Η Αθήνα που δεν ζήσαμε…

Ο Μίλτος Λιδωρίκης έζησε και έγραψε για την Αθήνα της Belle Epoque

Αν παρεμπιπτόντως είδατε στους δρόμους της Αθήνας να κυκλοφορεί ένα λεωφορείο – αντίκα της ΒΙΑΜΑΞ, ναι, δεν ήταν οφθαλμαπάτη. Αν πάλι σκεφτήκατε ότι σε ένα τέτοιο γυρίστηκαν σκηνές από ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, πάλι σωστά σκεφτήκατε.

Γράφει η Ζέτα Τζιώτη

Πού να γνωρίζατε κιόλας ότι αυτό το συγκεκριμένο λεωφορείο είναι αυτό που χρησιμοποιήθηκε από τη Finos Film (1968) για την ταινία «Η αρχόντισσα και ο αλήτης» µε την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

«Το βιβλίο γραμμένο γύρω στο 1940 αποτελει μια προσωπικη μαρτυρία για την Αθήνα από το 1880 Εως το 1910»

Αυτόν τον πρωτότυπο τρόπο επέλεξαν οι εκδόσεις POLARIS για την παρουσίαση του βιβλίου «Έζησα την Αθήνα της Belle Epoque» του Μίλτου Λιδωρίκη.

Ιθύνων νους αυτού του εγχειρήματος, τόσο για την έκδοση του αρχειακού υλικού του Μίλτου Λιδωρίκη, πατέρα του γνωστού συγγραφέα και δημοσιογράφου Αλέκου Λιδωρίκη, όσο και για την πρωτότυπη παρουσίασή του ήταν η κυρία Ζωζώ Λιδωρίκη, πρόεδρος των Διεθνών Σχέσεων Πολιτισμού, η οποία εργάζεται ακούραστα –και με την ιδιότητα της επικεφαλής της Επιτροπής Πολιτισμού του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου– για τον πολιτισμό και τη διασύνδεσή του. Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια λεπτομερέστατη προσωπική μαρτυρία για την Αθήνα των νεανικών χρόνων του Μίλτου Λιδωρίκη, δηλαδή για την Αθήνα από το 1880 ως το 1910, γραμμένο γύρω στο 1940.

Και για όσους δεν θυμούνται ή είναι πολύ νέοι και δεν γνωρίζουν, ο συγγραφέας υπήρξε εύζωνας, εθελοντής σε δύο πολέμους, διάσημος διακεκριμένος συγγραφέας 40 θεατρικών έργων , σκηνοθέτης, λογοτέχνης, δημοσιογράφος, πολιτικός, αγαπημένος των κοσμικών σαλονιών, πατριώτης και πολλά άλλα. Εκλέχτηκε βουλευτής το 1906 και διετέλεσε δις διευθυντής της Βουλής των Ελλήνων. Κοινώς είχε μια ζωή ζηλευτή, που, αφού δεν μπορούμε να τη ζήσουμε, έχει ενδιαφέρον τουλάχιστον να τη διαβάσουμε.

Ξεκίνημα από το Ζonars

Επιβιβαστήκαμε στο παλιό λεωφορείο και το δρομολόγιο μας ξεκίνησε μεσημεράκι Κυριακής από το Ζonars στην Πανεπιστημίου. Εκεί που, την εποχή την οποία μας περιγράφει ο Μίλτος Λιδωρίκης, ήταν οι βασιλικοί στάβλοι. Απέναντι ακριβώς επί της οδού Πανεπιστημίου 10 βρισκόταν η οικογενειακή του κατοικία και κάθε απόγευμα ο νεαρός Λιδωρίκης στηνόταν στο παράθυρο και με ανυπομονησία περίμενε να δει τον βασιλιά Γεώργιο Α’ να επισκέπτεται τα άλογά του.

Με την ανάγνωση του παρακάτω αποσπάσματος ξεκίνησε την παρουσίαση του βιβλίου η Ζωζώ Λιδωρίκη όρθια στον διάδρομο του λεωφορείου: «Εγώ τουλάχιστον την Αθήνα δεν τη θυμάμαι χωρίς σκόνη. Καταντούσε και όταν έβρεχε ακόμα και φυσούσε αέρας, η πόλις να έχει σκόνη. Αλλά τι σκόνη, παρακαλώ, ήταν εκείνη!».

Το λεωφορείο κατέβηκε την Πανεπιστημίου και πέρασε από την πλατεία Ομονοίας όπου κάποτε βρίσκονταν τα μεγάλα κέντρα νυχτερινής διασκέδασης και τα πολυσύχναστα καφέ σαντάν. Περάσαμε μπροστά από το Εθνικό Θέατρο, το οποίο ο συγγραφέας αναφέρει εκτενώς στο βιβλίο του, θεατράνθρωπος γαρ. Κατευθυνθήκαμε προς το Νέο Φάληρο και μπροστά από το νοσοκομείο Metropolitan η κυρία Λιδωρίκη έκανε αναφορά στο περίφημο ξενοδοχείο «Ακταίον» που κοσμούσε την περιοχή μέχρι το 1968, όταν δηλαδή γκρεμίστηκε από τον τότε δήμαρχο Πειραιά Αριστείδη Σκυλίτση.

Ακταίον – Π.Φάληρο

«Ητο τότε το Νέον Φάληρον η ευνοούμενη των Αθηνών παραλία, ή μάλλον η πλαζ της μόδας, διότι αρχομένου του έτους 1890, ο σιδηρόδρομος Αθηνών -Πειραιώς απαύστως εφρόντιζε ν’ αναπτύξει και να καλλωπίσει το Νέον Φάληρον». Το δρομολόγιό μας συνεχίστηκε προς τη λεωφόρο Συγγρού. Περάσαμε από τον Άγιο Σώστη, που ονομάστηκε έτσι στις αρχές του 20ού αιώνα λόγω του τάματος που είχε γίνει για τη σωτηρία του βασιλέως Γεωργίου Α’, ο οποίος είχε πρόσφατα διασωθεί από δολοφονική απόπειρα.

Άλλος αέρας

Σε όλη τη διαδρομή και ανάλογα με το κάθε σημείο που βρισκόμασταν η Ζωζώ Λιδωρίκη διάβαζε τα αντίστοιχα αποσπάσματα του βιβλίου και νοερά μας μετέφερε στο κλίμα μιας άλλης εποχής, τόσο διαφορετικής από τη σύγχρονη αλλά και τόσο ίδιας.

Οι περιγραφές του βιβλίου ήταν τόσο ζωντανές που ήταν σαν να βλέπαμε μπροστά μας την καθημερινότητα της εποχής εκείνης. Ο συγγραφέας συνομιλούσε με γραφικούς καθημερινούς τύπους, γνώριζε βασιλείς, αριστοκράτες, αυλικούς, περιέγραφε τα πολιτικά πηγαδάκια, τα παρασκήνια, τα κοσμικά σκάνδαλα, τους διαπρεπείς συγγραφείς και ποιητές της εποχής, τους θεατρικούς αστέρες, τις κομψές Αθηναίες, τις χυμώδεις καλλονές που έκλειναν σπίτια, τα γνωστά καφέ, τα ιστορικά κτίρια, τα μεγάλα θέατρα. Αυτή η ατμόσφαιρα της αθηναϊκής Belle Epoque διαποτίζει το οδοιπορικό και αποτελεί πολύτιμη μαρτυρία της μεταμόρφωσης της Αθήνας σε μεγαλούπολη.

Συνεπιβάτης στην ευχάριστη αυτή βόλτα ήταν και ο ένας από τους ιδιοκτήτες του λεωφορείου, ο Χάρης Λαζαρόπουλος, που μαζί με τον αδελφό του, Βαγγέλη, βρήκαν και διέσωσαν αυτό το σπάνιο λεωφορείο από τη σειρά R495/514 της ΒIAMΑΞ (Βιομηχανία Αμαξωμάτων), το 34ο που βγήκε από τη γραμμή παραγωγής της στα μέσα της δεκαετίας του ’60, τότε που η Ελλάδα είχε καταφέρει όχι μόνο να παράγει αυτοκίνητα αλλά και να εξάγει.

Μοναδική ξενάγηση

Όπως μας είπε ο ίδιος το μοντέλο αυτό ήταν τόσο επιτυχημένο που οι Γερμανοί το αντέγραψαν και έφτιαξαν ένα αντίστοιχο της Μερσεντές. Η βόλτα μας ολοκληρώνεται στην πλατεία Προσκόπων έχοντας μια αίσθηση του αέρα της αθηναϊκής Belle Epoque και έχοντας πάρει μια ηθογραφική, πολιτειακή και κοινωνική γεύση από την ιστορία μας από τα 1880 έως τα 1930.

Η ξενάγηση ήταν πραγματικά εξαιρετική και η επιλογή των αποσπασμάτων που διαβάστηκαν ιδιαίτερα εύστοχη χάρη στην κυρία Ζ. Λιδωρίκη, που με πρωτοβουλία της διασώζεται σήμερα το ιστορικά σημαντικό έργο της οικογένειας Λιδωρίκη αλλά και η μνήμη της. Βιβλίο με σημαντικό εύρος της θεματολογίας που θα μας άρεσε να το δούμε σε κινηματογραφική ταινία και που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης ιστορικών και θεατρολόγων.