Ο παμπόνηρος «υπηρέτης δύο αφεντάδων» δεν ρίχνει την μάσκα

Υπηρέτης δύο Αφεντάδων

Γράφει η Χρυσάνθη Κούτρη

Πρόσφατα παρακολουθήσαμε στο Κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδος την παράσταση «Υπηρέτης δύο αφεντάδων» του Κάρλο Γκολντόνι, σε μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ και σκηνοθεσία Μιχάλη Σιώνα, μία από τις καλύτερες κωμωδίες του παγκόσμιου θεάτρου, που παρουσιάστηκε στο Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

Το επίκαιρο έργο του Ιταλού θεατρικού συγγραφέα διεισδύει, κριτικάρει, σατιρίζει την παρακμή και τη σήψη της κοινωνίας αλλά και τη διαφθορά, που διαχρονικά είναι σύμφυτη με την  ανθρώπινη φύση.

Η αρχική ιδέα της συγγραφής του έργου

Το έργο αποτέλεσε κατά παραγγελία “πρόκληση” για τον αναμορφωτή της Ιταλικής κωμωδίας Κάρλο Γκολντόνι– που συνέγραψε το έργο με ενθουσιασμό- αφού  δέχτηκε  πρόταση από τον ηθοποιό  Αντόνιο Σάκι. Ο Αντόνιο Σάκι ήταν διάσημος Τρουφαλντίνο της Commedia dell’ arte. Ο Σάκι του ζήτησε να γράψει ένα έργο δίνοντας του τη θεματολογία.

Σύμφωνα με τον Ιταλό μελετητή Pietro Gibellini, o Γκολντόνι ακολούθησε ένα σενάριο που είχε παιχτεί το 1718 στο Παρίσι από τον Λουίτζι Ρικομπόνι και τον θίασο του ιταλικού θεάτρου. Επρόκειτο για ένα γαλλικό σενάριο με τίτλο  L’ Arlequin valet de deux maitres του Jean Pierre des ours de Mandajors.

Το θεατρικό έργο του Γκολντόνι βασίστηκε στον καμβά αυτό και μόνο τρεις- τέσσερις σκηνές καθορίστηκες σε κάθε πράξη, ήταν ολοκληρωτικά δικές του. Στις υπόλοιπες σκηνές έδινε μια βασική κατεύθυνση της εξέλιξης και οι ηθοποιοί ακολουθώντας την παράδοση της Commedia dell’ Arte, αυτοσχεδίαζαν. Οκτώ χρόνια αργότερα, ο Γκολντόνι γράφει ολόκληρο το έργο στην μορφή αυτή τη γνωρίζουμε εμείς σήμερα.

Το έργο  κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στο σύνολο της δραματουργίας του Γκολντόνι καθώς και στο ιταλικό και Ευρωπαϊκό θέατρο καθώς- καθώς επιφέρει μια τομή- από την περίεργη σύγκλιση στο χώρο χρόνο. Η πλοκή του έργου βασίζεται στην πλάνη της ταυτότητας των προσώπων.

Σύμφωνα με τον Μ.Πλωρίτη, το έργο γράφετε στην εποχή του Διαφωτισμού και ο συγγραφέας θέλει να δώσει μια όψη ρεαλισμού και να παρουσιάσει τους ανθρώπους και την κοινωνία όπως είναι. Αστός και ο ίδιος, σατιρίζει τους ακαμάτηδες και φαντασμένους «αριστοκράτες». Από την άλλη προβάλλει τα αγαθά και τα καμώματα των λαϊκότερων στρωμάτων.

Το φαγάκι και ο έρωτας

Σε πολλά σημεία κατά την διάρκεια της πλοκής θα παρατηρήσουμε ότι η κινητήριος δύναμη της δράσης των ηρώων, πλουσίων ή φτωχών είναι ο έρωτας και η πείνα. Όταν ο παμπόνηρος υπηρέτης Τρουφαλντίνο ακούει και νοιώθει το στομάχι του να βρυχάται από την πείνα και με μιας βάζει το μυαλό του να δουλέψει. Βάζει το μυαλό του να σκαρφιστεί κάτι που θα βάλει τέλος στο βασανιστήριο της πείνας, με κάθε κόστος. Ακόμα και αν το κόστος είναι να βάλει σε μπελάδες τους ίδιους του τους εργοδότες, δηλαδή τους δύο αφέντες του. Έχει αποφασίσει να υπηρετήσει δύο αφέντες, αφού πιστεύει πως με τον τρόπο αυτό θα εισπράττει περισσότερα χρήματα.

Όμως έχει και την κρυφή ελπίδα ότι θα καλύψει την πείνα του και θα φάει μαζί τους όταν βγει η «δουλειά». Δυστυχώς όμως η ώρα του φαγητού αναβάλλεται συνεχώς μόνο για αυτόν, όχι όμως και για τα αφεντικά που απολαμβάνουν σειρά εδεσμάτων.

Τα αφεντικά είναι απασχολημένα

Το ένα αφεντικό, ο Πανταλόνε, είναι απασχολημένος με το να παντρέψει την κόρη του συνάπτοντας την καλύτερη για αυτόν οικονομική συμφωνία, αφού έχει δεχτεί δύο προσφορές γαμπρών με βαρβάτη προίκα.

Ο ένας όμως, ο Silvio, εκτός από προίκα, διαθέτει και άπλετη αγάπη για την κόρη του. Ο άλλος αφέντης, ο Φλορίντο αναζητεί τον έρωτα του, την Beatrice, που ο αδερφός του δεν έδωσε την συγκατάθεση του να την παντρευτεί  και έτσι μονομάχησε μαζί του.

Όταν πέσουν οι μάσκες

Πρόσωπα που φορούν μάσκες μένουν χαραγμένα στη μνήμη μας εξαιτίας των αποφθεγμάτων που  κοινωνούν στους θεατές και της “μυστικής” τους παρουσίας, που έρχεται για να κριτικάρει την μικροαστική ηθική μας περί γάμου και να υπενθυμίσει την αόρατη γυναικεία δύναμη, που πλανάται στο χώρο.

Ένα από αυτά τα πρόσωπα είναι ο αχθοφόρος που φοράει μάσκα και θα αποκαλύψει το πρόσωπο του, προς το τέλος του έργου. Θα μας πει πως φορώντας την μάσκα του άνδρα, μπορεί και λογαριάζεται στα σοβαρά από την κοινωνία, που δεν θα άντεχε στην ιδέα πως μια τέτοια δουλειά γίνεται από γυναίκα.

Ρωτάει: Γιατί υπάρχουν ανδρικά και γυναικεία επαγγέλματα; Τονίζει τη σημασία που έχει για την ύπαρξη μας η αγάπη, ο έρωτας και η  δύναμη της ψυχής που σκιαγραφεί τις πράξεις μας.

Μιλάει για τον γάμο, «σύμβαση»  που δεν αντικαθιστά την «σύμβαση» του έρωτα που δεν μπορεί να διατηρηθεί από τίποτα, παρά μόνο με τον δικό μας αγώνα, με ψυχή και με σώμα.

Ο Γκολντόνι σύμφωνα με τον Πλωρίτη, βλέπει πέρα από τις τάξεις, προχωρεί συχνά στη «μάχη των φύλων», τονίζοντας τα πνευματικά και ηθικά χαρίσματα των καταπιεσμένων και καταφρονημένων γυναικών- ένας «φεμινιστής» avant la lettre.

Υπηρέτης δύο αφεντάδων

Κατά τη διάρκεια της παράστασης κάποια στοιχεία από την Commedia dell’ arte ξεχωρίζουν όπως οι μάσκες που φοράνε συγκεκριμένα πρόσωπα της κωμωδίας, τα οποία επιλέγουν να αποκαλύψουν την ταυτότητα τους σε συγκεκριμένα σημεία της πλοκής. Το στοιχείο αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό αυτής της κατηγορίας θεάτρου, δηλαδή η περιορισμένη χρήση μασκών. Ένα δεύτερο στοιχείο, που φαίνεται να συνυπάρχει με την παραπάνω ιδιομορφία και που διακρίνει επίσης αυτό το είδος θεάτρου είναι ο αυτοσχεδιασμός που δεν υστερεί σε χιούμορ.

«Και γιατί να μην μπορώ;

Κι αν με διώξει ο ένας, θα έχω τον άλλο»

Τον Τρουφαλντίνο τον παμπόνηρο υπηρέτη- αφεντικό που αποφασίζει να πράξει ορθολογικά με βάση οικονομικούς λόγους και να δουλέψει δύο αφέντες υποδύεται επιτυχημένα  ο Θανάσης Ραφτόπουλος που σαν αίλουρος δρασκελά στη σκηνή, που δεν τον περιορίζει. Υποδύεται τον ρόλο του άρτια κάνοντας δικά του και τα δύο χαρακτηριστικά του  Τσάννι, την πονηρία και την ευστροφία ενός υπηρέτη που δείχνει εκ πρώτης όψεως αδαής και αδέξιος.

Ο Τρουφαλτίνο ως  απλός εργάτης και παρακινούμενος από την πείνα και τον έρωτα δέχεται την προσφορά του Φλορίντο,  ενός εύπορου αφέντη, να γίνει υπηρέτης του. Ο Γιάννης Τσεμπερλίδης που παίζει το ρόλο του Φλορίντο έχει ανάστημα και καλλιτεχνικό ταλέντο για να υποστηρίξει έναν τέτοιο ρόλο που είναι πρωταγωνιστικούς. Όμως o πονηρός υπηρέτης που τα έxει όλα υπολογισμένα κάνοντας την εξής σκέψη: «Και γιατί να μην μπορώ; Κι αν με διώξει ο ένας, θα έχω τον άλλο», δεν υπολόγισε μια λεπτομέρεια… ότι τα δύο αφεντικά του γνωρίζονται!

Ερωτήματα ενός εργάτη που διαβάζει: Ποιος έχτισε την επτάπυλη Θήβα; Στα βιβλία στέκουν τα ονόματα βασιλιάδων. Οι βασιλιάδες κουβάλησαν τους βράχους;

Το δεύτερο αφεντικό του πονηρού Αρλεκίνου είναι η Beatrice, ο μεγάλος έρωτας του Φλορίντο, που τον αναζητά μεταμφιεσμένη σε άνδρα. Την Beatrice υποδύεται η Αννα Σωτηρούδη που με την νευρώδη και δυναμική ερμηνεία της, πείθει στην αρχή του έργου τους θεατές ότι όντως είναι άνδρας, αλλά στην συνέχεια η μάσκα πέφτει.

Ο οπορτουνιστής Pantalone -με την εξαιρετική σε κίνηση και Ρυθμό ερμηνεία του-   που υποστηρίζει ο Νίκος Ορτετζάτος, θέλει να παντρέψει την κόρη του με αυτόν που έκανε πρώτος την καλύτερη προσφορά προίκας, τον αδερφό της Beatrice , που έχει πεθάνει!  Την θέση του παίρνει για να διεκδικήσει προίκα η Beatrice, της οποίας ήταν αδερφός! Κάνει έξαλλο τον Silvio και οδηγεί την κόρη του σε περιπέτειες. Ο Νίκος Ορτετζάτος αλλάζει τον τόνο της φωνής του θέλοντας να ακούγεται σαν ένας υποχθόνιος και βλοσυρός χαρακτήρας-παίζει εξαιρετικά -κινούμενος σε συγχρονισμό με τις “βολές” και ρήσεις  του πεθερού του Ντοττόρε.

Χώρος και σώμα

Άλλοι ρόλοι που δεν περνούν απαρατήρητοι λόγω της κίνησης τους στο χώρο καθώς και της πρωτότυπης μάσκας που φορούν είναι αυτοί του Θανάση Δισλή που υποδύεται τον σερβιτόρο, του Τάσου Ροδοβίτη που υποδύεται τον καμαριέρη και τον σερβιτόρο και της Άννης Τσολακίδου που υποδύεται τον Αχθοφόρο.

Το σκηνικό είναι πρωτότυπο καθώς στο κέντρο της σκηνής βρίσκεται μια κυκλική περιοχή όπου εκεί εκτυλίσσονται όλα τα σημαντικά γεγονότα της πλοκής. Το σκηνικό είναι δυναμικό και αναδιαμορφώνεται από τους ηθοποιούς.

Στην αρχή κάποια πρόσθετα στοιχεία του αφαιρούνται από τους ηθοποιούς, που θέλουν να ορίσουν οι ίδιοι τον τόπο και τον χρόνο και να μας υπενθυμίσουν πως αυτοί είναι ‘’διαχρονικές’’ φιγούρες, το γκροτέσκο σώμα. Το γκροτέσκο σώμα είναι ένα σώμα εν τω γίγνεσθαι, που ποτέ δεν ολοκληρώνεται, ποτέ δεν είναι πλήρες. Βρίσκεται σε μια αέναη αυτό-οικοδόμηση και δημιουργία ενός άλλου σώματος που εν τέλει απορροφά τον κόσμο.

Το έργο είναι από τα καλύτερα που έχουμε παρακολουθήσει την φετινή σαιζόν, τόσο από άποψη υποκριτικού ταλέντου των ηθοποιών, όσο και από άποψη αναπαράστασης και σκηνοθεσίας. Είναι πολύωρο έργο που όμως η πρωτοποριακή του σύνθεση με μοντέρνα στοιχεία, κρατά το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο.

Ελπίζουμε από τη νέα σαιζόν, η παράσταση να ανέβει πάλι και να έχουν την τύχη να την παρακολουθήσουν όσοι δεν κατάφεραν να την δουν φέτος.

Info:

Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος

«Υπηρέτης δύο Αφεντάδων» του Κάρλο Γκολντόνι

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ: Μετάφραση: Ερρίκος Μπελιές, Διασκευή-Σκηνοθεσία: Μιχάλης Σιώνας, Σκηνικά-Κοστούμια: Γιάννης Κατρανίτσας, Μουσική: Αλέξανδρος Ιωάννου, Κίνηση: Έντγκεν Λάμε, Φωτισμοί: Jörg Schuchardt, Μάσκες-Κατασκευή μασκών: Μάρθα Φωκά, Βοηθός σκηνογράφου: Ελένη Κανακίδου, Βοηθοί σκηνοθέτη: Σταυρούλα Κουλούρη, Ευτυχία Σπυριδάκη, Βοηθός σκηνογράφου: Ελένη Κανακίδου, Φωτογράφιση παραγωγής: Τάσος Θώμογλου, Οργάνωση παραγωγής: Marleen Verschuuren

Παίζουν: Λίλα Βλαχοπούλου (Μπριγκέλλα), Γιώργος Δημητριάδης (Ντοττόρε), Χρήστος Διαμαντούδης (Σερβιτόρος, έως 7/4 | Σίλβιο, από 10/4), Θανάσης Δισλής (Σερβιτόρος), Στεφανία Ζώρα (Κλαρίσσα), Γεωργία Κυριαζή (Σερβιτόρος), Ειρήνη Κυριακού (Σμεραλντίνα), Φανή Ξενουδάκη (Σερβιτόρος), Νίκος Ορτετζάτος (Πανταλόνε), Τίμος Παπαδόπουλος (Σίλβιο, έως 7/4), Θανάσης Ραφτόπουλος (Τρουφαλντίνο), Τάσος Ροδοβίτης (Καμαριέρης, Σερβιτόρος), Άννα Σωτηρούδη (Μπεατρίτσε), Γιάννης Τσεμπερλίδης (Φλορίντο), Άννη Τσολακίδου (Αχθοφόρος)

Μουσικός επί σκηνής: Αλέξανδρος Ιωάννου (βραδινές παραστάσεις), Γεώργιος Μαδίκας (πρωινές παραστάσεις)