«Επιστροφή στο μέλλον» ένα κριτικό κείμενο για την Κατερίνα Έσσλιν

Κατερίνα Έσσλιν: «Γαμ.» - Μυθιστορήματα ενός λεπτού, εκδ. Απόπειρα, Αθήνα, 2013.

Η Κατερίνα Έσσλιν δεν ξέρουμε αν είναι απόψε εδώ μαζί μας. Γεννήθηκε, ναι ναι, αλλά κατά τα φαινόμενα, και σύμφωνα με διάφορες μη επιβεβαιώσιμες πληροφορίες. Αυτές οι πληροφορίες πιθανολογούν ότι μπορεί – και ίσως – να την αναγνωρίσουμε κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Σάββατο από το χαρακτηριστικό κόκκινο κραγιόν της, που όμως δεν έχουμε αντικρύσει ποτέ.

Απόψε είναι Παρασκευή, για να δούμε θα εμφανιστεί από κάποια ροζ έκρηξη του πι, του ι που ενίοτε δεν προφέρεται και καθόλου;

Στεφανία Κωστοπούλου

Γράφει η Στεφανία Κωστοπούλου

Ας την αναζητήσουμε στο χωροχρόνο ξεκινώντας από τα τεκμήρια της φασματικής ιδιοσύστατης ύπαρξής της. Τα βιβλία της «Ο μισός βέσπα», «Γαμ.» και «32 Δεκεμβρίου» από τις εκδόσεις Απόπειρα καθώς και το πολύ ενδιαφέρον blog που διατηρεί από το 2008 υπό τον τίτλο Esslin-Esslin eisai edo μαρτυρούν μία αινιγματική συγγραφική ταυτότητα που σκοπό έχει αν όχι να διασπάσει, τουλάχιστον να διαπεράσει κάθε όριο προκατάληψης οδηγώντας μας σε ένα επίπεδο ευρύτατης ανοιχτότητας.

Η Έσσλιν πετάει το γάντι στο χρόνο, στη στιγμή, προκαλώντας μας να συγκεντρωθούμε σε ό,τι βλέπουμε, αγγίζουμε, γευόμαστε, σκεφτόμαστε και με αυτό τον τρόπο να το δούμε να μεταμορφώνεται, να μεταλλάσσεται και να παίρνει μία όψη φανταστική ή ακόμα και φαντασμα – τική.

Το δεύτερο κατά σειρά βιβλίο της «Γαμ.» αποτελείται από 24 μυθιστορήματα του ενός λεπτού, τα οποία φαινομενικά δεν παρουσιάζουν καμία νοηματική συνέχεια μεταξύ τους. Αυτό συμβαίνει για το λόγο ότι και τα 24 είναι καρφωμένα και συγκεντρωμένα στη στιγμή που «περιγράφουν», «φαντασιώνουν» και «ζουν». Άλλωστε, η κάθε στιγμή, φάση ή κατάσταση είναι τόσο διαφορετική η μία από την άλλη, όσο και τα μυθιστορηματικά λεπτά της Έσσλιν.

Το πρώτο μυθιστορηματικό λεπτό της συλλογής ενθρονίζεται στο χώρο, κάπου ακριβώς μέσα στην Αθήνα και το Λονδίνο, δηλαδή, στο γνωστό σε όλους μας «Αθίνο». Η Έσσλιν καταργεί κάθε ίχνος χωροχρονικότητας ήδη από το πρώτο λεπτό και συγχρόνως εξαϋλώνει κάθε είδους ορισμένης ταυτότητας γράφοντας:

«Με λένε Έλενα. My name is John. Και ζω στην Αθήνα. And I live in London. Γνώρισα τον John μια Παρασκευή που είχα αργήσει να ξυπνήσω και δεν πρόλαβα την πτήση μου. Πήρα την επόμενη. Helena was sitting next to me during the flight, even though my original seat was 14B».

Η εναλλαγή των προσώπων όπως παρουσιάζεται εδώ, θα μπορούσε σε κινηματογραφικό επίπεδο, να αποτελεί τον φακό από όπου ο σκηνοθέτης επιλέγει να προβάλει τους πρωταγωνιστές στον θεατή. Η γραπτή απεικόνιση μίας τέτοιας «προβολής» οδηγεί στην ενότητα των προσώπων και στο γεγονός ότι το εγώ είμαι εσύ και είσαι εσύ που νομίζεις ότι είμαι εγώ. Η κατάργηση του εγώ διαφαίνεται μέσα από τα λόγια των ηρώων – πρωταγωνιστών τα οποία ανοίγονται περνώντας από καλειδοσκοπική μορφοποίηση καταλήγοντας στο βάθος, όπου κανείς δεν υπάρχει αυτό – οριζόμενος.

Στο «Αγγελική Πατέρα» η μητέρα ενσαρκώνει πολλά πρόσωπα και ονόματα μαζί, χωρίς ουσιαστικά να είναι κανένα από αυτά και συγχρόνως να είναι όλα, γράφει: «δεν είμαι η Αγγελική Πατέρα, δεν είμαι η Αγγελική Πατέρα, φυσικά και δεν είμαι η Αγγελική η Μητέρα, είμ…είμαι…είμαι η…είμαι η Ασπασία Βέργου, είμαι η Νίκη Ιωάννου, είμαι η Μαργαρίτα Στέγγου, είμαι η Κατερίνα Παππά, είμαι η Δήμητρα Παύλου, η Νίκη Αγοραστού, η Ελευθερία Βενιεράκη, φυσικά, και, δεν, είμαι, η, Αγγελική, Μητέρα, είμαι ανήλικο αγόρι, δεν το καταλαβαίνετε στη φωνή μου; είμαι άντρας, γράφτε το, είμαι άντρας, είμαι ο Νίκος Αποστόλου, είμαι ο Γιάννης ο Απέργης, είμαι εσείς, είμαι… εσείς… ποιος είστε εσείς; έχετε γιό εσείς; Εσείς είμαι…».

Η αλληλοσύνδεση που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος με έναν άλλον, στα μυθιστορήματα του ενός λεπτού της Κατερίνας Έσσλιν, φέρει τα χαρακτηριστικά επανερχόμενων ζωών, όπως ήδη ανέφερα, ή/και συγχρονικής σχέσης, μάλιστα όπως σημειώνει «κάθε φορά που τρώω σοκολάτα, ο υπάλληλος του απέναντι βιντεοκλάμπ παχαίνει κατά 4 κιλά. » ή αλλού «γνωρίζω εξήντα γυναίκες που τις έχουν βαφτίσει Φίλιππο – Ραφαήλ».

Ο μόνος τρόπος που κάνει τη ζωή και όλα της τα στοιχεία να υπάρξουν είναι η συγκέντρωση στις αισθήσεις και στο συνδυασμό τους με τη φαντασία μας. Σε αυτό το σημείο αποκαλύπτεται η πραγματικότητά μας, η συγγραφέας γράφει «The old lady started looking twenty years younger after that particular smile of Helena invaded her skin. This is what I want in life, I said to myself. Eternal youth». Η αιώνια νεότητα έρχεται όταν είσαι άχρονος, όταν είσαι εδώ και ουσιαστικά γνωρίζεις ότι δεν είσαι πουθενά, ή ότι απλώς είσαι ένα μικρό σημείο στο συμπαντικό σχέδιο.

Τώρα! Αυτή τη στιγμή, σε αυτή την πτήση! Όλα μπορούν να συμβούν ανεπιστρεπτί γι’ αυτό ίσως αυτή η πτήση να κρατήσει παραπάνω από το κανονικό, γράφει «Όταν ο πιλότος άρχισε να δίνει πληροφορίες για το υψόμετρο και τη διάρκεια του ταξιδιού, ήμουν σίγουρη ότι είχα ακούσει πως πετούσαμε στο ύψος του φεγγαριού και πως θα προσγειωνόμασταν στο Χίθροου σε περίπου δέκα χρόνια και μισή ώρα».

Η Έσσλιν εφευρίσκει τρόπους να αισθάνεται κάθε σημείο της άχρονης ύπαρξής της μέσω της εσωτερικής συγκέντρωσης η οποία όμως, δεν έχει καμία στοχοθεσία, δεν οδηγεί κάπου με αυστηρότητα. Η ζωή της επιτελεί ένα μικρό συμπαντικό σκοπό και η ίδια δεν τον εμποδίζει με κανέναν τρόπο. Με την άχρονη και άτοπη ζωή που η συγγραφέας αναμετράται, το εδώ θα μπορούσε να είναι αλλού και το αλλού, εδώ.

Η Αθήνα στο Λονδίνο και το Λονδίνο μέσα στην Αθήνα «το είδα with my own fuckin eyes […] λες και κάποιος είχε ξεκαρφώσει το Λονδίνο από τη θέση του, λες και κάποιος είχε σύρει ολόκληρο το Λονδίνο χιλιόμετρα μακριά, σαν χαλί, πάνω από τη Γαλλία, πάνω από την Ιταλία, και το ‘χε καρφιτσώσει πάνω στην Αθήνα […]». Οι ζωές που ζούμε τώρα είναι ζωές από κάποιο άλλο χρόνο που επανέρχονται, είναι ζωές που έχουν ζήσει και κάποιοι άλλοι πριν από εμάς και επιστρέφουν από μια χωροχρονική διάσταση που δεν αντιλαμβάνεται η ανθρώπινη νόηση ακόμη – βέβαια, όχι εκείνη της Κατερίνας Έσσλιν.

Χωρίς τη συγκέντρωση στη βούληση, η ζωή μπορεί να γίνει άχρωμη, ανόητη ακόμη και ανύπαρκτη. Η βούληση για τη συγγραφέα ξεκινά από οτιδήποτε αφορά το είναι μας. Η εξωτερίκευση της εσωτερικής μας στάσης αποκαλύπτεται μέσω διάφορων σημείων, όπως τα μάτια, η επιλογή των ενδυμάτων και η «διάθεση» με την οποία συνδεόμαστε με αυτά.

Η συγγραφέας διαβλέπει νοήματα και α-νοήματα σημειώνοντας πως «Τίποτα σ’ αυτή τη γυναίκα, που κάθεται στην απέναντι θέση από μένα στο μετρό, δεν μου εξηγεί κάτι· τίποτα απολύτως – ούτε καν τα μάτια της. Τίποτα στα μάτια αυτής της γυναίκας δεν μαρτυρά εικόνες που να μου δίνουν να καταλάβω γιατί. Φοράει ένα αδιάφορο ραντέ φόρεμα σ’ ένα χρώμα που δεν ήξερα καν ότι υπάρχει […]».

Η κρυμμένη ψυχή της γυναίκας που περιγράφεται από το συγγραφικό υποκείμενο, το παγωμένο της βλέμμα, η ά – γνωστη τσάντα της αποδεικνύει τη διάρρηξη του συγκεκριμένου, τη συσκότιση της βούλησης και της αποσυγκέντρωσης από αυτή. Κάτι τόσο ακατανόητο, όπως το α – νόητο της γυναίκας που εικονίζεται στο μυθιστορηματικό λεπτό με τίτλο «Μετρώ.» αξίζει προσβολή· μιας και όποιος δεν είναι ικανός να κατανοήσει, μόνο να παρανοήσει μπορεί και η συγγραφέας το γνωρίζει αυτό. «Τίποτα σ’ αυτές τις χαρτοπετσέτες δεν μου εξηγεί γιατί δεν θέλω να προσβάλω αυτή τη γυναίκα. Τα χέρια της γυναίκας μοιάζουν σαν να τα ‘χει ξεχάσει σπίτι.»

Η συγγραφέας διαβλέπει νοήματα και α-νοήματα σημειώνοντας πως «Τίποτα σ’ αυτή τη γυναίκα, που κάθεται στην απέναντι θέση από μένα στο μετρό, δεν μου εξηγεί κάτι· τίποτα απολύτως – ούτε καν τα μάτια της. Τίποτα στα μάτια αυτής της γυναίκας δεν μαρτυρά εικόνες που να μου δίνουν να καταλάβω γιατί. Φοράει ένα αδιάφορο ραντέ φόρεμα σ’ ένα χρώμα που δεν ήξερα καν ότι υπάρχει […]».

Η κρυμμένη ψυχή της γυναίκας που περιγράφεται από το συγγραφικό υποκείμενο, το παγωμένο της βλέμμα, η ά – γνωστη τσάντα της αποδεικνύει τη διάρρηξη του συγκεκριμένου, τη συσκότιση της βούλησης και της αποσυγκέντρωσης από αυτή. Κάτι τόσο ακατανόητο, όπως το α – νόητο της γυναίκας που εικονίζεται στο μυθιστορηματικό λεπτό με τίτλο «Μετρώ.» αξίζει προσβολή· μιας και όποιος δεν είναι ικανός να κατανοήσει, μόνο να παρανοήσει μπορεί και η συγγραφέας το γνωρίζει αυτό.

«Τίποτα σ’ αυτές τις χαρτοπετσέτες δεν μου εξηγεί γιατί δεν θέλω να προσβάλω αυτή τη γυναίκα. Τα χέρια της γυναίκας μοιάζουν σαν να τα ‘χει ξεχάσει σπίτι.»

Η ανοιχτότητα του βλέμματος της Έσσλιν πυρπολεί τον σημερινό άνθρωπο ζητώντας του να «ακούσει» κάθε ύπαρξη ακόμα πέρα και έξω από τα ανθρώπινα πράγματα. Άλλωστε, για εκείνη, τα ανθρώπινα πράγματα είναι καθαρά γήινα αλλά και εξω – γήινα, αληθινά φανταστικά! Η διασυμπαντική στάση της συγγραφέα οδηγεί στην ένωση των ανθρώπων, οι οποίοι αποτελούν στιγμές, φωτάκια μέσα στο χάος και το βάθος του κόσμου.

Η αγάπη αποτελεί το μονοπάτι που θα βαδίσουν οι στιγμές ένωσης της ανθρωπότητας και παρουσιάζεται στο κείμενο με τίτλο «Το περίπτερο.». Μία «πτυχιούχος» με έναν «περιπτερά» χτίζουν το σπιτικό τους μέσα στο περίπτερο είναι μία από αυτές τις αιώνιες στιγμές ένωσης όπου οι δύο αγαπημένοι ανεξάρτητα από τιτλοθεσίες «’Ανοιξαν το σπίτι τους μέσα στο περίπτερο, τον περασμένο Μάιο. (Ο καναπές χώρεσε πίσω από τα χαρτομάντιλα. Η κρεβατοκάμαρα βολεύτηκε πίσω απ’ τα σπίρτα. Η τραπεζαρία, κοντά στους αναπτήρες.)».

Η συγγραφέας, αδιαμφισβήτητα, πιστεύει στη δύναμη της ανθρώπινης θέλησης, η οποία μπορεί να εκφραστεί ακόμα και με ένα βλέμμα, μεταμορφώνοντας τα πάντα. Η ευχετική μορφή της δύναμης αυτής έχει την ικανότητα ακόμα και να «ισιώσει τον πύργο της Πίζας».

Ωστόσο, σε περίπτωση που κάποιος έχει προσπαθήσει να ορίσει τον εαυτό του χωρίς να έχει λάβει υπ’ όψιν του τους άλλους ανθρώπους, ή λαμβάνοντας σοβαρά υπ’ όψιν του το χρόνο και το χώρο, επιδιώκοντας τη στοχοθεσία που ανέφερα παραπάνω, το πιθανότερο είναι να καταλήξει να μετράει χρόνια κοιτάζοντας το ταβάνι, ή μαζεύοντας φωτογραφίες γεμάτες αναμνήσεις «Ανάβω τη λάμπα. Δεν είμαι μόνο εγώ αξύριστος. Όλα τα αντικείμενα στο σπίτι έχουν βγάλει σκληρά γένια που γρατζουνάνε. Κατευθύνομαι προς την κουζίνα να ετοιμάσω κάτι να φάω. Τρώω κρασί με τα χέρια, χωρίς μαχαιροπίρουνα, χωρίς ποτήρι, δεν πίνω· καταπίνω χωρίς να μασάω. (Βαριέμαι να μασάω. Με καθυστερεί. Κλείνω τα 58 και μπαίνω στα 59.)». Τα παιχνίδια της μνήμης και της φαντασίας, η ακινησία, ο φόβος για τον μη έλεγχο των καταστάσεων και η συνειδητότητα της μηδαμινότητάς μας μέσα στο σύμπαν, αποτελούν στοιχεία του κειμένου «Χρόνια πολλά.» και μπορεί να οδηγήσουν σε αδιέξοδα.

Το βιβλίο της Έσσλιν, «Γαμ.» είναι ένα βιβλίο συγκεντρωμένο· οπουδήποτε και αν πατήσει, είναι το εδώ και το αλλού συγχρονικά. Η ενέργεια της προσωπικής βούλησης και της μίας (αόριστης) αγάπης που αγκαλιάζει ολόκληρη την ανθρωπότητα βρίσκονται μέσα σε ένα ανθοπωλείο από το οποίο φεύγουν ανθοδέσμες για τον κοσμικό προορισμό τους και όχι για τους τυπικούς παραλήπτες τους. Οι συμπαντικές ενδοσυνεννοήσεις συνωμοτούν και τα λουλούδια οδεύουν προς τον αληθινό παραλήπτη τους «Καμία ανθοδέσμη από αυτές που πούλησε μέχρι σήμερα η Ανθή Δαρέμα δεν έχει φτάσει ποτέ στα χέρια του αρχικού αποδέκτη της. Ωστόσο η ζωή συνεχίζεται κανονικά.».

Η συγγραφέας ακροβατεί ανάμεσα στη φαντασία, την παιδικότητα, τα Μικυμάου, τις χιλιάδες ροζ λουστρινένιες γόβες (με τακούνι στιλέτο) και τον εαυτό της, και απ’ ότι φαίνεται τα καταφέρνει περίφημα! Ας την ακολουθήσουμε…