Ο “παλιός καλός ελληνικός κινηματογράφος” … Ένας ακόμα μύθος

(Α) Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΤΡΕΝΟΥ (1957) Πλάτη αριστερά Αριστείδης Καρύδης-Fuchs, Ντίνος Δημόπουλος, με τα γυαλιά η μακιγιέζ Μαλβίνα, η Άννα Συνοδινού, Γιώργος Σταμπουλόπουλος και η ηθοποιός Ζωρζ Σαρρή.

του σκηνοθέτη Γιώργου Σταμπουλόπουλου

Ο “παλιός καλός ελληνικός κινηματογράφος”. Ένας ακόμα μύθος, ανάμεσα στους τόσους, που παραμυθιάζουν τους έλληνες επί δεκαετίες, και που με το πέρασμα του χρόνου τους πιστεύουν κιόλας.

«Η δική μας κινηματογραφική κουλτούρα», λέει μια πρόσφατη διαφήμιση της ΕΡΤ. Πολύ σωστά. Γενιές ολόκληρες γαλουχήθηκαν με φαρσοκωμωδίες, μελοδράματα, μιούζικαλ made in Greece, μπουλβάρ ή και “πατριωτικές” ταινίες της συμφοράς, που επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο στις σχετικές επετείους. Αν δεν είναι αυτό “κουλτούρα” τότε τι είναι;

ΜΑΝΤΑΛΛΕΝΑ (1960) Με την Αλίκη στο γύρισμα.

Το περίεργο όμως είναι πως και σήμερα ακόμα, εν έτει 2019, εξακολουθούν, αυτού του είδους οι ταινίες να ‘χουνε φανατικούς τηλεθεατές! Όταν μάλιστα σ’ όλα τα τηλεοπτικά κανάλια, κρατικά και ιδιωτικά, τα νούμερα τηλεθέασης είναι υψηλά (με ανάλογο μερίδιο της διαφημιστικής πίττας), σημαίνει πως κι ο αριθμός των θεατών αυτών των ταινιών είναι ικανοποιητικά μεγάλος.

Το πώς εξηγείται τώρα αυτό είναι ένα ερώτημα που κατά τη γνώμη μου χρήζει ψυχανάλυσης.

Γενιές ολόκληρες γαλουχήθηκαν με φαρσοκωμωδίες, μελοδράματα, μιούζικαλ made in Greece, μπουλβάρ ή και “πατριωτικές” ταινίες της συμφοράς, που επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο στις σχετικές επετείους

Η νοσταλγία, ως εξήγηση, έχει να κάνει πιο πολύ με τους ηλικιωμένους, που βλέποντας μια παλιά ταινία ανακαλούν στη μνήμη τους εικόνες απ’ τα νιάτα τους.

Όμως αυτό δεν αφορά τους νέους ή και τους μεσήλικες ακόμα. Γιατί τι είδους νοσταλγία μπορεί να ‘χουνε για πρόσωπα που δε γνώρισαν, χώρους που δεν έζησαν, ή καταστάσεις που δεν βίωσαν;

Το ότι γελάνε ακόμα με τους κωμικούς της εποχής, ή το ότι βλέπουν σε αυθεντική εκτέλεση πασίγνωστα λαϊκά τραγούδια, ίσως να δίνει μια πιθανή απάντηση, αλλά το ερώτημα παραμένει.

Προσωπικά πολύ θα ‘θελα να πιστεύω πως οι παλιές ελληνικές ταινίες συνθέτουν, κατά κάποιο τρόπο, την εικόνα μιας χαμένης αθωότητας, όμως πολύ φοβάμαι πως κάτι τέτοιο απέχει πάρα πολύ απ’ την πραγματικότητα.

ΣΤΟΥΡΝΑΡΑ 288 (1958)
Πλάτη αριστερά Δημήτρης Παπακωνσταντής (τότε βοηθός οπερατέρ),
Μαρίκα Κρεβατά, Ντίνα Τριάντη, Γιώργος Σταμπουλόπουλος με την
κλακέτα, Γιώργος Γαβριηλίδης, Ντίνος Δημόπουλος, Κλέαρχος
Κονιτσιώτης (παραγωγός).

Σαν κάποιος που έζησε τα πράγματα εκ των έσω, κυρίως την εποχή που ήμουνα βοηθός σκηνοθέτη, σε αρκετές απ’ τις πολύ γνωστές ταινίες στο διάστημα 1956-1965(1), αλλά και σε λιγότερο γνωστές, θα ‘θελα εδώ να προσπαθήσω να δώσω τη δική μου εξήγηση για το φαινόμενο, που κάθε άλλο παρά αμελητέο είναι.

Προηγουμένως όμως πρέπει να ξεκαθαρίσω, πως αυτές οι ταινίες που προβάλλονται απ’ την τηλεόραση, ούτε “καλός”, ούτε “κινηματογράφος” είναι.

Πρόχειρα κινηματογραφημένες θεατρικές παραστάσεις είναι οι πιο πολλές, μ’ ελάχιστες εξαιρέσεις, που στόχο είχαν ‒την εποχή που γυρίστηκαν‒ το κέρδος των παραγωγών, παράλληλα με τη δημιουργία σταρ που “τα φέρνουν”, κατά την προσφιλή τους έκφραση (βλέπε Αλίκη Βουγιουκλάκη, Τζένη Καρέζη κ.ά).

Το κέρδος ήταν άλλωστε που κίνησε το ενδιαφέρον πολλών αεριτζήδων, γεμίζοντας τα γραφεία του περιβόητου “Χόλυγουντ”, στην οδό Ακαδημίας 96-100, μ’ ένα σωρό άσχετους, πρώην λαδέμπορους ή ξυλέμπορους, αμόρφωτους μερικές φορές,  ακόμα και δημόσιους υπαλλήλους, που εκτός απ’ το ρόλο του παραγωγού υποδύονταν πολλές φορές κι αυτόν του σεναριογράφου ή του σκηνοθέτη. Αλλά και στον τεχνικό τομέα η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη.

Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΝΟ (1962)
Από αριστερά: Νίτσα Τσαγανέα, Σμαρούλα Γιούλη, Μίμης Φωτόπουλος,
Ντίνος Δημόπουλος, Γιώργος Σταμπουλόπουλος, Giovanni Varriano
(Δ/ντής Φωτογραφίας)

Χωρίς κινηματογραφική υποδομή και δίχως γνώσεις, άτομα αυτοδίδακτα, χωρίς καμιά θητεία σε ειδικές σχολές (μερικοί μάλιστα ήταν κι αγράμματοι) καλούνταν να δημιουργήσουν π.χ. σκηνικά, έστω και αν δεν είχαν γνώσεις ή προηγούμενη εμπειρία, ή να χειριστούνε μηχανήματα υψηλής τεχνολογίας που χρειάζονταν άλλου είδους εκπαίδευση.

Καλά που υπήρχε και ο Φίνος

Καλά που υπήρχε και ο Φίνος, που αν και  αυτοδίδακτος κι αυτός, κατάφερε με τις ικανότητές του να διδάξει μερικούς. Μιλάμε πάντα για τον εμπορικό κινηματογράφο κι όχι για τις σποραδικές απόπειρες σκηνοθετών που, χλευαστικά, χαρακτηρίζονταν ως “κουλτουριάρικες” απ’ τους παραγωγούς και το εθισμένο στην ασημαντότητα κοινό.

Πριν επανέλθω όμως στο αρχικό μου ερώτημα και στο κοινό που μας απασχολεί, θέλω να πω δυο λόγια για το κοινό εκείνου του καιρού. Μεροκαματιάρηδες οι πιο πολλοί, μικροαστοί “νοικοκυραίοι”, και γενικά άνθρωποι μέτριου εισοδήματος, που είχαν σα φτηνή διασκέδαση το σινεμά· για να μην αναφέρω κάποιους απ’ αυτούς που είχαν δυσκολία, λόγω αγραμματοσύνης, στο να διαβάζουν τους υπότιτλους των ξένων ταινιών, γι’ αυτό και προτιμούσαν τις ελληνικές ταινίες.

Όλοι αυτοί λοιπόν, χωρίς ιδιαίτερο αισθητικό κριτήριο, εκεί, στη σκοτεινή αίθουσα, παραβλέποντας τις όποιες τεχνικές ατέλειες (εικόνα, ήχος κλπ.) ή και τις μέτριες αποδόσεις ορισμένων ηθοποιών, ζούσαν το παραμύθι κι ονειρεύονταν· ονειρεύονταν κάτι διαφορετικό από τη μίζερη καθημερινότητά τους, που τους το πρόσφερε ένας ευφάνταστος σεναριογράφος.

Γιατί το παραμύθι ήταν το πιο σημαντικό κι όχι ο τρόπος της αφήγησής του.

Πώς το φτωχό κορίτσι μπορεί να παντρευτεί έναν πλούσιο ή το αντίστροφο, πως ένας πονηρός χωριάτης μπορεί να κοροϊδέψει τους πρωτευουσιάνους, πώς ζουν και πού οι εφοπλιστές και οι εργοστασιάρχες ‒ρόλοι που παίζουν διαρκώς στις ελληνικές ταινίες της εποχής‒ πώς είναι τα σπίτια τους, τι τρώνε ή πώς διασκεδάζουν (εδώ μπαίνει κι η απαραίτητη σκηνή σε πολλές ταινίες, με τους πρωταγωνιστές της να διασκεδάζουν σ’ ένα νυχτερινό κέντρο που τραγουδάει ο Ζαμπέτας, ο Μανώλης Χιώτης με τη Μαίρη Λίντα ή και άλλες φίρμες της εποχής, κάτι που διαφημίζονταν και στις αφίσες της ταινίας).

Κι έτσι αρχίζει μια περίεργη αλληλεπίδραση. Ο παραγωγός, συνδυάζοντας την προσπάθειά του για φθηνό κόστος παραγωγής με την προσωπική του “αισθητική”, που την κουβαλάει απ’ το χωριό του ή ένας θεός ξέρει από που αλλού, πλασάρει μια δική του εικόνα στο θεατή «σαν την ίδια τη ζωή», που αν και δεν είναι αληθινή πολλές φορές γίνεται πρότυπο.

Έτσι, για παράδειγμα, κάποιοι απ’ τους υποτιθέμενους ντεκορατέρ της εποχής ή και τους φροντιστές, μια και δεν είχαν δει ποτέ τους σπίτι εφοπλιστή από κοντά για να το αντιγράψουν, θεώρησαν, ως ένδειξη υπεροχής και πλούτου, πως τα “Δανέζικα” έπιπλα (που μόλις είχαν έρθει στην Ελλάδα), ήτανε τα κατάλληλα για το ανάλογο ντεκόρ. Γι’ αυτό σε αρκετές ταινίες της εποχής, το σπίτι του πάμπλουτου εργοστασιάρχη ή εφοπλιστή είναι επιπλωμένο μ’ αυτά τα έπιπλα.

Κι ο φουκαράς ο θεατής, που πίστευε πως ό,τι βλέπει στο πανί έτσι θα πρέπει να είναι, για να μιμηθεί τον πλούσιο αγόραζε κι αυτός Δανέζικο σαλόνι για το σπίτι του, έστω και μαϊμού. Κι αυτή η μίμηση ισχύει για όλα. Για τον τρόπο ομιλίας, το ντύσιμο, τις κινήσεις των χεριών και του σώματος, τις έξυπνες ατάκες και την εν γένει συμπεριφορά.

Κάπως έτσι, μ’ αυτήν την ‒ας πούμε διαδραστική‒ σχέση ανάμεσα στο σινεμά και τους θεατές του, άρχισε να καλλιεργείται κι η κακογουστιά των νεοελλήνων σε όλα τα επίπεδα, που έφθασε σε οριακό σημείο με τα δήθεν μιούζικαλ στη διάρκεια της χούντας, κι αργότερα με τις βιντεοταινίες. Τις συνέπειες άλλωστε τις βλέπουμε σε πολλά απ’ τα σημερινά προγράμματα της τηλεόρασης.

Αναζητώντας τώρα την ταυτότητα του σύγχρονου φανατικού θεατή του “παλιού καλού ελληνικού κινηματογράφου”, τείνω να πιστέψω πως του ταιριάζει η παροιμία «βρήκε ο γύφτος τη γενιά του», γι’ αυτό και χαίρεται βλέποντας κάπου τον εαυτό του.

Εξαιρώντας όσους διαθέτουνε ακόμα κάποια ποιότητα, σαν επεξήγηση αυτής της άποψης αντιγράφω εδώ ένα σχετικό απόσπασμα απ’ την προσωπική μου ιστοσελίδα(2) που αναφέρεται στο σύνολο των νεοελλήνων: «Για να ‘χουμε όμως μια, κατά προσέγγιση, πιο ολοκληρωμένη εικόνα του ελληνικού λαού σήμερα, θα πρέπει, πριν απ’ όλα, ν’ αναζητήσουμε τα αίτια που έχουν επηρεάσει ‒διαχρονικά‒ την ψυχοσύνθεση του.

Κι εδώ, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, ένα απ’ τα πιο σημαντικά, κατά τη γνώμη μου, είναι η τουρκοκρατία. Από τον τρόπο λειτουργίας του κράτους ‒ρουσφέτι, μπαχτσίσι κλπ‒ ως τη μαγειρική, κι από τη μουσική μέχρι τη φοροδιαφυγή (…), τα τετρακόσια χρόνια της τουρκοκρατίας είναι πάντα εδώ, παρόντα».

Συμπέρασμα;

Σε μια εποχή που ο κόσμος τρέχει προς το μέλλον (ή το άγνωστο αν προτιμάτε) με τρομακτική ταχύτητα, η εμμονή σε μύθους σαν του “παλιού καλού ελληνικού κινηματογράφου”,  μάλλον εμπίπτει στο χώρο της ψυχανάλυσης.

_____________________________________________________________________

(1)    «Ο άνθρωπος του τρένου», «Στουρνάρα 288», «Μανταλένα», «Η Αλίκη στο Ναυτικό», «Ο Κλέαρχος η Μαρίνα και ο Κοντός», «Η Λίζα και η Άλλη», «Ο Θόδωρος και το δίκαννο», «Ο κύριος Πτέραρχος», «Οι Αδίστακτοι», «Η μοίρα ενός αθώου» κ.ά.

(2)         stamboulopoulos.com