Γράφει ο Κώστας Ευαγγελάτος*

Ο αγιογράφος και ζωγράφος Νικόλαος Καντούνης γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1768. Μαθήτευσε αρχικά κοντά στον λόγιο Αντώνιο Μαρτελάο. Σε μικρή ηλικία χειροτονήθηκε διάκονος. Αν και στο επίγραμμα αυτοπροσωπογραφίας δηλώνει αυτοδίδακτος, είναι γνωστό ότι έλαβε μαθήματα ζωγραφικής από τον συμπατριώτη του Ιωάννη I. Κοραή και πιθανόν και από τον κατεξοχήν ιταλίζοντα καλλιτέχνη Νικόλαο Κουτούζη (1741–1813). Λέγεται δε ότι ο Κουτούζης τον ζήλευε για το έμφυτο αντιγραφικό ταλέντο του και γι’ αυτό τον απέβαλε από το εργαστήριό του.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΝΤΟΥΝΗΣ, Η ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ, ΝΑΟΣ ΑΓΙΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ, ΖΑΚΥΝΘΟΣ

To 1788 χειροτονήθηκε ιερέας στο ναό της Ευαγγελίστριας Ζακύνθου και αργότερα έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Για τις ιδέες του και την επαναστατική του δράση, οι Άγγλοι τον εξόρισαν στο ερημονήσι Δίας της Κεφαλονιάς, τον Μάιο του 1821. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς επανήλθε στο νησί του, όπου και παρέμεινε μέχρι την αποβίωση του το 1834.

Στα σημαντικότερα έργα του συγκαταλέγονται οι μεγάλες θρησκευτικές συνθέσεις για τις εκκλησίες των Αγίων Πάντων και των Αγίων Αποστόλων της Ζακύνθου, οι οποίες καταστράφηκαν σε μεταγενέστερους σεισμούς. Εικόνες που δημιούργησε ο Καντούνης για τα τέμπλα των εκκλησιών των Αγίων Αναργύρων και του Αγίου Γεωργίου της Κυπριάνας βρίσκονται σήμερα στο Μουσείο Ζακύνθου.

Ο Καντούνης διακρίθηκε ιδιαίτερα για τις προσωπογραφίες του και θεωρείται μαζί με τον Νικόλαο Κουτούζη ως θεμελιωτής της κοσμικής ζωγραφικής και κυρίως της νατουραλιστικής προσωπογραφίας. Φιλοτέχνησε και δική του αυτοπροσωπογραφία, κατά την συνήθεια των δυτικών καλλιτεχνών από την Αναγέννηση και μετά.

Η αυτοπροσωπογραφία αποκαλύπτει την αυτοσυνειδησία των ζωγράφων και την αξίωση τους να θεωρούνται κοινωνικά ως πνευματικοί δημιουργοί, και όχι απλοί χειρώνακτες που κατασκευάζουν καλλιτεχνήματα. Συνήθως στις προσωπογραφίες του οι μορφές προβάλλουν στατικά από ουδέτερο χρωματικά βάθος.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΝΤΟΥΝΗΣ, ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΚΟΝΤΕ ΠΕΤΡΟΥ ΒΑΛΣΑΜΑΚΗ, ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ

Στην προσωπογραφία του από τον Καντούνη ο κόντε Πάνος Βαλσαμάκης απεικονίζεται καθιστός λίγο πάνω από τη μέση, ώριμος άντρας με ολόλευκα μαλλιά. Στρέφει τον κορμό του με την τυπική συνταγή της εποχής κατά τρία τέταρτα προς τα δεξιά και το πρόσωπο κατά τρία τέταρτα προς τα αριστερά. Είναι ντυμένος με πολυτελή αστική ενδυμασία, άσπρο πουκάμισο με φουλάρι με δαντελένιες λεπτομέρειες και μαύρο σακάκι.

Έχει φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά προσώπου που τονίζονται από την οξεία μύτη και το βαθύ εσωστρεφές βλέμμα. Κρατάει άνετα το αριστερό του χέρι στο στήθος κάτω από το σακάκι, μια χειρονομία γνωστή από ανδριάντες της αρχαιότητας. Στο δεξί του χέρι κρατά κάρτα ευγενείας με την επιγραφή: Al Nobile Signore / Sig. Pietro Conte Valsamachi…Ceffalonia, η οποία τοποθετεί ταξικά τον εικονιζόμενο στο κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ανήκε και εκπροσωπεί.

Η τάση αυτή που καθιερώθηκε τον δέκατο έκτο αιώνα εξέλιπε σταδιακά στον δέκατο ένατο αιώνα, ο οποίος εξύψωνε πλέον την αστικές και πολιτικές προσωπικότητες, που στηριζόταν όχι στην αίγλη της καταγωγής αλλά στις προσωπικές ικανότητες και αξίες. Η αντιθετική κίνηση του σώματος σε συνδυασμό με τη ζωηρότητα του προσώπου και την στιλπνότητα των χρωμάτων χαρίζει στη μορφή ενεργητικότητα και οδηγεί σταδιακά το βλέμμα του θεατή στο σοβαρό πρόσωπο, ώστε να ολοκληρωθεί το επιβλητικό και επίσημο ύφος του έργου. Πρόκειται για μια συμβατική, νατουραλιστική προσωπογραφία, με τις εμφανέστατες επιρροές της βενετσιάνικης ζωγραφικής που κυριαρχούσε τότε στη Ζάκυνθο.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΝΤΟΥΝΗΣ, ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΜΑΡΙΝΟΥ ΒΕΓΙΑ, ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΕΦΑΛΟΝΙΑΣ

Στην επίσης χαρακτηριστική προσωπογραφία του Μαρίνου Βέγια παρατηρούμε ανάλογες τάσεις προβολής του απεικονιζόμενου. Από σκοτεινό βάθος αναδύεται σχεδόν σε πρώτο πλάνο η μορφή ώριμου άντρα που στρέφει κατά τρία τέταρτα προς τα αριστερά ως προς τον θεατή τον κορμό και μετωπικά το πρόσωπο. Στο πρόσωπο, με το στενό μέτωπο, τα ισχνά χείλη, το δυναμικό πηγούνι και το διεισδυτικό βλέμμα, αποτυπώνεται το εξουσιαστικό και κοινωνικό κύρος του γερουσιαστή Βέγια.

Η σύνθεση είναι ιδιαίτερα επιβλητική με την επίσημη μαύρη στολή με τα χρυσαφί σηρείτια, τη δαντέλλα του λευκού πουκάμισου, την κόκκινη-γαλάζια ταινία και το παράσημο των Αγίων Μιχαήλ και Γεωργίου στο στήθος του Βέγια. Το δεξί χέρι του είναι μέσα στο ένδυμα, ενώ με το αριστερό του κρατεί πινακίδα με την επιγραφή: Presidente del Senato/ Corfu/ Πρόεδρος της Συγκλήτου/ Κέρκυρα.

Ο Μαρίνος Βέγιας από το Αργοστόλι είχε εξαιρετική παιδεία και υπήρξε δεινός ρήτορας. Ήταν πολιτικός, διετέλεσε βουλευτής, ύπαρχος Κεφαλληνίας, πρύτανης στη Ζάκυνθο το 1806, πρόεδρος της Βουλής το 1817 και πρόεδρος της Γερουσίας το 1818.Το παράσημο των Αγίου Μιχαήλ και Γεωργίου, το οποίο του απονεμήθηκε το 1825, καθιερώθηκε με ενέργειες του σκληρού και λαομίσητου αρμοστή Μαίτλαντ το 1818, με σκοπό να τιμώνται άτομα στην διοικητική επικράτειά του και στη συνέχεια για να τιμώνται όσοι πρόσφεραν υπηρεσίες στη Μεγάλη Βρετανία στο εξωτερικό. Ο Καντούνης το έχει ζωγραφίσει με κάθε λεπτομέρεια, ώστε να διακρίνεται το κεντρικό μοτίβο: Ο Άγιος Μιχαήλ, ως άλλος Άγιος Γεώργιος, υποτάσσει τον Σατανά, που απεικονίζεται ως αλυσοδεμένος έγχρωμος άντρας. Παράσταση που προξενεί, αποκαλύπτει συμβολικά και προκαλεί αρνητικές συζητήσεις για την πολιτική της Αγγλίας στις αποικίες της. Εμφανέστατα πρόκειται για μια από τις πιο εκφραστικές προσωπογραφίες της ώριμης φάσης του Καντούνη.

Η ΚΑΡΤΑ ΤΙΤΛΩΝ ΤΟΥ ΜΑΡΙΝΟΥ ΒΕΓΙΑ

Ο Νικόλαος Καντούνης αναδείχτηκε σε έναν από τους πέντε διακεκριμένους δασκάλους της Επτανησιακής Σχολής μαζί με τους Παναγιώτη Δοξαρά, Νικόλαο Δοξαρά, Νικόλαος Κουτούζη και Σπυρίδωνα Βεντούρα κατά την αποδεκτή θεώρηση του ‘Αγγελου Προκοπίου στην έκδοση « Εφτανησιώτικος νατουραλισμός» / «Νεοελληνική Τέχνη» 1936. Ειδικά στις προσωπογραφίες παραμένει συνήθως στην αποτύπωση της επιφανειακής ομοιότητας και δεν προχωρεί διεισδυτικά στην ψυχολογική επεξεργασία των μορφών.

Οι δύο προσωπογραφίες που έχω περιγράψει στην έκδοση «Προσωπογραφίες και Συνθέσεις- 17ος-20ος Αιώνας», από το Κοργιαλένειο Ίδρυμα Κεφαλονιάς, κατατάσσονται στα σημαντικά δείγματα της προσωπογραφικής του τέχνης. Τόσο στην προσωπογραφία του Πέτρου Βαλσαμάκη, όσο και στην προσωπογραφία του Μαρίνου Βέγια πέτυχε να εκφράσει την προσωπική αυτοπεποίθηση και των δύο, η οποία είναι ριζωμένη στη συνείδησή τους λόγω της ανώτερης θέσης τους στην αυστηρά ταξική επτανησιακή κοινωνία της εποχής τους.

*O Κώστας Ευαγγελάτος είναι Ζωγράφος, λογοτέχνης, θεωρητικός τέχνης.

Η ΚΑΡΤΑ ΤΙΤΛΩΝ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΒΑΛΣΑΜΑΚΗ