Λάκης Παπαδόπουλος: “Η Αρλέτα ήταν ένα σπάνιο, καλλίφωνο αηδόνι”

Ο Λάκης Παπαδόπουλος, ο Λάκης με τα ψηλά ρεβέρ, ο Λάκης μας, άνετος και χαλαρός όπως πάντα μιλά στην Χριστίνα Πραβιτσιώτη για την αγαπημένη του Αρλέτα, για τον Τζον Λένον και τον Πολ ΜακΚάρτνεϊ, καθώς και για τους συνεργάτες του, όπως την Ελεονόρα Ζουγανέλη, τον Φοίβο Δεληβοριά,τον Πάνο Μουζουράκη, την Νατάσα Μποφίλιου, την Μαρίζα Ρίζου, την Πέννυ Μπαλτατζή.

Απλός, ευγενικός, με χιούμορ και καθόλου δυσπρόσιτος, ο Λάκης Παπαδόπουλος, έχει σημαδέψει το ελληνικό πεντάγραμμο, με πάνω από 350 μουσικές του επιτυχίες, όπως το “Για να σ’εκδικηθώ”, το “Γατόνι”, “Η Σερενάτα”, τα “Ήσυχα Βράδια” και πολλά πολλά άλλα.

Εμείς, είχαμε την ευκαιρία να τον συναντήσουμε και να συζητήσουμε για την μακρόχρονη και αξιοθαύμαστη πορεία του στην ελληνική μουσική σκηνή, ως τραγουδοποιός και συνθέτης, για τη γνωριμία και τη φιλία του με την Αρλέτα, αλλά και τη γνώμη του για τους νέους και τα μουσικά τους πρότυπα σήμερα και όχι μόνο.

Μικρή γεύση από το δίσκο του “Η γιαγιά μου μαγειρεύει όνειρα τηγανητά” :

Συνέντευξη στην Χριστίνα Πραβιτσιώτη

Ο νέος του δίσκος με τίτλο «Η γιαγιά μου μαγειρεύει όνειρα τηγανητά» κυκλοφόρησε φέτος σε στίχους της Σάννυς Μπαλτζήμε τον οποίο έκλεισε και τον κύκλο του με την σπάνιας χροιάς φωνή Αρλέτα, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε.

-Λάκη, θυμάστε πώς προέκυψε η συνεργασία και η φιλία σας με την Αρλέτα;

Με την Αρλέτα γνωριστήκαμε στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού, που είχαν γίνει το 1981 στην Κέρκυρα από το Μάνο Χατζηδάκι. Της άρεσε πολύ το «Και θα χαθώ» ένα τραγούδι, που είχε πει η Ισιδώρα Σιδέρη από μένα κι ανταλλάξαμε τηλέφωνα, ώστε να βρεθούμε στην Αθήνα.

Πήγα σπίτι της πάντα αυστηρής Αρλέτας και μου λέει «Δυο τραγούδια μόνο θέλω να τραγουδήσω». Τελικά, τραγούδησε δεκατρία τραγούδια, που έχει ο δίσκος κι έτσι βγήκε το «Περίπου». Να πω, ότι η Αρλέτα όταν τραγουδούσε Νέο Κύμα, δε μου άρεσε καθόλου, γιατί τα θεωρώ λίγο νερόβραστα αυτά.

Κάποια στιγμή όμως, την άκουσα στην Γ’ Ανθολογία του Γιάννη Σπανού, με κομμάτια όπως «Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι», «Σε είπανε Θεό», «Ο θρήνος της μάνας», ενώ την άκουσα επίσης και με μία κιθάρα μ’ένα δεξιοτέχνη κιθαριστή, το Βασίλη Ρακόπουλο, που παίζανε οι δυο τους τραγούδια σπάνια του Μίκυ Θεοδωράκη, όπως «Του ανέμου και της παινεμένης» και ήταν καταπληκτική.

Αυτά όλα ήταν η αφορμή, για να αλλάξω άρδην την θέση μου γύρω από το κορίτσι αυτό, δίνοντας της το στοιχείο του ξενόφερτου μπαλαντίστα, αφού μόλις είχα έρθει από τα κρουαζιερόπλοια που τραγουδούσα μπαλάντες του Τζιμ Κρός, του Μπομπ Ντίλαν κτλ. στην Καραϊβική και την Αμερική. Έτσι, αυτή η γνωριμία έκανε καλό και στους δύο.

Η Αρλέτα απέκτησε ένα νέο πρόσωπο με την «Σερενάτα», το «Τσάι Γιασεμιού», το «Batida de Coco» και πάρα πολλά άλλα. Μετά βγήκε κι δεύτερος δίσκος με τα «Ήσυχα βράδια» και κράτησε μέχρι «χθες» που τη χάσαμε.

Η Αρλέτα ήταν ένα σπάνιο, χοντρό, σοφό, καλλΙφωνο αηδΟνι…

-Πως θα χαρακτηρίζατε την Αρλέτα με τρία επίθετα;

-Θα την χαρακτήριζα σαν ένα σπάνιο, χοντρό, σοφό, καλλίφωνο αηδόνι. Η φωνή της ήταν σπάνιας χροιάς.

-Ετοιμάσατε την νέα σας δουλειά που αφορά στην Αρλέτα. Μιλήστε μας γι’ αυτήν…

Είναι καινούργια τραγούδια επάνω σε στίχους της Σάννυς Μπαλτζή. Δεκατρείς ιστορίες με πραγματικά καταπληκτικά τραγούδια, το ένα καλύτερο από το άλλο με γενικό τίτλο δίσκου «Η γιαγιά μου μαγειρεύει όνειρα τηγανητά».

Έτσι, εδώ τελείωσε η Αρλέτα. Είμαι τυχερός, που κάναμε τον τελευταίο δίσκο και τα τελευταία τραγούδια που τραγούδησε, να είναι δικά μου. Και σιγά σιγά αυτό το cd ξεκίνησε σεμνά και σεμνά συνεχίζει. Αυτό ήθελε η Αρλέτα. Λίγο-λίγο γίνονται γνωστά τα τραγούδια.

 

 

-Βλέπουμε, ότι τα τελευταία χρόνια γίνονται διασκευές παλαιότερων επιτυχιών από καλλιτέχνες και μάλιστα αρέσουν πολύ στο νεανικό κοινό. Ποια η γνώμη σας;

Εμένα μη με ρωτάς. Εγώ είμαι θιασώτης της διασκευής. Πριν γίνει μόδα η διασκευή ερμήνευα τραγούδια σε δίσκους μου, όπως του Νίκου Γούναρη το «Αυτός ο άλλος που σε πήρε από μένα», του Λυκούργου Μαρκέα, του Ζακ Ιακωβίδη το «Μιλώ με σένα» και άλλες πολλές διασκευές.

Μετά έκανα τρεις δίσκους, όπου ο ένας έχει τίτλο «Ευγενικά Τραγούδια» και αποτελείται από ελληνικά τραγούδια με τη Μαρία Τσαρούχα, ηθοποιό και τραγουδίστρια, ο δεύτερος, το «Rendez-Vous» που τραγουδήσαμε μαζί με την Αντιγόνη Κατσούρη γαλλικά παλιά τραγούδια και ο τρίτος με τίτλο «Το Πικάπ του Λάκη» που εμπεριέχει μέσα από αμερικανικό και ιταλικό μέχρι ισπανικό και γιαπωνέζικο τραγούδι, όπως το «Sukiyaki».

Στον τρίτο αυτόν δίσκο συμμετέχουν ο Χρήστος Δάντης, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Φοίβος Δεληβοριάς, ο Θοδωρής Μαραντίνης από τους Onirama, η Τζόρτζια από τους Μπλε, ο Νίκος Ζιώγαλας και ο Δώρος Δημοσθένους. Όλοι με χαρά ήρθαν, να ακούσουν τραγούδια, που ούτε τα είχαν ακούσει στη ζωή τους.

αυτά που επικρατούσαν από πάντα, τα υποπροϊΟντα, τα Ιδια επικρατοΥν και σΗμερα

-Θεωρείτε, ότι το νεανικό μουσικό κοινό έχει “χάσει” το γούστο του στις μουσικές του προτιμήσεις ή υπάρχει αλλαγή τάσεων και εποχής;

Χαμένο το είχε πάντα. Εμένα, ας πούμε, δε μου αρέσει να βλέπω όλα τα κορίτσια με τζιν και τα αγόρια με μούσια και τατουάζ, κάτι το οποίο στις μέρες μας αποτελεί μία μόδα, αλλά οι μόδες είναι λίγο παράξενες.

Εγώ είχα αυτό το σημάδι που έχω, κάτι που δεν το θεωρώ ντροπή και πέρασα πολλά γιούχα μέχρι να αποδεχτώ τον εαυτό μου, όπως είμαι. Από την παιδική ηλικία, υπέστη bullying, όπως λένε σήμερα, μία λέξη που κι αυτή έγινε μόδα. Πολλές μόδες γίνονται, αφού πάντα έτσι ήταν και η νεολαία είχε πάντα τις τάσεις της. Αυτό δεν αλλάζει. Δεν φτιάχνει η νεολαία, αν ο πατέρας ακούει σκυλάδικα στο σπίτι κι από το νηπιαγωγείο δεν υπάρχει ώρα ακρόασης καλής μουσικής, όπως Χατζηδάκι, Θεοδωράκη, Ξαρχάκο, Σπανό, Πλέσσα, Μούσχουρη, Βάνου, καλλιτέχνες, οι οποίοι έχουν δημιουργήσει τραγούδια υπέροχα με ωραίες ορχήστρες. Χωρίς αυτά πώς θα γαλουχηθεί το παιδί;  Από το κεφάλι βρωμάει.

Το παιδί έχει τεράστιο αποθηκευτικό χώρο, χωράει τα πάντα, έτσι αν το γεμίζεις πίτουρα θα γίνει κότα. Αν το γεμίζεις ανθάκια και υγιεινά πράγματα και μουσικές, κάτι θα ανθίσει, κάτι καλό θα βγει και όταν πάει σπίτι, θα αναζητήσει το κάτι παραπάνω. Δεν γίνεται από τη μία στιγμή στην άλλη κουλτουριάρα η νεολαία μας, ούτε θέλω να βγει κουλτουριάρα, αλλά αυτά που επικρατούσαν από πάντα, τα υποπροϊόντα, τα ίδια επικρατούν και σήμερα.

Το θέμα είναι ότι υπάρχουν σπουδαίες φωνές, τραγουδισταράδες που αναγκάστηκαν να το γυρίσουν στο σκυλάδικο για να ζήσουν.

Παντού ακούμε τα πάντα, εμείς τι είμαστε; Πώς γΙναμε Ετσι;

-Ποιοι καλλιτέχνες σας επηρέασαν και σας ενέπνευσαν στο ξεκίνημά σας;

Στο ξεκίνημά μου με επηρέασε η μουσική, που άκουγα στο ραδιόφωνο τη δεκαετία του ’50 και του ’60, που ό,τι έπιανα το τοποθετούσα στο μυαλό μου. Είχε καλαισθησία το τραγούδι τότε, είχε τραγούδια Λατινικής Αμερικής, είχε γαλλικά τραγούδια, είχε Εντίθ Πιάφ, Αζναβούρ, Σέρτζο Εντρίγκο, Νάνα Μούσχουρη με Μάνο Χατζηδάκι, Μαίρη Λίντα, Γιοβάνα, Νάντια Κωνσταντοπούλου, Σώτο Παναγόπουλο, Γιάννη Βογιατζή, Τρίο Καντσόνε, που ήταν λίγο σαν κόπιες καλού ευρωπαϊκού τραγουδιού.

Παράλληλα άκουγα Έλβις Πρίσλεϊ, Τσακ Μπέρι και φυσικά τα ινδάλματά μου τους Beatles, όπου εκεί δέθηκα με αυτούς. Αυτό με βοήθησε, ώστε τα τραγούδια μου να είναι ευρωπαϊκά, όχι λαϊκά και να έχουν τη δυνατότητα να μη μοιάζει το ένα με το άλλο.

Είχα δάσκαλο τον Τζον Λένον και τον Πολ ΜακΚάρτνεϊ για το πώς έφτιαχναν τα τραγούδια τους, κάθε ένα διαφορετικό από το άλλο. Υπήρχε κι από την Αμερική ο Μπάρντ Μπάχαρακ, ο οποίος βραβεύθηκε με Νόμπελ ως ο μεγαλύτερος συνθέτης ελαφράς μουσικής του αιώνα, κάτι που πριν δεν υπήρχε σαν ιδιότητα και για να τον τιμήσουν άλλαξαν το πρωτόκολλο οι Σουηδοί. Παντού ακούμε τα πάντα, εμείς τι είμαστε; Πώς γίναμε έτσι; Το έργο μου δείχνει ότι έχει ένα επίπεδο, όπως και ποιήματα έχω κάνει.

-Με ποιους νέους καλλιτέχνες έχετε συνεργαστεί;

Μου αρέσει πάρα πολύ ο Φοίβος Δεληβοριάς, τον θεωρώ κορυφαίο από τη νέα γενιά. Έχω στενή συνεργασία με την Ελεονώρα Ζουγανέλη, με τον Πάνο Μουζουράκη, με τη Νατάσα Μποφίλιου, τη Μαρίζα Ρίζου και την Πέννυ Μπαλτατζή από τους The Swingin’ Cats.

-Έχετε ζήσει τα χρυσά χρόνια των δισκογραφικών εταιριών. Έχετε προσαρμοστεί στην εποχή του internet και του Υoutube; Ποια η γνώμη σας;

Κάνω μεγάλη χαρά για τα μέσα αυτά, γιατί τα τραγούδια που άκουγα μικρός τα βλέπω κιόλας και είναι και ανοιχτά για όλους πλέον. Το θεωρώ μεγάλη εφεύρεση, αφού η τεχνολογία έχει φύγει, έχει φτάσει στο Θεό. Τι θα δούμε ακόμα… Λέω, “Θεέ μου δώσε μου χρόνια, να κάθομαι σπίτι και να βλέπω και να ακούω τραγούδια”.

Δεν βγαίνουν πια τραγούδια, αλλά εγώ βγάζω δΙσκους, δεν σταματάω!

-Έχετε πολλά επιτυχημένα χρόνια στην ελληνική μουσική. Πιστεύετε ότι έχετε ακόμα να «δώσετε» στο ελληνικό τραγούδι; Τι άλλο να περιμένουμε αυτή τη σεζόν;

Τα τελευταία 5 χρόνια, μέχρι τον τελευταίο χειμώνα έκανα το δίσκο της Αρλέτας, που έχει δεκατρία νέα τραγούδια και παράλληλα, έκανα ένα δίσκο που λέγεται «Παιχνίδια Αγάπης», που έχω μέσα τραγούδια όπως «Τα μικρά Μπαλκόνια» με το Διονύση Σαββόπουλο, το «Γατόνι», το «Ξημερώματα» με το Μίλτο Πασχαλίδη και πολλά άλλα τραγούδια, όπως και με την Αρλέτα, τον Πάνο Μουζουράκη με το «Σκοτεινό μου μυαλό», με το Γιάννη Πάριο το «Καραμέλες», ωραία τραγούδια και πρόσφατα. Επιπλέον, έχω και με το Γιώργο Μαργαρίτη το «Παίζουμε για τη φανέλα» και το «Τελευταία Αγκαλιά», μία μπαλάντα εξαιρετική.

Εγώ στρίμωξα τους λαϊκούς τραγουδιστές με τις μπαλάντες μου, όπως με το Δημήτρη Μητροπάνο το «Για να σ’ εκδικηθώ», του Χρήστου Δάντη «Το παλιό μου παλτό» και το «Όχημα του δήμου», πιο ωραίο από «Το παλιό μου παλτό». Συνολικά, τα δύο τελευταία χρόνια έχω κάνει τέσσερις δίσκους. Δεν βγαίνουν πια τραγούδια, αλλά εγώ βγάζω δίσκους, δεν σταματάω.

 

-Τώρα πού μπορούμε, να σας απολαύσουμε;

Τώρα, παίζω όλες τις Παρασκευές του Νοεμβρίου, στη «Σφίγγα» με το Νίκο Ζιώγαλα, το Γιάννη Γιοκαρίνη και το Γιάννη Μηλιώκα.

 

 

INFO:

Οι Λάκης Παπαδόπουλος, Γιάννης Γιοκαρίνης, Νίκος Ζιώγαλας και Γιάννης Μηλιώκας θα βρίσκονται στη Σφίγγα όλες τις Παρασκευές του Νοεμβρίου.

Κάθε Παρασκευή 2, 9, 16, 23 και 30 Νοεμβρίου

Ώρα έναρξης: 22.30

Μουσική σκηνή Σφίγγα, Ακαδημίας και Ζωοδόχου Πηγής, (είσοδος στον πεζόδρομο Κιάφας 13)

Τηλέφωνο κρατήσεων: 2114096149, 6987844845

sfigamusic@gmail.com