Ιορδάνης Κοτζαϊβάζογλου: Εικαστικές Τέχνες στην Ελλάδα – Η πορεία προς ένα νεοδιαμορφούμενο τοπίο

Ο συλλέκτης Ιορδάνης Κοτζαϊβάζογλου με φόντο έργο του Γιώργου Ρόρρη, Ξαφνικό βλέμμα

Γράφει ο Ιορδάνης Κοτζαϊβάζογλου*

Η οικονομική κρίση του 2009 στην Ελλάδα έπληξε έντονα την εγχώρια αγορά των εικαστικών τεχνών μετά από τουλάχιστον μία δεκαπενταετία ραγδαίας ανόδου της. Είναι γεγονός ότι τόσο κατά την περίοδο της άνθισης, όσο κατά την περίοδο της επακολουθούμενης ύφεσης δημιουργήθηκαν πολλές ευκαιρίες, αλλά και στρεβλώσεις στην αγορά της τέχνης.

Έχω την πεποίθηση ότι στην αγορά των εικαστικών τεχνών στην Ελλάδα διαμορφώνεται ένα νέο τοπίο με πολλές αλλαγές σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο

Το τελευταίο διάστημα διαφαίνεται ότι η συγκεκριμένη αγορά αρχίζει σταδιακά να ανακάμπτει και επικρατεί ένα κλίμα συγκρατημένης αισιοδοξίας για το μέλλον. Ίδρυση νέων μουσείων, μεγαλύτερη δραστηριοποίηση των παλιότερων, εμφάνιση νέων γκαλερί, συχνότερες ομαδικές και ατομικές εκθέσεις καλλιτεχνών, αύξηση του φιλότεχνου κοινού, περισσότερες πωλήσεις έργων, άνοδος των τιμών κλεισίματος στις δημοπρασίες. Τουλάχιστον αυτή ήταν η κατάσταση πριν την εμφάνιση της πανδημίας του κορωνοϊού, που ενδέχεται να αντιστρέψει αυτήν την θετική πορεία.

Αχιλλέας Δρούγκας, Κεριά, Κων. Καβάφης από τη Συλλογή Ιορδάνη Κοτζαιβάζογλου

Πολλοί ισχυρίζονται ότι η ανάκαμψη της αγοράς θα επαναφέρει σταδιακά την κατάσταση στην προ κρίσης περίοδο. Προσωπικά δεν το πιστεύω. Αντίθετα έχω την πεποίθηση ότι στην αγορά των εικαστικών τεχνών στην Ελλάδα διαμορφώνεται ένα νέο τοπίο με πολλές αλλαγές σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Κρίνω μάλιστα ότι οι αλλαγές αυτές θα επηρεάσουν σημαντικά όλους τους εμπλεκόμενους, δηλαδή καλλιτέχνες, γκαλερίστες, επιμελητές κτλ.

Κατά τη γνώμη μου, τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά αυτού του νεοδιαμορφούμενου τοπίου θα μπορούσαν να διακριθούν στα εξής πέντε σημεία:

Μανώλης Χάρος, άτιτλο από τη Συλλογή Ιορδάνη Κοτζαιβάζογλου

Η εμφάνιση του καλλιτέχνη-μάνατζερ

Παλιότερα οι καλλιτέχνες ασχολούνταν (ή έδιναν την εντύπωση ότι ασχολούνταν) σχεδόν αποκλειστικά με την τέχνη τους: oι ζωγράφοι με τη ζωγραφική, οι γλύπτες με τη γλυπτική κοκ. Με την προώθηση, το μάνατζμεντ, τις πωλήσεις και όλα αυτά ασχολούνταν άλλοι, οι οποίοι συνήθως ήταν οι γκαλερίστες, οι επιμελητές και οι κριτικοί τέχνης.

Οι καλλιτέχνες το πολύ την γκαλερί ή τις ομαδικές εκθέσεις που θα συμμετάσχουν να επέλεγαν, σε κάποιες εκδηλώσεις να πηγαίναν και κάποιες σημαντικές γνωριμίες να έκαναν στο πλαίσιο των δημοσίων σχέσεων. Θυμάμαι, πριν από αρκετά χρόνια, είχαμε συζητήσει με υπεύθυνους κάποιου εικαστικού φορέα για την πιθανότητα διεξαγωγής κάποιων σεμιναρίων μάρκετινγκ και μάνατζμεντ σε καλλιτέχνες. Αν και κάποιοι ήταν ιδιαίτερα θετικοί, οι περισσότεροι, κυρίως οι υπεύθυνοι που ήταν καλλιτέχνες, αντέδρασαν αρνητικά. «Αν είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο, ο καλλιτέχνης πρέπει να ασχολείται με την τέχνη του και μόνο με αυτήν», απάντησαν. Φυσικά κάθε περαιτέρω συζήτηση διακόπηκε. Η διεξαγωγή ενός τέτοιου σεμιναρίου φαινόταν στα μάτια τους ως ιεροσυλία!

Ο επιτυχημένος εικαστικός οφείλει να παραμένει κυρίως καλλιτέχνης, αλλά ταυτόχρονα να ενεργεί, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, και ως μάνατζερ

Όμως νομίζω ότι εκ των πραγμάτων γίνεται ολοένα και περισσότερο αντιληπτό ότι, ήδη από τώρα και στο μέλλον πολύ περισσότερο, ο επιτυχημένος εικαστικός οφείλει να παραμένει κυρίως καλλιτέχνης, αλλά ταυτόχρονα να ενεργεί, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, και ως μάνατζερ. Μάνατζερ του εαυτού του. Θα πρέπει να φροντίζει για την προώθηση της δουλειάς του πολύ περισσότερο απ’ ότι στο παρελθόν, να αναζητά συνεργασίες, να επιλέγει εκθέσεις, μουσεία και γκαλερί, να προβάλλει τα έργα του, να μιλά και να γράφει γι’ αυτά, να φροντίζει για την εικόνα του. Και φυσικά να έχει παρουσία στο διαδίκτυο γενικά και συγκεκριμένα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Μιχάλης Μακρουλάκης, Θάλασσα από τη Συλλογή Ιορδάνη Κοτζαιβάζογλου

Στη σημερινή εποχή, αν δεν υπάρχεις στο διαδίκτυο, δεν υπάρχεις γενικώς. Οπωσδήποτε προκύπτει το ερώτημα, μπορεί ένας καλλιτέχνης που συχνά έχει μια ιδιαίτερη ιδιοσυγκρασία και προσωπικότητα να ανταποκριθεί σε όλα αυτά; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι, θα πρέπει όμως να αναλάβει μεγάλο μέρος της δουλειάς αυτής ή ίσως να αναθέσει το έργο αυτό σε κάποιον ειδικό.

Η πτώση της παντοδυναμίας των γκαλερί

Για περίπου μισό αιώνα στην Ελλάδα, οι γκαλερί αποτελούσαν το σημαντικότερο, σχεδόν το αποκλειστικό μέσο προβολής και καταξίωσης των ζώντων καλλιτεχνών. Αυτό βεβαίως, ως γνωστόν, ίσχυε για περισσότερο από έναν αιώνα και στις υπόλοιπες δυτικές χώρες, ειδικά σε αυτές με παράδοση στις εικαστικές τέχνες. Οπωσδήποτε, όλα αυτά τα χρόνια οι γκαλερί προσέφεραν πάρα πολλά στον χώρο της τέχνης και στους καλλιτέχνες, πράγματα γνωστά, που δεν θα ήθελα να επαναλάβω.

Όμως η παντοδυναμία των γκαλερί και των επαγγελματιών γύρω από αυτές δημιουργούσε πολλές φορές στρεβλώσεις στο χώρο της τέχνης. Κυρίως αναφέρω την εμπορευματοποίηση της τέχνης, την συχνή επιβολή ασήμαντων έργων και καλλιτεχνών, και βεβαίως τη δημιουργία ανισοβαρών σχέσεων μεταξύ γκαλεριστών και καλλιτεχνών, με τους πρώτους αρκετές φορές να εκμεταλλεύονται τη θέση ισχύος τους εις βάρος των δεύτερων, ειδικά των νεότερων ή των άγνωστων. Δεν θυμάμαι ποιος είχε πει, «γνωρίζω πολλούς φτωχούς καλλιτέχνες, δεν γνωρίζω όμως ούτε έναν φτωχό γκαλερίστα».

Έργο Ειρήνης Κανά – Φύγε απ’ τον ουρανό- Συλλογή Ι.Κοτζαιβάζογλου

Ιδιαίτερα μετά την ραγδαία άνοδο των εικαστικών τεχνών στην Ελλάδα και κυρίως κάποια χρόνια πριν την κρίση του 2009, το φαινόμενο εντάθηκε. Εμφανίστηκαν αρκετοί «επαγγελματίες» που «μυρίστηκαν λεφτά» με σχεδόν αποκλειστικό σκοπό να αποκομίσουν όσο το δυνατόν περισσότερα οικονομικά οφέλη από τέχνη, χωρίς να ενδιαφέρονται για το τι θα προσφέρουν σε αυτήν, ως όφειλαν. Εκμεταλλευόμενοι τη δύναμη τους, την άγνοια του κοινού, αλλά πολλές φορές και με τη συνεργασία μερίδας καλλιτεχνών, πίεζαν τους καλλιτέχνες για εύπεπτα και αναγνωρίσιμα έργα, προωθούσαν έργα χαμηλής εικαστικής αξίας και καλλιτέχνες με μεγάλη παραγωγή. Πολλοί επαγγελματίες, γκαλερί, επιμελητές και τεχνοκριτικοί, μάλλον δεν αντιλαμβάνονταν το ρόλο που διαδραμάτιζαν στην εν γένει προώθηση και προβολή του σύγχρονου εικαστικού πολιτισμού της χώρας.

Για μένα, την πρώτη θέση για την καταξίωση ενός καλλιτέχνη την έχουν τα μουσεία, δημόσια και ιδιωτικά

Έχω την πεποίθηση ότι η εποχή αυτή έκλεισε ανεπιστρεπτί για τις γκαλερί. Δεν ισχυρίζομαι ότι αυτές θα εξαφανιστούν τα επόμενα χρόνια. Αντιθέτως, θα εξακολουθούν να είναι απαραίτητες, ειδικά αν καταφέρουν να ανταποκριθούν με επιτυχία στην νέα πραγματικότητα. Γιατί έχω την εντύπωση ότι έχει αλλάξει ήδη τόσο η θέση, όσο και η σημασία τους στην αγορά της τέχνης, έστω κι αν αυτό αρκετοί δεν θέλουν να το συνειδητοποιήσουν.

Η συμμετοχή του καλλιτέχνη σε μια καταξιωμένη και προβαλλόμενη ιδιωτική συλλογή, και μάλιστα με όσο το δυνατόν περισσότερα έργα, είναι πολύ σημαντική για την καταξίωσή του

Μανώλης Χάρος – Συλλογή Ι.Κοτζαιβάζογλου

Πλέον οι γκαλερί δεν αποτελούν ούτε το σχεδόν αποκλειστικό, ούτε καν το σημαντικότερο μέσο προβολής και προώθησης των καλλιτεχνών. Για μένα, την πρώτη θέση για την καταξίωση ενός καλλιτέχνη την έχουν τα μουσεία, δημόσια και ιδιωτικά. Ανέκαθεν την είχαν, αλλά ήταν λίγα και δεν είχαν τόσο μεγάλη δύναμη άσκησης επιρροής. Συνήθως έδιναν έμφαση σε εκθέσεις παλιότερων καλλιτεχνών, ήδη καταξιωμένων, συχνά εκλιπόντων, δεν είχαν τόσες δράσεις, ούτε χρησιμοποιούσαν το διαδίκτυο για την προβολή των έργων τους. Ο κόσμος δεν γνώριζε πολλά από τα έργα που κατείχαν τα ελληνικά μουσεία εικαστικών τεχνών. Σήμερα όμως τα δεδομένα άλλαξαν και στο μέλλον θα αλλάξουν ακόμα περισσότερο. Νούμερο ένα λοιπόν για μένα είναι τα μουσεία.

Σήμερα οι συλλέκτες αποτελούν σημαντικούς διαμορφωτές και καθοδηγητές γνώμης στον χώρο της τέχνης

Νούμερο δύο, πιστεύω ότι πλέον έρχονται οι συλλέκτες, η συμμετοχή δηλαδή κάποιου καλλιτέχνη σε μια καταξιωμένη και προβαλλόμενη ιδιωτική συλλογή, και μάλιστα με όσο το δυνατόν περισσότερα έργα. Όταν ένας γνωστός συλλέκτης επιλέγει έργα ενός καλλιτέχνη, οπωσδήποτε προκαλεί το ενδιαφέρον των φιλότεχνων, των γκαλεριστών, ακόμα και των επιμελητών των μουσείων. «Ποιος είναι αυτός ο καλλιτέχνης που ο τάδε σημαντικός συλλέκτης έχει έργα του και μάλιστα τόσο πολλά;» φαίνεται να αναρωτιούνται.

Εμμανουήλ Μπιτσάκης, Out of the city

Σήμερα οι συλλέκτες αποτελούν σημαντικούς διαμορφωτές και καθοδηγητές γνώμης στον χώρο της τέχνης. Δυστυχώς την περίοπτη αυτή θέση τους φαίνεται ότι αρχίζουν να την εκμεταλλεύονται τόσο τα μουσεία, όσο και οι συλλέκτες, Μεγάλο ζήτημα, που δεν θα ήθελα να επεκταθώ στο παρόν άρθρο.

Επίσης, η εμφάνιση των διαδικτύου και ειδικά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μειώνει έτι περαιτέρω τη δύναμη των γκαλερί και των παραδοσιακών εμπλεκομένων. Η επικοινωνία καλλιτέχνη και κοινού είναι πλέον σε μεγάλο βαθμό αδιαμεσολάβητη.

Τάσος Μαντζαβίνος, Αυτοπροσωπογραφία

Μ’ έναν καλό ιστότοπο, το Instagram και το Facebook, οι καλλιτέχνες έχουν τη δυνατότητα να προβάλλουν την πορεία, τα έργα και τις διακρίσεις τους, να ανταλλάσσουν τακτικά απόψεις και σκέψεις με το φιλότεχνο κοινό, το κοινό να τους γνωρίσει, ακόμα και να τους αγαπήσει και να γίνουν φίλοι εξ αποστάσεως.

Οι γκαλερί λοιπόν πιστεύω ότι έχουν μπει ήδη σε μια φάση παρατεταμένης κρίσης. Είναι βέβαια οξύμωρο ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση του αριθμού τους, θα δούμε πόσες και πώς θα επιβιώσουν στο μέλλον.

Δυστυχώς, αρκετές από αυτές εξακολουθούν να επιθυμούν να λειτουργούν με το νοσηρό σκεπτικό που περιέγραψα παραπάνω, με κάποιες παραλλαγές. Αν με ρωτάτε τι θα πρέπει να κάνουν για να ξεπεράσουν την κρίση, είναι αλήθεια ότι μόνο κάποιες ιδέες έχω να σας αναφέρω. Όχι όμως ολοκληρωμένη πρόταση, γιατί νιώθω ότι διανύουν μια μεταβατική περίοδο και στο μέλλον θα φανεί το νέο σημείο ισορροπίας.

Ξέρω ωστόσο σίγουρα τι δεν πρέπει να κάνουν: να εξακολουθούν να λειτουργούν όπως πριν. Πιστεύω ότι θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν τον νέο τους ρόλο, να μειώσουν σημαντικά τα περιθώρια κέρδους τους, να αναλάβουν ρίσκα, να υποστηρίξουν σε μακροχρόνια βάση και ουσιαστικά τους καλλιτέχνες που προωθούν στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, και κυρίως να προτείνουν σημαντικές εκθέσεις και σημαντικά έργα, και να εκπαιδεύσουν το κοινό στις εικαστικές τέχνες υψηλής ποιότητας. Αυτό προϋποθέτει μεταξύ άλλων ότι θα κερδίσουν την εμπιστοσύνη των καλλιτεχνών και του φιλότεχνου κοινού. Και από εκεί πρέπει να ξεκινήσουν: από την οικοδόμηση εμπιστοσύνης.

Εδουάρδος Σακαγιάν, Ο κλαρινετίστας

Η άνοδος ενός νέου αγοραστικού κοινού

Η οικονομική ευμάρεια των δεκαετιών του 1990 και 2000, έστω και πλασματική, οδήγησε πολλούς Έλληνες που είχαν μικρή ή καθόλου σχέση με τα εικαστικά να αγοράσουν έργα τέχνης. Άνθρωποι με σχετική καλλιέργεια που επισκέπτονταν μουσεία κυρίως στο εξωτερικό, επιθυμούσαν να αγοράσουν ορισμένα έργα, από αγάπη για την τέχνη, για να διακοσμήσουν το σπίτι τους. Άλλοι όμως, εκτιμώ οι περισσότεροι, επιδίωκαν την αγορά έργων για λόγους κυρίως προβολής. Μη έχοντας το κατάλληλο υπόβαθρο, συχνά έπεφταν θύματα επιτήδειων, αγόραζαν πλαστά, τα οποία τα αντιλαμβάνονταν ως μεγάλη ευκαιρία.

Στην καλύτερη περίπτωση, είτε αναζητούσαν την υπογραφή του καλλιτέχνη, αδιαφορώντας για την ποιότητα του έργου, είτε επιθυμούσαν έργα εύκολα αναγνωρίσιμα ακόμα και από ανίδεους, ώστε να εντυπωσίαζαν τον κοινωνικό τους περίγυρο και να αποκτήσουν αίγλη. Γιατί για πολλούς το κρέμασμα έργων τέχνης στο σπίτι ή το γραφείο δεν είναι απλώς μια εξαιρετική διακοσμητική επιλογή, είναι κι ένα μέσο κοινωνικής καταξίωσης.

Το τοπίο της αγοράς τέχνης όπως είχε διαμορφωθεί τότε, εκτόξευσε τις τιμές. Πολλοί, όχι άδικα, έκαναν λόγο για φούσκα. Το χειρότερο ωστόσο για μένα ήταν ότι μείωσε το μέσο όρο της ποιότητας των παραγόμενων έργων. Ακόμα και σημαντικοί καλλιτέχνες έπεσαν στην παγίδα της μεγάλης ζήτησης και του εύκολου πλουτισμού. Έργα γρήγορα στην παραγωγή, χωρίς «ψυχή», επιπόλαια ζωγραφισμένα, εύκολα αναγνωρίσιμα. Άλλαζαν λίγο τα χρώματα, η πόζα, η σύνθεση και τα συμπληρωματικά στοιχεία, και το έργο ήταν έτοιμο προς πώληση. Αυτό ήθελε ο κόσμος, αυτό πουλούσαν οι γκαλερί, αυτό παρήγαγαν οι καλλιτέχνες.

Μετά ωστόσο το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, οι αγοραστές αυτοί στην πλειοψηφία τους εξαφανίστηκαν. Αυτοί που έμειναν είχαν σε μεγάλο βαθμό ωριμάσει. Ζητούσαν ποιοτικότερα έργα. Στην αγορά εμφανίστηκαν πολλά έργα, μερικά από αυτά σπουδαία, σε πολύ χαμηλότερες τιμές. Επικράτησε η άποψη ότι αν ο αγοραστής κάνει υπομονή, θα βρει πολύ καλά έργα σε πραγματικά χαμηλές τιμές σε σχέση με της ήδη μειωμένες της αγοράς. Οι αγοραστές λοιπόν, αυτοί οι λίγοι που απέμειναν μετά το ξέσπασμα της κρίσης, έγιναν ολοένα και πιο απαιτητικοί τόσο στην ποιότητα των έργων, όσο και στις τιμές. Από τον κακομαθημένο καλλιτέχνη στη δεκαετία του 2000 μεταπηδήσαμε στον κακομαθημένο αγοραστή στη δεκαετία του 2010.

Με τη χώρα σταδιακά να φαίνεται να βγαίνει προς το παρόν από την οικονομικό τέλμα (επαναλαμβάνω ότι η ύφεση που θα προκαλέσει η πανδημία του κορονοϊού είναι το μεγάλο ερώτημα), πολλαπλασιάζονται οι φιλότεχνοι και εμφανίζονται νέοι αγοραστές, δημιουργείται δηλαδή ένα νέο κοινό, το οποίο όμως δεν έχει τα χαρακτηριστικά του παρελθόντος. Το νέο κοινό έχει πολύ περισσότερες παραστάσεις, ερεθίσματα και, βεβαίως, πρόσβαση στην πληροφόρηση. Στην πλειοψηφία τους οι άνθρωποι αυτοί είναι αρκετά καλά ενημερωμένοι, πηγαίνουν σε εκθέσεις, παρακολουθούν τέχνη στο διαδίκτυο, γνωρίζουν τις τιμές ακόμα και στην παγκόσμια αγορά, γενικώς αυτό που λέμε «ψάχνονται», δεν είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν το φθηνό έργο ακριβά. Αντίθετα, συνήθως αναζητούν το ακριβό έργο φθηνά.

Η διεθνοποίηση της αγοράς

Τις προηγούμενες δεκαετίες, οι εικαστικές τέχνες στην Ελλάδα ουσιαστικά είχαν «σύνορα». Οι Έλληνες καλλιτέχνες, με ελάχιστες εξαιρέσεις, απευθύνονταν αποκλειστικά στην ελληνική αγορά και οι Έλληνες φιλότεχνοι αγόραζαν σχεδόν αποκλειστικά Έλληνες καλλιτέχνες. Για την ακρίβεια, και να ήθελαν, ήταν πάρα πολύ δύσκολο να αγοράσουν σημαντικά έργα ξένων καλλιτεχνών, διότι δεν είχαν πρόσβαση σε αυτά. Όμως, ως γνωστόν, εδώ και δεκαετίες ο πλανήτης μας έχει γίνει ένα «παγκόσμιο χωριό». Η διεθνοποίηση της ελληνικής αγοράς τέχνης θα είναι κατά τη γνώμη μου αναπόφευκτη στο εγγύς μέλλον. Μάλιστα, το φαινόμενο αυτό ήδη έχει ξεκινήσει και δεν είναι πρωτόγνωρο στο χώρο των τεχνών. Το βιώνουμε εδώ και πολλές δεκαετίες σε άλλες τέχνες, όπως τον κινηματογράφο και τη μουσική. Αναμένω λοιπόν ότι τα επόμενα χρόνια το ενδιαφέρον του ελληνικού κοινού και των εμπλεκομένων στην τέχνη θα στραφεί και σε καλλιτέχνες και έργα του εξωτερικού. Μεγάλες γκαλερί στην Αθήνα, την Θεσσαλονίκη και τα νησιά ήδη έχουν ξεκινήσει να προμοτάρουν και να πουλάνε ξένους καλλιτέχνες.

Ο ανταγωνισμός συνεπώς για τους Έλληνες καλλιτέχνες διαβλέπω να εντείνεται κι από συναδέλφους τους του εξωτερικού. Και μάλιστα είναι σύνηθες φαινόμενο παγκοσμίως, οι ισχυρές οικονομικά χώρες να επικρατούν έναντι των λιγότερο δυνατών όχι μόνο στα προϊόντα και τις υπηρεσίες, αλλά και στον πολιτισμό. Το συγκεκριμένο φαινόμενο συχνά αποκαλείται ως «πολιτιστικός ιμπεριαλισμός» και οπωσδήποτε αποτελεί ένα πρόβλημα για τους Έλληνες καλλιτέχνες. Όμως προσωπικά θα ήθελα να τονίσω την θετική του πλευρά. Η διεθνοποίηση επιτρέπει και στους Έλληνες εικαστικούς να απευθυνθούν στη διεθνή αγορά. Πρόκειται δηλαδή ταυτόχρονα για απειλή και ευκαιρία. Εγώ πιστεύω στο ταλέντο των Ελλήνων εικαστικών και στην καλλιτεχνική τους επάρκεια. Έχουμε τη δυνατότητα να εξάγουμε ελληνική τέχνη με επιτυχία. Χρειάζεται όμως πολλή προσπάθεια από τους ίδιους και μεγάλη στήριξη από την Πολιτεία και τους αρμόδιους φορείς, τα μουσεία, τις γκαλερί και όλους τους εμπλεκόμενους.

Θέλω να είμαι αισιόδοξος για το μέλλον της ελληνικής τέχνης

Πέτρος Ζουμπουλάκης, Κων. Καβάφης, Εν τω μηνί Αθύρ – Συλλογή Ιορδάνη Κοτζαϊβάζογλου

Η δημιουργία σημαντικών εικαστικών έργων

«Οι κρίσεις γεννάνε κροίσους» έλεγε ο Αριστοτέλης Ωνάσης αναφερόμενος φυσικά στο χώρο της οικονομίας. «Οι κρίσεις γεννάνε σπουδαία έργα», ισχυρίζομαι προσωπικά για τις εικαστικές τέχνες, παραφράζοντας τον Έλληνα κροίσο.

Πιστεύω ότι στο νέο αυτό τοπίο που διαμορφώνεται, οι Έλληνες καλλιτέχνες είναι σχεδόν «αναγκασμένοι» να παράξουν σημαντικά έργα. Έργα με κόπο, ευαισθησία και προπάντων, αυτό που λέμε στο χώρο, «ψυχή». Οι δημιουργοί των εύκολων έργων τελείωσαν, πλέον ανήκουν στο παρελθόν, δεν έχουν πολλές ελπίδες να ξεχωρίσουν τέτοιοι καλλιτέχνες στην νέα εποχή. Νομίζω ότι και μέσα στην κρίση, οι καλλιτέχνες που διακρίθηκαν, ήταν αυτοί που έκαναν έργα με μεγάλη προσπάθεια, αφοσίωση και ειλικρίνεια. Και έγιναν αρκετά σπουδαία έργα. Γιατί είχαν αυτό το σκεπτικό ως δημιουργοί ή αναγκάστηκαν από τις συνθήκες να βάλουν τα δυνατά τους. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες των εύκολα επαναλαμβανόμενων έργων παραγκωνίστηκαν.

«Ο ζωγράφος ζωγραφίζει ό,τι πουλάει. Ο καλλιτέχνης πουλάει ό,τι ζωγραφίζει»

Πικάσσο

Αυτή νομίζω ότι είναι η «συνταγή» της επιτυχίας που θα πρέπει να ακολουθήσουν οι Έλληνες εικαστικοί στο μέλλον. Όχι μόνο ταλέντο, αλλά και πολλή δουλειά, συνεχής αναζήτηση, έργα φτιαγμένα με μεράκι, που πρωτίστως εκφράζουν τους ίδιους. Ο καλλιτέχνης θα πρέπει να δρα ως πνευματικός και πολιτιστικός ηγέτης, να ξέρει πότε να ακολουθεί τις επιθυμίες του αγοραστικού κοινού και πότε να το κατευθύνει εκεί που πιστεύει αυτός ότι θα πρέπει να πάει. Να έχει το θάρρος να δημιουργεί και να προτείνει. «Ο ζωγράφος ζωγραφίζει ό,τι πουλάει. Ο καλλιτέχνης πουλάει ό,τι ζωγραφίζει» είχε πει –πολύ ορθά- ο Πικάσο.

Ο καλλιτέχνης του αύριο οφείλει να είναι ειλικρινής, να κάνει έργα με κατάθεση ψυχής. Σε μια εποχή όπου η εννοιολογική τέχνη κυριαρχεί, η «ιδέα» είναι πολύ σημαντική. Όμως δεν αρκεί από μόνη της. Χρειάζεται και το αποτέλεσμα να αγγίζει το κοινό, η δημιουργία να έχει μια αισθητική, μια εικαστικότητα.

Αντώνης Τιτάκης, Άτιτλο

Στη σημερινή εποχή ο καλλιτέχνης έχει πάρα πολλούς τρόπους για να εκφραστεί. Όμως κάθε μορφή έκφρασης θα πρέπει να έχει ως κοινό παρονομαστή την ιδέα και την ποιότητα του εικαστικού έργου.

Προσωπικά, θέλω να είμαι αισιόδοξος για το μέλλον της ελληνικής τέχνης. Γιατί γνωρίζοντας ο ίδιος καλά τους περισσότερους Έλληνες καλλιτέχνες, πιστεύω πολύ στις δυνατότητές τους. Γιατί έχω την αίσθηση ότι η ιστορία των χιλιάδων χρόνων σπουδαίας τέχνης στον τόπο αυτόν έχει περάσει στο DNA του Έλληνα, καλλιτέχνη και φιλότεχνου, και με αυτή λειτουργεί. Γιατί νιώθω ότι το ελληνικό φως, το ελληνικό τοπίο, η καθημερινότητα του Έλληνα μπορούν να εμπνεύσουν. Χρειάζεται βέβαια την ουσιαστική αρωγή όλων των εμπλεκομένων και κυρίως της Πολιτείας και των φορέων της, που οφείλουν να πιστέψουν και να υποστηρίξουν εμπράκτως την παραγωγή ελληνικού εικαστικού πολιτισμού.

Γιώργος Ρόρρης, Νυχτερινή εκπομπή από τη Συλλογή Ιορδάνη Κοτζαιβάζογλου
Στέφανος Δασκαλάκης, Η Άντα με μπλουτζίν

*Ο Ιορδάνης Κοτζαϊβάζογλου είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Επικοινωνίας και Δημοσίων Σχέσεων Διεθνούς Πανεπιστημίου της Ελλάδος

Οι φωτογραφίες είναι από τα έργα της Συλλογής Ιορδάνη Κοτζαϊβάζογλου