισε μέσα σε ένα σπίτι με ένα μοναδικό παράθυρο, απέκτησαν ένα γιο κι επιφορτίστηκε αποκλειστικά με την ανατροφή του παιδιού. Δεν έβγαινε από το σπίτι και γέρασε πρόωρα από μαρασμό.

Η Μομίνα, Γιούλικα Σκαφίδα, στη σκηνή αυτή θα έπρεπε να φαίνεται γερασμένη και να αλλάξει ρούχα, αλλά εφόσον οι ηθοποιοί είχαν διώξει όλους τους συντελεστές της παράστασης κι είχαν αναλάβει οι ίδιοι την ευθύνη αυτής, το ρόλο αυτό αναλαμβάνει η μητέρα της Λυδία Φωτοπούλου. Άκρως συγκινητική σκηνή κατά την οποία ενώ τη βάφει και ντύνει εκείνη και το γιο της, μας εξιστορεί όλα τα πάθη της και την εξέλιξη της υπόθεσης της ιστορίας.

Η αδερφή της Τοτίνα, Λιλή Νταλανίκα, είχε γίνει ηθοποιός, κι ας είχε καθ’ ομολογία λιγότερο ταλέντο από τη Μομίνα. Η οικογένεια της πλέον ζούσε πλουσιοπάροχα εν αντιθέσει με την ιδία. Στο σημείο αυτό, ακολουθεί μία από τις πιο δυνατές, κατά την άποψή μας, σκηνές του έργου. Πάνω στη σκηνή στήνεται μία ακόμα θεατρική σκηνή, όπου παρουσιάζεται πράξη από το έργο Ρωμαίος κι Ιουλιέτα, αλλά εμείς βλέπουμε μόνο τις πλάτες των ηθοποιών. Δεν αργούμε να αντιληφθούμε το λόγο, ανοίγει η δεύτερη αυλαία στο βάθος της σκηνής κι αντικρίζουμε κερκίδες με κούκλες θεατές. Κούκλες άψυχες που αντικατοπτρίζουν εμάς.

Θυμηθήκαμε απευθείας το ρητό του Alec Guinness, «Καλύτερα να δίνεις παράσταση μπροστά σε άδειες καρέκλες παρά μπροστά σε άδεια πρόσωπα«. Διότι στο θέατρο χρειάζεται ενεργή παρακολούθηση και συναισθηματική συμμετοχή του θεατή, ώστε να κατανοήσει όλα τα μηνύματα και τις ποιότητες που επικοινωνούνται δια μέσω της μεταφοράς του κειμένου.

Από την εξέδρα αυτή, ξεπηδούν ανάμεσα από τις κούκλες κάποιοι άνθρωποι ζωντανοί υποδηλώνοντας την ελπίδα ανατροπής του εν λόγω φαινομένου, ενώ παράλληλα παρεμβάλεται ένα μουσικοχορευτικό διάλλειμα λίγο πριν την τελευταία πράξη του έργου.

Πράξη κατά την οποία η Μομίνα, ύστερα από έναν έντονο καβγά με το σύζυγό της Βέρι, ο οποίος την κατηγορούσε ότι αναπολούσε τον πρότερο βίος της και τα φιλιά του πρώην εραστή της, ψυχικά καταβεβλημένη για να μην καταλάβει τίποτα ο γιος της που ξύπνησε από τις φωνές, του δείχνει τι είναι το θέατρο. Του εξηγεί ότι με τον μπαμπά έπαιζαν θέατρο κι καθώς υποδύεται το ρόλο της Ιουλιέτας, δεν αντέχει η καρδιά της και πεθαίνει. Ο μικρός νομίζει πως κι αυτό είναι μέρος του θεάτρου…

Στο σημείο αυτό αποκαλύπτεται και πάλι η εξέδρα με τους θεατές κούκλες, η οποία κινείται απειλητικά προς το παιδί για να τον καταπλακώσει.

Οι άνθρωποι του Πιραντέλλο, όπως και οι άνθρωποι γύρω μας φοράνε μάσκες, είναι ένας, κανένας ή κι εκατό άνθρωποι μαζί, υποδύονται καθημερινά πολλαπλούς ρόλους, σε ένα σενάριο ζωής που οι ίδιοι έχουν εντάξει τον εαυτό τους ως πρωταγωνιστή. Από αυτούς τους ανθρώπους απειλούμαστε όλοι μας κι η κοινωνία μας εν γένει.

Συνολικά

Τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι, ο «Ταχυδρόμος», το «Μαντολίνο» και η «Πέτρα», σε ενορχήστρωση Νίκου Κυπουργού, κι ερμηνεία Νίκου Καραθάνου,δια μέσω της οθόνης  και Λιλής Νταλανίκα, ντύνουν υπέροχα ηχητικά την παράσταση.

Ειδικά η ερμηνεία της Λιλής Νταλανίκα στο «Μαντολίνο» μας συγκίνησε όλους κι όλο το θέατρο της χάρισε επάξια το χειροκρότημά του.

Κι οι 16 ηθοποιοί ανεξαιρέτως, Κωνσταντίνος Αρνόκουρος, Μαρία Βαρδάκα, Αλέξανδρος Βάρθης, Γιάννης Βογιατζής, Δημήτρης Κακαβούλας, Δημήτρης Μαυρίκιος, Γιώργος Μπένος, Ράνια Οικονομίδου, Εύα Οικονόμου-Βαμβακά, Στέφανος Παπατρέχας, Γιούλικα Σκαφιδά, Νεκτάριος Φαρμάκης, Λυδία Φωτοπούλου, Γιάννης Αρτεμισιάδης, Μιχάλης Αρτεμισιάδης και οι μικροί Γιώργος Κουτσιμάνης, Βαγγέλης Λυκούδης, Στέλιος Πανταγιάς (οι οποίοι εναλλάσσονται στο ρόλο του γιου της Μομίνας σε κάθε παράσταση), φέρνουν εις πέρας με επαγγελματισμό, εκφραστικότητα, άρτια κινησιολογία και καθαρό τονισμό κι άρθρωση λόγου, το δύσκολο έργο να υποδυθούν πλην των ρόλων τους και τον ίδιο τους τον εαυτό επί σκηνής.

Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει στο σημείο αυτό στην ερμηνεία του κύριου Γιάννη Βογιατζή, ο οποίος μας συγκίνησε όλους του με την προσωπική του ομολογία ότι θέλει να πεθάνει πάνω στη σκηνή. Όνειρο κάθε ηθοποιού! Τον ευχαριστούμε θερμά!

Η σκηνοθεσία του Δημήτρη Μαυρίκιου, με τη βοήθεια του Μανώλη Δούνια, άρτια αισθητικά, με μια αλληλουχία σκηνών, κινηματογραφικών βίντεο και τραγουδιών, βοηθούν αποτελεσματικά στην κορύφωση της δραματουργίας του κειμένου, χωρίς να δυσχεραίνουν το θεατή στην παρακολούθηση της εξέλιξης της ιστορίας. Μας χάρισαν μοναδικές συναισθηματικά φορτισμένες σκηνές, που σίγουρα δεν άφησαν κανέναν μας ασυγκίνητο, ενώ παράλληλα με τις εικόνες που μας χάρισαν επί σκηνής, φύγαμε από το θέατρο με πολλούς προβληματισμούς, στους οποίους προσπαθήσαμε να δώσουμε ερμηνείες.

Τα δε σκηνικά του Δημήτρη Πολυχρονίδη, επιβλητικά, δύσκολα κατασκευαστικά, ήρθαν να συμπληρώσουν αποτελεσματικά την αισθητική εικόνα της παράστασης.

Τα κουστούμια της Νίκης Ψυχογιού, απόλυτα ταιριαστά με τους ρόλους και την εποχή του έργου.

Συνολικά πρόκειται για μια παράσταση άρτια αισθητικά, με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία των συμμετεχόντων, η οποία καταφέρνει με αποτελεσματικό τρόπο να διασκευάσει το κείμενο του Πιραντέλλο, χωρίς να απομακρυνθεί νοητικά από τις ποιότητες αυτού.

Ιδανική παράσταση για όλους τους φίλους του θεάτρου, αρκεί να είναι πάνω από 15 ετών, σύμφωνα με τις οδηγίες του Εθνικού θεάτρου.

Οι αυτοσχεδιασμοί στο θέατρο πάντα είναι θεμιτοί, αρκεί η συνολική εικόνα της παράστασης να είναι άρτια αισθητικά και να μην χάνεται το νόημα του κειμένου. Ο Δημήτρης Μαυρίκιος σίγουρα πέτυχε αυτό το δύσκολο εγχείρημα…

info παράστασης

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ-KΕΝΤΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ, Αγίου Κωνσταντίνου 22-24 , τηλ. 210.5288170-171, 210.7234567 (μέσω πιστωτικής κάρτας), στο www.ticketservices.grκαι στο  tickets.public.gr

Κρατήσεις συλλόγων: 210.7001468

Ημέρες και ώρες παραστάσεων:

Tετάρτη, Κυριακή στις 19:00

Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 20:30

Τιμές εισιτηρίων:25€ (Διακεκριμένη ζώνη), 18€ (Α΄ Ζώνη), 15€ (A΄Εξώστης), 10€ (Β΄ Εξώστης)

Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη:  18€ (Διακεκριμένη ζώνη), 15€ (Α΄Εξώστης), 10€ (Β΄ Εξώστης)

Κάθε Παρασκευή:   18€ (Διακεκριμένη ζώνη), 13€ (Α΄και Β΄ Εξώστης)

Ειδικές τιμές: Φοιτητικό-Νεανικό 10€ (κάθε Πέμπτη)

Ανω 65 ετών 10€ (κάθε Τετάρτη)

Κάρτα ανεργίας 5€ (κάθε Τετάρτη και Πέμπτη)

ΑΜΕΑ 5€ και συνοδός 5€ (καθημερινά & Σαββατοκύριακο)

Πολύτεκνοι 10€ (καθημερινά & Σαββατοκύριακο)