Τα έργα της Σοφίας Ρόουζ Κοσμίδου, ακόμη κι όταν ανασκάπτουν με τόλμη τη δομή του οπτικά αντιληπτού επικαλούμενα το φαντασιακό, ακόμη και όταν μοιάζουν έτοιμα να μιλήσουν με γενναιότητα για τον έξωθεν κόσμο ή το αχανές σύμπαν, επιστρέφουν συνεχώς στο ίδιο δωμάτιο.

Πυκνά από σημειώσεις και χειρονακτικά κεντημένη σχεδόν, κατάγραφη θραυσματική μνήμη, κατοικημένα από μοτίβα και όνειρα ανακατεμένα με εφιάλτες, γεμάτα ακόμη από έμβιες παρουσίες που έχουν ήδη μετατραπεί σε επώδυνη απουσία, τα έργα της Κοσμίδου αποτελούν απόπειρες αυτοβιογραφίας, συχνά επώδυνες τόσο για τον θεατή, όσο και για τη ζωγράφο. Και είναι ακριβώς το δωμάτιο αυτό της παιδικής ηλικίας της νέας ζωγράφου, που αποδομείται και επαναδιατυπώνεται ως ψιθυριστικό απεικονιστικό εδάφιο ανάκλησης και παρηγορίας. Ως θαρραλέα απόπειρα ψυχογραφικής καθόδου στα έγκατα του εαυτού και των προσεκτικά αποθηκευμένων εύθραυστων συστατικών του.

Το αυτοαναφορικό σύμπαν της Σοφίας Ρόουζ Κοσμίδου, αρθρωμένο μέσα από μαυρόασπρες οικογενειακές φωτογραφίες και αθρόες εκμυστηρεύσεις του υποσυνείδητου, σχεδιασμένο με σχολική σχεδόν σχολαστικότητα και θαυμαστή δεξιότητα με χρωματιστά μολύβια σε χαρτί και έντονα χρώματα που έρχονται σε ηθελημένη αντιδιαστολή με τα καταρρέοντα δομικά στοιχεία, ολοκληρωμένο με συνθετική αρτιότητα με ακρυλικά σε καμβά, συμπυκνώνεται σε δυο κοριτσίστικα παιδικά δωμάτια και ένα παλαιικό σαλόνι όπου η ενθύμηση και η ακρίβεια της δομής, αντικαθίστανται από την εμμονική ανασύσταση των μοτίβων.

Σε έναν συνεχόμενο κάμπο συναισθητικής αφήγησης, οι κατάστικτες ταπετσαρίες των τοίχων των δωματίων, συμπαρασύροντας κατά την αποτύπωσή τους και ετερόκλητα οικογενειακά έπιπλα και αντικείμενα, χωνεύονται στα αραβουργημένα χαλιά των δαπέδων, για να μετατραπούν από κοινού σε μια έξοχη αφηγηματική παραμυθία που ισορροπώντας ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη μυθοπλασία, εξυφαίνεται ως νέος διασωστικός προορισμός εγκατοίκησης.

Στο φάσμα ετούτο της επαναδομημένης παιδικής μνήμης, κατοικούν ακόμη οι ενήλικες ανθρώπινες παρουσίες, μετουσιωμένες σε συμβολικά υπερμεγέθη ζώα. Τι, αλήθεια, γυρεύουν εδώ οι τίγρεις των τροπικών και οι αρκούδες του σκοτεινού δάσους; «Τα σύμβολα του πλήθους των παιδικών φοβιών μου και η τραυματική έξοδος της πατρικής παρουσίας από την εύθραυστη οικογενειακή μας ζωή», μετατράπηκαν στα έργα μου σε θηρία, επιβεβαιώνει η ζωγράφος. «Μα η παρουσία τους πλέον δεν απειλεί ούτε τον θεατή, ούτε εμένα την ίδια. Λειτουργεί πλέον περισσότερο ως αποτροπαϊκή και εξιλεωτική παρουσία, ως υπενθύμιση των όσων κάποια στιγμή έζησα, των όσων ως τραύματα βίωσα και απορρόφησα, των όσων με καθόρισαν και πλέον μου ανήκουν».

H Σοφία Ρόουζ Κοσμίδου

Ανάμεσα σε όσα καθόρισαν τη ζωγράφο, ως επαναλαμβανόμενα σύμβολα ή συνθήκες, προβάλλουν ακόμη συστηματικά ο σταυρός και η διαδικασία της προσευχής, εφόδια ωσεί παρόντα στην ανατροφή της ίδιας και της αδελφής της από την καθολική Ιρλανδή μητέρα τους. Οι φθόγγοι της μητρικής γλώσσας που εκείνη επί σειρά δεκαετιών δίδαξε στις κόρες και στους μαθητές της, ενώθηκαν με την πίστη στην καλοσύνη μιας υπέρτατης δύναμης, με την καθημερινή της επίκληση ως φυλακτού στην αδέσποτη απεραντοσύνη του κόσμου.

Χρόνια μετά και στα έργα ετούτα, η προσευχή ως ενεργοποιημένο ψυχικό και ζωγραφικό μοτίβο, ακουμπά τα μαγικά χαλιά, τους υπό διάλυση τοίχους και τις ρέουσες ταπετσαρίες της ζωγράφου, μαντάρει και γαληνεύει τα ενδιάμεσα δωμάτια της μνήμης, τα συντρίμμια της παιδικής ύπαρξης, τα μεταξύ τους κενά.

Στο σύμπαν της Κοσμίδου, η ζωγραφική εισχώρησε και αυτή ως ανακουφιστικό παραμύθι, στην ηλικία των τριών ετών. Διαβάζοντας τα ενήλικα έργα της πρώτης της ατομικής έκθεσης, μιλώντας μαζί της για τις σκιές που τα διέπουν, έφερα εξαρχής στον νου το παραμύθι της Χρυσομαλλούσας και των τριών αρκούδων. Και μαζί, τον «Ξεριζωμό», το αριστουργηματικό θεατρικό έργο του Brian Friel που μιλά για τη συνεχιζόμενη απόπειρα φόνου της ιρλανδικής γλώσσας και συνεπώς της μνήμης της τοπικής κοινωνίας από τους Άγγλους, σε ένα μικρό ιρλανδικό χωριό το 1833.

Στo πασίγνωστο αγγλικό παραμύθι που ο Robert Southey έγραψε αρχικά το 1837, τρεις ανθρωπόμορφες αρκούδες, «ένα μικρό αρκουδάκι, μια μεσαία αρκούδα και ένας πελώριος, τεράστιος αρκούδος», ζουν μαζί σε ένα σπιτάκι στο δάσος. Κάθε χαρούμενη, τακτική, φιλόξενη και άκακη τέτοια αρκούδα έχει το δικό της μπωλ για το πρωινό, τη δική της καρέκλα και το δικό της κρεβάτι. Μια μέρα, καθώς το πρωινό καίει πολύ, οι τρεις αρκούδες αποφασίζουν μια βόλτα στο δάσος. Κατά τη διάρκεια της απουσίας τους, μια απειλητική ηλικιωμένη γυναίκα (που στην εξέλιξη και στην τελική έκδοση του παραμυθιού μετατρέπεται στην πιο φιλική στους μικρούς αναγνώστες Χρυσομαλλούσα), εισβάλλει στον ιδιωτικό χώρο τους, οικειοποιώντας τον και προξενώντας φθορές στο νοικοκυριό τους.

Όταν η οικογένεια των αρκούδων επιστρέφει στο σπίτι και στα μικρά συντρίμμια της επίσκεψης, η Χρυσομαλλούσα δραπετεύει από το παράθυρο και χάνεται για πάντα στο δάσος. Ηθικό δίδαγμα του παραμυθιού, που μιλά μεταξύ άλλων για τους κινδύνους που εγκυμονεί η περιπλάνηση σε άγνωστο έδαφος και για τη σημαντικότητα της ασφάλειας και του καταφυγίου, το γεγονός ότι η έλλειψη ενσυναίσθησης στις πράξεις μας μπορεί να βλάψει ή να πονέσει τους άλλους.

Στο σπαρακτικά υγρό κείμενο του Μπράιαν Φρίελ όπου καθρεφτίζονται ολόκληρη η άγρια ομορφιά, οι θυελλώδεις άνεμοι, τα χλοερά οροπέδια και οι ερεβώδεις γκρεμοί της Ιρλανδίας, η δραματική συνεχιζόμενη σύγκρουση των πρωταγωνιστών αφορά τόσο σε αγεφύρωτες πολιτισμικές συγκρούσεις όσο και στην πάση θυσία ανάγκη διατήρησης της έννοιας της πατρίδας και της προστατευμένης στα σπλάχνα της ατομικής ταυτότητας.

Έχω την αίσθηση ότι ετούτη η σπάνιας ωριμότητας ζωγραφική με την οποία μας συστήνεται στην πρώτη ατομική της έκθεση η νέα ζωγράφος, συνομιλεί με όλα τα παραπάνω. Αναστρέφοντας αρκετά από αυτά σε μια απόπειρα επανασύστασης και διάσωσης του εαυτού και των πλέον σημαντικών της ενδοχώρας του. Η ζωγραφική ως προσευχή και ως ξανακερδισμένη μητρική γλώσσα, η πατριδογνωσία του γενεθλίου σπιτιού ως καταφύγιο ενός σκοτεινού δάσους, η αντιστροφή των ηλικιών και των ρόλων και του ερωτήματος του ποιος σώζει ποιον. Η υγρασία της μνήμης, η σημασία του αλληλοσεβασμού, η σημαντικότητα της διατήρησης της γνωστικής καταγωγικής, της συναισθητικής οικογενειακής και της κυριολεκτικής ατομικής ταυτότητας, καταμεσής ενός άγνωστου σύμπαντος. Η δυνατότητα της αυτογνωσίας, ως ανθοφορίας στο σκάμμα ενός ανεπούλωτου τραύματος.

Ίρις Κρητικού

Σοφία Ρόουζ Κοσμίδου, Απόγευμα Κυριακής, 90×100εκ, ακρυλικά σε καμβά

Λίγα λόγια από τον Γιώργος Καζάζης, Εικαστικός, Καθηγητής ΑΣΚΤ

Η Σοφία Ρόουζ Κοσμίδου, ήταν φοιτήτρια στο ΣΤ’ εργαστήριο ζωγραφικής, της ΑΣΚΤ.
Τον καιρό της συνεργασίας μας, οι συζητήσεις μας αλλά και οι αντιπαραθέσεις μας για εικαστικά ζητήματα, ήταν άφθονες και αφορούσαν κυρίως θέματα φόρμας και πώς αυτή θα ενταχθεί στο εννοιολογικό πλαίσιο που πάντοτε την απασχολούσε: το δίπολο Φόβος – Πίστη.

Στα παλαιότερα έργα της, συνυπήρχαν συνονθυλεύματα φαινομενικά ετερόκλητων αντικειμένων και εννοιών. Τώρα πια, αποκαθηλώνοντας και απομυθοποιώντας την γοητεία της εικαστικής φόρμας, προσπαθεί με αφετηρία το παρελθόν, και μέσα από το παρόν, να βρει την κάθαρση στο μέλλον.
Δουλεύει κυρίως με αφορμή τις φωτογραφίες από τα οικογενειακά albums με πρωταγωνιστικό ρόλο να έχουν η ίδια, η αδερφή της και η μητέρα τους.

Σε αυτές τις φωτογραφικές μνήμες, υπερισχύει το δίπολο προσευχή και φόβος, εγκατάλειψη και μοναξιά.
Η απουσία του πατέρα (και γενικότερα του ανδρικού στοιχείου, εκτός των αγίων ή του Χριστού) είναι εμφανής και καταλυτική στα έργα της, όπου διαφαίνεται η έντονη πίστη ότι το θείο θα αποκαταστήσει την πατρική απουσία και όλο τα κακά που έπονται.
Πάντα προσευχόταν όλη η οικογένεια, σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας, με καθορισμένο κι επαναλαμβανόμενο τυπικό, εκλιπαρώντας, ερωτικά σχεδόν, την επιστροφή του πατέρα, αναμένοντας το δώρο της ασφάλειας.

Με εύστοχη και σωστή χρήση των υλικών, η Κοσμίδου χρησιμοποιεί μολύβια, χρωματιστά μολύβια, ακρυλικά και γενικότερα ελαφρά υλικά σε αντίθεση με την βαρύτητα του θέματός της, στοχεύοντας στον εξορκισμό του.

Η χρωματική της γκάμα ποικίλει από το έγχρωμο στο γκρίζο, χωρίς εντυπωσιακές και περιττές γραφές, αλλά με λιτότητα, όπου οι σκηνικές συνθέσεις της γίνονται ψυχογραφήματα με αυτόνομη εικαστική δομή και κυρίως όχι εικονογραφική γιατί η Κοσμίδου δεν αφηγείται, δεν περιγράφει, δεν αντιγράφει αλλά δημιουργεί εκ νέου, τις εικαστικές οικίες που χρειάζεται για να επιβιώσει.
Κυριολεκτικά θωρακίζει, με την γοητεία ενός περιτυλίγματος, έναν ασφαλή, αλλά και εφήμερο κόσμο επάνω σε έναν αβέβαιο άρα και τρομακτικό κατριγιέ κάναβο, προσπαθώντας με θρησκευτική ευλάβεια να καλύψει τον φόβο του κενού. Ένα περιτύλιγμα που στην ουσία κρύβει με όμορφο τρόπο το περιεχόμενο: τον τρόμο, την ανασφάλεια και την αναπόφευκτη ματαίωση.
Παρόλο που το καλοστημένο τείχος των αγίων φυλάκων υπάρχει, βρίσκεται εκεί και με την πρώτη σχισμή που θα βρει, εμφανίζεται αδυσώπητο, με την μορφή των τίγρεων, των βράχων και ενίοτε του πατέρα, με σκοπό να της αφαιρέσει την ασφάλεια της μητρικής αγκαλιάς.

Το μοτίβο λειτουργεί σαν σημάδι, ίχνος, αποτύπωμα, σφραγίδα της παρουσίας, και σηματοδοτεί οικειότητα (όπως η μητέρα κεντήστρα κεντάει και τοποθετεί, οικειοποιώντας τον χώρο της).
Η πληθωρική δομή των μοτίβων αυτών, εμπεριέχει έντονα και την ψυχαναγκαστική σωματική τιμωρία, όπως η Πηνελόπη υφαίνει μοτίβα, υπομένοντας την απουσία, έτσι και η Κοσμίδου περιμένει τον άσωτο Πατέρα, αλλά ταυτόχρονα κρίνει, επικρίνει, αφοσιωμένη δε τόσο, που στο τέλος μετουσιώνεται σε Μητέρα, λαμβάνοντας εκείνη τον ηγετικό ρόλο στην οικογένεια.

H Σοφία Ρόουζ Κοσμίδου, δημιουργεί μία συμβιωτική σχέση με τα έργα της, γιατί εκεί δημιουργεί τον κατάλληλο μύθο, εκεί κάνει έναν αγώνα δρόμου αναζητώντας την ελπίδα και εκεί εξευμενίζει το κακό, ώστε επιτέλους να συμβιβαστεί με το γεγονός της πραγματικής απουσίας. Είναι η φάση, η χρονική στιγμή που μετατρέπεται το σκηνικό σε κάτι μόνιμο, σε έναν οικείο χώρο και εντέλει σε ασφαλή οικία.

Σοφία Ρόουζ Κοσμίδου, Πατρική αγάπη, 90×100εκ, ακρυλικά σε καμβά

Καλλιτεχνική Διεύθυνση – Επιμέλεια έκθεσης:
Γιώργος Τζάνερης

Την έκθεση προλογίζουν με τα κείμενά τους:
Ίρις Κρητικού / Ιστορικός Τέχνης και Ανεξάρτητη Επιμελήτρια
Γιώργος Καζάζης / Εικαστικός, Καθηγητής ΑΣΚΤ

Η Χρυσομαλλούσα στο Δωμάτιο

“Goldilocks and the Three Bears”: No one ever questions why the Papa Bear and Mama Bear slept in separate beds. What was going on in that marriage? More backstory needed.

Jim Gaffigan

To remember everything is a form of madness.
It is not the literal past, the ‘facts’ of history, that shape us, but images of the past embodied in language.

Brian Friel, Translations

Info

Διάρκεια έκθεσης
Έως το Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2021

Gallery Genesis
Χάρητος 35, Αθήνα 106 75
211 7100566
www.gallerygenesisathens.com