Βασίλης Καρακατσάνης:  “Οργανωμένες δεξιότητες” ή αλλιώς “Habilidades organizadas”

Βασίλης Καρακατσάνης

Ο Βασίλης Καρακατσάνης είναι ένας καλλιτέχνης με λαμπρή πορεία και σαράντα χρόνια εμπειρία στο χώρο της τέχνης. Ταλαντούχος και ευρηματικός ξεχώρισε από νωρίς και συνεργάστηκε με σημαντικούς καλλιτέχνες παγκοσμίως.

Βασίλης Καρακατσάνης 1989, Clothes, Tο τρίτο μάτι
Βασίλης Καρακατσάνης 2017, Liza

 

Με αφορμή τα σαράντα χρόνια δουλειάς στο χώρο, ο εικαστικός μας έκανε την τιμή και μας «άνοιξε την καρδιά του».

Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη

Βασίλης Καρακατσάνης G8+

 -Βασίλη, δεκαετία του ’80 στην Ελλάδα – επάγγελμα ζωγράφος. Πώς αποφάσισες να το ακολουθήσεις;

-Η επιλογή να γίνεις ζωγράφος, όπως γνωρίζουμε όλοι, δεν έχει τις ασφαλιστικές δικλίδες που να μπορούν να σου εξασφαλίσουν μια ζωή «νορμάλ», όπως την εννοεί ο περισσότερος κόσμος.

Κατά την διάρκεια των φοιτητικών χρόνων, ζεις συγκεντρώνοντας πληροφορίες, ταξινομώντας συναισθήματα, ώστε να γίνουν “γραφή” έκφρασης.

Τελειώνοντας τις σπουδές και νομίζοντας ότι τα ξέρεις όλα, αντιλαμβάνεσαι ότι απλά στάθηκες στα πόδια σου, χωρίς να ξέρεις περπάτημα και ειδικότερα προορισμό. Ταυτόχρονα πρέπει να πληρώσεις τα έξοδα της ύπαρξης σου. Όταν θα σε ρωτάνε τι δουλειά κάνεις, θα πρέπει να δώσεις απάντηση συγκεκριμένη. Αυτό σημαίνει έκθεση και έναρξη επαγγέλματος στην εφορία.

Δεν μπορώ να φανταστώ τραγουδιστή που ποτέ του δεν τραγούδησε σε κοινό, ή αντίστοιχα ηθοποιό, που δεν πάτησε ποτέ του το σανίδι.

Βασίλης Καρακατσάνης Distinct District No27′ 2019, 100X100cm. acrylic, gouache & oil on canvas

Η αλήθεια είναι ότι εκείνα τα χρόνια, δεκαετία του 80, στην Ελλάδα υπήρχε έντονα στον καλλιτεχνικό και καλλιτεχνίζοντα χώρο, η αντίληψη, ότι δεν πρέπει το έργο ζωγραφικής να έχει τιμή, την οποία μάλιστα θα διαπραγματεύεται ο κακός πάντα γκαλερίστας. Το ίδιο και στους άλλους χώρους όπου για τους ηθοποιούς και τους τραγουδιστές η οποιαδήποτε εμπορική τους επιτυχία ήταν συνώνυμη της μετριότητας τους,  έναντι της υψηλής όπως την όριζαν κάποιοι  ‘ποιότητας’, που φυσικά αφορούσε ελάχιστους έως κανέναν.

Η περίοδος εκείνη με τις έντονες πολιτικοκοινωνικές της ζυμώσεις, εκφραζόταν με συμπεράσματα αρνητικά στα δεδομένα του εμπορίου, μιλώ πάντα για την καλλιτεχνική δημιουργία, με αποτέλεσμα να υπάρχει η ‘δαμόκλειος σπάθη’, ελέγχουσα την ποιότητα σου, σε συνάρτηση πάντα με το εμπορικό σου εκτόπισμα. Απλά, αν πούλαγες δεν άξιζες.

Εδώ τελειώνουν οι σπουδές μου στη Σχολή Καλών Τεχνών αλλά και η παραμονή μου στην Αθήνα.

-Πρώτος σταθμός Ισπανία, δεύτερος Ιταλία…

-Με υποτροφία της Ισπανικής Κυβέρνησης το 1982, βρίσκομαι στη Σχολή Καλών Τεχνών της Βαρκελώνης για διδακτορικό στη Θεωρία της Τέχνης και το 1985 με υποτροφία του Συμβουλίου της Ευρώπης στο Centro Europeo της Βενετίας, σπουδάζοντας Συντήρηση Αρχιτεκτονικών Μνημείων.

Τις δύο αυτές ακαδημαϊκές μου περιόδους τις βάζω μαζί, γιατί αποτέλεσαν την πυξίδα που ασυνείδητα για πολλά χρόνια και ενσυνείδητα αργότερα, ακολούθησα.

-Τι σου έχει μείνει ανεξίτηλο στη μνήμη σου από την εποχή εκείνη;

-Το σπίτι μου στην οδό Aragón 249 της Βαρκελώνης είναι και ο τίτλος της ζωγραφικής μου την περίοδο εκείνη. Είχα την τύχη να έχω καθηγητή μου τον Jaime Muxart. Μια ειδική στόφα ανθρώπου, δάσκαλου και ζωγράφου  λεπταίσθητων ερμηνειών στην εικαστική του έρευνα, αλλά και ψυχρών ερωτημάτων στη θεωρητική του προσέγγιση.

Το σημαντικότερο που του οφείλω στην τόσο πρώιμη φάση της ζωής μου, είναι η απενοχοποίηση μου, πρώτον έναντι των γκαλερί και δεύτερον αυτού που λέγεται καριέρα.

-Ο καταλανός Jaume Muxart ήταν όντως πολύ μπροστά από την εποχή του.

-Θυμάμαι σε ένα αμφιθέατρο με χίλιους περίπου φοιτητές και από χώρες της Λατινικής Αμερικής σε μια αποστροφή του λόγου του, μας είπε:

«Όταν τελειώσουν οι σπουδές σας διακόσιοι από εσάς, θα κάνουν δουλειές που δεν θα έχουν σχέση με τα εικαστικά. Τετρακόσιοι θα δουλέψουν στην εκπαίδευση, διακόσιοι θα τραμπαλίζονται ανάμεσα σε κάποια δουλειά και την εικαστική έρευνα, με επαγγελματικές εκλάμψεις στα πλαίσια του μικρόκοσμου τους.

Οι υπόλοιποι διακόσιοι θα το παλέψουν αφιερώνοντας το είναι τους στη ζωγραφική. Από αυτούς οι μισοί με αγοραφοβικό βήμα θα δηλώσουν παρόντες με αμφίβολα αποτελέσματα, ενώ οι άλλοι μισοί, με τα γερά στομάχια θα έλεγα, θα ‘επιβιβαστούν’ στο πρώτο βαγόνι του τραίνου.

Όλοι θα ζωγραφίζουν ενδιαφέροντα πράγματα πλην της πρώτης ομάδας που όπως προείπα θα εγκαταλείψει.

Στο πρώτο βαγόνι θα είναι οι καλλιτέχνες που με την προσωπική τους γραφή να ξεπερνά τον ακαδημαϊκό όρο ‘καλή ζωγραφική’, θα κάνουν πλέον Τέχνη. Θα είναι αυτοί που θα βρίσουμε, θα απορρίψουμε, θα ζηλέψουμε, αυτοί που θα λατρέψουμε. Η ματαιοδοξία, η φιλαρέσκεια, η σεμνότητα, η φιλοχρηματία, η αντιζηλία, το σταριλίκι, το επιπόλαιο, το σαφές, το ασαφές, το ήρεμο ή το εκνευριστικό, είναι στοιχεία που θα αναμιχτούν.

Το ποιος θα κάνει σπουδαία καριέρα κάνοντας Τέχνη ή καλή ζωγραφική, θα το στοιχειοθετήσουν, ο χαρακτήρας, το γεωγραφικό μήκος και πλάτος εμβέλειας τους και η αγορά της τέχνης.

Κανέναν δεν ενδιαφέρει αν ο ζωγράφος ή ο συγγραφέας είναι όμορφος ή άσχημος, πράγμα που επηρεάζει αρκετά τις τέχνες του θεάματος. Ο κόσμος θα επιλέξει, παρόλο του ότι ο ταλαντούχος εικαστικός οριοθετείται από αισθητικές παραμέτρους μη εύκολα αναγνωρίσιμες από το πλατύ κοινό. Αν κάποιος έχει καλή φωνή το αναγνωρίζουμε άμεσα όλοι, ανεξάρτητα της ποιότητας των τραγουδιών που επιλέγει να ερμηνεύσει.

Παρόλα αυτά υπάρχει η δυνατότητα να αναρριχηθούν εμβόλιμα, εικαστικοί που το έργο τους αποτελεί υλικό πλουτισμού κάποιων συλλεκτών, με δυναμική τέτοια, ώστε να επιβάλλουν δουλειές, με σκοπό τη δημιουργία υπεράξιας των συλλογών τους. Δημιουργούνται μόδες. Πάντα γινόταν και πάντα θα γίνεται, χωρίς να επηρεάζει όμως ιδιαίτερα την παγκόσμια καλλιτεχνική δυναμική, που ο κόσμος, το κοινό, θα ξεσκαρτάρει.

Ο χρόνος και η απόσταση, είναι ο κριτής. Οι άνθρωποι όμως βιαζόμαστε λόγο του περιορισμένου της ζωής μας.

Δουλειά εικοσιπέντε ώρες το εικοσιτετράωρο, κατάθεση ψυχής, αλήθεια, αυθεντικότητα και άμεση επαφή με το χώρο και τα γεγονότα, είναι τα υλικά, που θα ‘συγχωρέσουν’ τις αστοχίες και τα ελαττώματα. Οι συνεργάτες σας είναι ο εαυτός σας, οι γκαλερίστες και οι επιμελητές. Εμπιστευτείτε τους. Ανάλογα τον χαρακτήρα σας βρείτε τις ισορροπίες. Λάθη, απογοητεύσεις και χαρές θα είναι ο απολογισμός, όπως σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις. Μόνο όταν η δουλειά σας είναι αναγνωρίσιμη από μακριά, θα έχετε κάνει, κάτι.

Το ποιος θα κάνει σπουδαία καριέρα κάνοντας Τέχνη ή καλή ζωγραφική, θα το στοιχειοθετήσουν, ο χαρακτήρας, το γεωγραφικό μήκος και πλάτος εμβέλειας τους και η αγορά της τέχνης

Jaime Muxart

Το ζητούμενο είναι να είσαστε ευτυχισμένοι και καλοί άνθρωποι. Υπάρχει περίπτωση κάποιος από τους συμφοιτητές σας της πρώτης ομάδας που θα έχει εγκαταλείψει τον χώρο, να είναι ένας ευτυχισμένος καλός άνθρωπος, ενώ η δυστυχία και η κακία με ψήγματα αλαζονείας να διαχέονται ανάμεσα στα πλήθη των εγκαινίων και τα φλας των δημοσιογράφων, σε κάποιον με καριέρα.

Μην νομίσετε ότι είσαστε κάτι σπουδαίο. Απλά είστε κάποιοι με οργανωμένες δεξιότητες, ίσοι ανάμεσα σε ίσους. Εξ άλλου δεν μπορούμε να πούμε τι είναι Τέχνη, αλλά μπορούμε να πούμε τι είναι καριέρα.»

Μην νομίσετε ότι είσαστε κάτι σπουδαίο.

Απλά είστε κάποιοι με οργανωμένες δεξιότητες, ίσοι ανάμεσα σε ίσους.

Jaime Muxart

-Οπότε λοιπόν ξεκινάς να δουλεύεις στο εξωτερικό…

-Η πρώτη δειλή αλλαγή οπτικής μου γίνεται με τη σειρά ‘Πόλεις’ που παρουσιάστηκε στη Μαγιόρκα. Η ουσιαστική όμως πιστεύω νέα μου ζωγραφική κατάθεση, γίνεται το 1986 με τη σειρά “Τσάντες”.

Δουλεύω πλέον θεματολογικά και κάνοντας τα αντίθετα από αυτά που νόμιζα ότι με εκφράζουν. Αρχίζει για μένα ένας προσωπικός αγώνας δρόμου, που δουλεύοντας ασταμάτητα, κάνοντας ταυτόχρονα δουλειές, ανοίγοντας δουλειές, ταξιδεύοντας και έχοντας μια προσωπική ζωή έντονη έως αχαλίνωτη, αντιλαμβάνομαι ότι το υλικό μου είναι η ζωή μου.

Αυτή αποτυπώνω μέχρι σήμερα, κάνοντας αυτά που αρέσουν σε μένα, με μια καθαρή χρωματική γκάμα (παρακούοντας διάσημο Έλληνα ζωγράφο που με συμβούλευσε να γκριζάρω το σύνολο, γιατί έτσι θα είναι βαθυστόχαστο και κουλτουριάρικο, άρα αποδεκτό από το χώρο μας!).

Κόπηκαν τα πόδια μου όταν μπαίνοντας στο χώρο για το ραντεβού, βλέπω στο γραφείο της Martin, τον Παύλο και τον Αλέξη Ακριθάκη

-Στη συνέχεια επιστρέφεις στην Αθήνα και ξεκινάς να δραστηριοποιείσαι με τις ελληνικές γκαλερί…

-Με ένα ντοσιέ θυμάμαι τον εαυτό μου να τρέχει στις γκαλερί όπου και να βρισκόμουν. Έτσι και στην Αθήνα πήγα να δείξω τη δουλειά μου στην Martin Chardon της γκαλερί ΑΡΤΙΟ.

Κόπηκαν τα πόδια μου όταν μπαίνοντας στο χώρο για το ραντεβού, βλέπω στο γραφείο της Martin, τον Παύλο και τον Αλέξη Ακριθάκη. Κοίταζαν τις φωτογραφίες των έργων μου, εξηγούσα το σκεπτικό μου έχοντας τον Ακριθάκη δίπλα στο αυτί μου, να μιλάει ασταμάτητα, ακατάληπτα, τόσο ώστε να αντιδρώ μιλώντας δυνατότερα και γρηγορότερα.

Με πιάνει από το μανίκι και με το πιο ήρεμο ύφος κοιτώντας τον Παύλο και την Martin, λέει: «Τι φωνάζει το αγοράκι; τσόλι κυριλέ είναι, το έχει το πρόστυχο, φτιαγμένα με ιδρώτα και σπέρμα είναι τα έργα του, άρα το έχει».

Η έκθεση μου έγινε την άνοιξη του 1986 και πιστεύω ότι ήταν ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες που με έκαναν να αφεθώ πλήρως στο ένστικτο μου, στη τρέλα μου και στην ανάγκη μου να δείχνω τη δουλειά μου και να έρχομαι σε επαφή με τον κόσμο.

-Τι άλλες ενότητες έδειξες στην Ελλάδα εκείνο τον καιρό;

-Οι επόμενες σειρές ή ενότητες αν προτιμάτε είναι τα «Αποτυπώματα», οι «Χάρτες» που αν και έγιναν το 1988, εκτέθηκαν το 2012 στο Τεχνοχώρο του Πέτρο και της Ηλέκτρας Δουμά. Ακολουθούν τα “Σπίτια 1” στις Εποχές της Αγγελικής Χρυσικού και τα “Ρούχα” το 1989 στο Τρίτο Μάτι του Νίκου Πετσάλη.

Όλο αυτό το χρονικό διάστημα παρουσιάζω της δουλειές μου, στη Θεσσαλονίκη, Μύκονο, Δελφούς, Ύδρα, Βρέμη, Αμβούργο και Ρώμη. Οι συνεργασίες αυτές γίνονται με κόπο και επιμονή εκτός από κάποιες που πέφτουν από τον ουρανό.

-Μίλησέ μας για τις συνεργασίες σου στο εξωτερικό.

-Πάω στη Βρέμη για να κλείσω την έκθεση μου στη γκαλερί της Gisela Bollhagen.

Εκεί είναι ο Edward Meissner της ομώνυμης γκαλερί του Αμβούργου. Θα παρουσιάσει και αυτός τη δουλειά μου λίγο αργότερα στη γκαλερί του. Το αεροπλάνο της επιστροφής μου είναι με αλλαγή στη Ρώμη. Στην πτήση αυτή δίπλα μου κάθεται η Eugenia Botti της Galleria Fontanella Borghese της Ρώμης. Το 1990 εκθέτω τα «Ρούχα» στη γκαλερί της.

Είκοσι χρόνια πριν παρουσιάζεις δουλειά σου στην Titanium του Αριστείδη Γιαγιάνου σε συνεργασία με την Μάγια Τσόκλη…

-Το 1991  στη Titanium του Αριστείδη Γιαγιάνου παρουσιάζω τη σειρά “Χαλιά 1” σε συνεργασία με την Μάγια Τσόκλη. Έργα ζωγραφικής, που με θεματολογία τα χαλιά τυπώθηκαν  σε ύφασμα όπου η Τσόκλη  δημιουργεί  γυναικεία ρούχα με μια επίδειξη-συνομιλία ζωγραφικής και μόδας. Η δουλειά αυτή παρουσιάζεται και στη Gloria της Λευκωσίας. Είναι η πρώτη μου ατομική στην Κύπρο.

Vicky Dracos Contemporary Art, γκαλερί με μεγάλη ιστορία.

-Είμαστε στο 1992 όπου γνωρίζω τη Βίκυ Δράκου της ομώνυμης Vicky Dracos Contemporary Art, PDR Studios. Εκθέτει τις ‘Σημαίες’ μου στα στούντιο της Columbia.

Η συνεργασία μας θα συνεχιστεί έως το 1997, όπου κλείνοντας πλέον τα σαράντα μου χρόνια, μου διοργανώνει πάρτι γενεθλίων σε γνωστό χώρο του Ψυχικού.  Το glamour και το  life style έχουν αρχίσει από καιρό να επικάθονται στο χώρο μας, με τα ελάχιστα συν και τα πολλά πλην. Ήταν τιμητικό αυτό που μου έκανε.

-Άλλες σημαντικές συνεργασίες.

-Το 1995 ξεκινώ την συνεργασία μου με την Γκαλερί Αργώ της Λευκωσίας του Κώστα Σερέζη, όπου και παρουσιάζω τα ‘Σπίτια 2’. Ακολουθεί το ‘Πάρτι’ στον Κρεωνίδη, στην Αθήνα, το 1998 στο Pantarei της Μαριλένας Βλατάκη στο Μπαλί, στη Galería Berruete Regoyos της Μαδρίτης, κ.α.

Τα ‘Σπίτια 2’ παρουσιάζονται στη Μορφή της Αθηνάς Ριαλά στη Λεμεσό και στο Σκορπιό της Βάσως Μπαταγιάννη στα Τρίκαλα.

Ακολουθούν τα ‘Sarong’, σε συνεργασία με τους Ασλάνη, Βαλέντε, Τσόκλη στον Κρεωνίδη και οι σειρές ‘Rosa Hybrida’, ‘Πλατεία Βάθη’, ‘Επιτοίχια’, ‘G8+?’, ‘Πλέγματα’, ‘Αστικά υλικά’, ‘Η άγνωστη χώρα’ έως το 2006 με παρουσιάσεις στη ΖΜ της Μάρως Λάγια στη Θεσσαλονίκη, στον Αστρολάβο της Αντωνίας Δημητρακοπούλου, στη Galerie Christina Karella, στην Πινακοθήκη Κυκλάδων, στην Chrysa Art Gallery της Μαρίας Σκλιοπίδου κ.α.

Από το 2008 έως το 2019 παρουσιάζονται οι ενότητες ‘Αστικές συμπεριφορές’ στην Έκφραση της Γιάννας Γραμματοπούλου, το ‘Αλκοόλ’ που μετά την Αθήνα ταξίδεψε στο Κίτο του Ισημερινού από την Αλεξάνδρα Κολλάρου, οι ‘Αστικές λεπτομέρειες’, τα ‘Χαλιά 2’ στη Genesis του Γιώργου Τζάνερη, το ‘Γεωγραφικό μήκος & πλάτος 24.5658/38.9068’ στο Πρίσμα του Πειραιά της Νατάσας Θωμάκου και τέλος η ‘Διακριτή περιοχή’ στη Genesis. Οι δουλειές αυτές εκτέθηκαν στη Δανία, Τουρκία, ΗΑΕ, Κύπρο, σε πολλές πόλεις της πατρίδας μας και Art Fairs.

-Περίοδος 1999-2008. Θεωρείς λογική εξέλιξη όλη αυτή την άνοδο της τέχνης;

-Θα ήθελα να σταθώ για λίγο στο  γεγονός ότι  όλη αυτή η περίοδος, έως την αρχή της οικονομικής κρίσης, η κατάσταση στη χώρα μας ήταν  ένα τσίρκο. Επίδειξη πλούτου από νέους ή παλαιούς πλούσιους, ισοπέδωση αξιών, βιασύνη και εγωπάθεια, έχουν συμπαρασύρει τα πάντα.

-Σύμφωνοι, αλλά εκείνη την εποχή τα έργα σου είχαν τεράστια ζήτηση και σε πολύ υψηλές τιμές. Δεν αισθανόσουν επιτυχημένος και χαρούμενος και εσύ όπως οι περισσότεροι εικαστικοί εκείνον τον καιρό;

-Κρίνοντας τον εαυτό μου, πριν πω κάτι για τους άλλους, βλέποντας τότε το είδωλο μου στον καθρέπτη, έβλεπα έναν νευρωτικό, αγχωμένο άνθρωπο, που χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποίησε την τότε εγχώρια εικαστική σκηνή για την επιβεβαίωση του στα πρότυπα γνωστού περιοδικού της εποχής.

Αυτό που πιστεύω έσωσε την κατάσταση, ήταν ότι ποτέ δεν θεώρησα την ζωγραφική μου κάτι σπουδαίο και τρανό, ούτε τον εαυτό μου ιδιαίτερης πνευματικής καλλιέργειας. Απλά το ζούσα με ευχαρίστηση, σε σχέση με άλλους συναδέλφους που κονταροχτυπιόνταν ποιος είναι σπουδαιότερος και μελλοντικό εθνικό κεφάλαιο.

Δυστυχώς ανοησίες ματαιόδοξων ενηλίκων, στην πλατεία του χωριού μας. Συμμέτοχοι σε εκείνη τη φούσκα ήταν οι περισσότερες από τις συνεχώς αυξανόμενες αριθμητικά γκαλερί, διάφοροι επιμελητές τέχνης και σίγουρα η πληθώρα των καλλιτεχνών, με τον τότε της μόδας προσδιορισμό ‘διεθνής’ και που με επιλεκτική μνήμη, αποστασιοποιούνται σήμερα των ευθυνών τους, όταν εγώ τους θυμάμαι συνωστισμένους στην πόρτα αυτού του τσίρκου. Απλά κάποιοι είχαν μπει και κάποιοι σπρώχνονταν για να μπουν.

Όσον αφορά στο διεθνές της εικαστικής υπόστασης, είναι το αποκορύφωμα του αρχοντοχωριατισμού, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων στη χώρα μας. Η δική μου “διεθνής” παρουσία είναι η Κύπρος.

Στις άλλες χώρες που εξέθεσα τη δουλειά μου εισέπραξα μεγάλη αγάπη και ανταπόκριση από τον κόσμο. Οι εκθέσεις αυτές δεν μπορούν όμως να στοιχειοθετήσουν τίποτε άλλο παρά την προσωπική μου μικροικανοποίηση, ότι, άντε! και κάτι μπορώ πέραν του Κολωνακίου. Δεν είναι διεθνής καριέρα. Απλά το λούστρο για να με θαυμάσουν περισσότερο κάποιοι.

-Θυμάσαι κάποιο αρνητικό σχόλιο που είχαν κάνει για σένα και σε στενοχώρησε;

 -Δύο γκαλερίστες σημαντικότατων χώρων, θυμάμαι τι μου είπαν πριν πολλά χρόνια. Εποχή των ντοσιέ.

Ο ένας στο Άμστερνταμ δείχνοντας του τις φωτογραφίες των έργων μου, ενθουσιάστηκε τόσο, ώστε να αρχίσει να μου εξηγεί πως οραματίζεται την έκθεση μου, στη γκαλερί του, νομίζοντας ότι είμαι Ρώσος από το μικρό μου όνομα. Όταν του διευκρίνισα ότι είμαι Έλληνας, σηκώθηκε κλείνοντας το ντοσιέ λέγοντας μου υποτιμητικά «we are not collaborate with artists from Μiddle Εast sir».

Η άλλη, γκαλερίστα στη Νέα Υόρκη, χώρου που για να μπορέσω να δει τη δουλειά μου και να κλείσω ραντεβού δεκαπέντε λεπτών διάρκειας, είχα βάλει μέσον μήνες πριν, κοιτώντας τις φωτογραφίες σιγά σιγά και μιλώντας μου πολύ περισσότερο του προγραμματισμένου χρόνου, κατέληξε  ” yes i’m interested. Yes, I want them. Welcome to Νew Υork”.

Mε ρώτησε που μένω. Της είπα Αθήνα. Kατάλαβα ότι το όνειρο τέλειωσε, όταν μου είπε, ότι με έδρα την Αθήνα δουλειά δεν γίνεται και ότι θα πρέπει να μετακομίσω στη Νέα Υόρκη, αν πράγματι κάτι θέλω να κάνω.

Και στους δύο είχα δείξει την σειρά “Ρούχα” το 1990. Και στις δύο περιπτώσεις φεύγοντας από τις γκαλερί έκλαιγα τόσο πολύ. Το θυμάμαι έντονα.

Παρηγοριά, η τόσο θετική στάση τους για τη δουλειά μου.

Έτσι αγάπησα πιο πολύ, αυτά που μπορώ να κάνω. Είμαι ευχαριστημένος για την ανταπόκριση, που έχει η δουλειά μου στον κόσμο, το ότι βιοπορίστηκα από αυτό, ώστε να μπορώ να ζήσω καλά, την αγάπη και την εκτίμηση που εισπράττω, πράγματα που είναι δώρο θεού, για έναν άνθρωπο με απλά, οργανωμένες δεξιότητες, όπως έλεγε και ο Jaime Muxart στη Βαρκελώνη.

Η νέα “φανταστική” αεροπορική εταιρεία  “Τιτάνια”, είναι το εικαστικό μου όχημα

-Τι πιστεύεις ότι στάθηκε αρωγός σου σε όλη αυτή την πορεία της δουλειάς σου;

 -Η τύχη και η επιμονή μου μάλλον με βοήθησαν, γιατί εκεί έξω, εδώ στην Ελλάδα, υπάρχουν ζωγράφοι, καλλιτέχνες, με δουλειές που ούτε στα όνειρα μου δεν μπορώ να προσεγγίσω.

Καριέρα έκανα και θα την συνεχίσω. Ζωγραφική έκανα με ειλικρίνεια και με ότι μπόρεσα. Έκανα όμως σπουδαία και συναρπαστική ζωή.

Στη φαντασία μου χρόνια πίσω σκεφτόμουν για το αεροπλάνο που θα είχε όνομα Ελληνικό και δεν θα χρειαζόταν η Λατινική γραφή για την διεθνή του υποστήριξη

-Μίλησε μας για την πρόσφατη δουλειά σου που παρουσιάζεις αυτόν τον καιρό στην Κύπρο.

-Θα αναφερθώ στη νέα συνεργασία μου με την Marginalia Gallery του Μίκη Αναστασιάδη στη Λευκωσία.

Τώρα τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο του 2021, που συμπληρώνω σαράντα χρόνια καριέρας, εκθέτω μία αναδρομή των τριών τελευταίων ενοτήτων της δουλειάς μου 2010-2020.

Αυτή είναι η 96η ατομική μου έκθεση & η 14η  στην Κύπρο, ενώ από το 2019 εξελίσσεται η νέα μου δουλειά με τίτλο ‘Τιτάνια’, και με προγραμματισμένη έκθεση το 2022 στη Genesis Gallery.

Bassilis Karakatsanis 2022, TITANIA

Το ταξίδι, ήταν πάντα στη ζωή μου μια κίνηση απελευθέρωσης ή και διαφυγής. Το αεροπλάνο σαν μέσο μεταφοράς με συγκινούσε πάντα περισσότερο, για την δυνατότητα του να με πάει σε μακρινούς προορισμούς, μέσα σε κάποιες ώρες. Πάντα στα αεροδρόμια κοιτούσα τα αεροπλάνα των διάφορων αεροπορικών εταιριών, τα χρώματα και τα λογότυπα τους. Στη φαντασία μου χρόνια πίσω σκεφτόμουν για το αεροπλάνο που θα είχε όνομα Ελληνικό και δεν θα χρειαζόταν η Λατινική γραφή για την διεθνή του υποστήριξη.

Οι Τιτάνες ήταν φυλή υπερφυσικών όντων της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, αποτελούμενη από ισχυρές θεότητες που γεννήθηκαν από τη Γαία και τον Ουρανό.

Η νέα “φανταστική” αεροπορική εταιρεία  “Τιτάνια”, είναι το εικαστικό μου όχημα, για προορισμούς, που ο καθένας μας για κάποιους λόγους, θέλει να βρεθεί.

Χαίρομαι γιατί με τούτο το παραμύθι περνάω αυτό το  διάστημα της πανδημίας, προσεγγίζοντας μέρη που έχω βρεθεί, αλλά κάτι με γυρίζει πίσω και μέρη που θέλω να δω και να τα ζήσω.

Ο Βασίλης Καρακατσάνης στην Marginalia Gallery στη Λευκωσία