«Στιγμιαίες» αισθητικές απόψεις

Συνοπτική κριτική εισαγωγή για την εικαστική performance και τα συναφή εκφραστικά είδη.

Κώστας Ευαγγελάτος, Αντιπολεμιικό Μνημείο, Wnterschool, Γλασκώβη 1994

Γράφει ο Κώστας Ευαγγελάτος*

Με βάση τη θεωρητική και πρακτική σχέση της Ζωής με την Τέχνη και το αισθητικό αίτημα για ταύτισή τους, η εικαστική παράσταση-performance είναι μια νέα εικαστική μορφή που επιτυγχάνει την ταύτιση αυτή.

Το αισθητικό αποτέλεσμα είναι βέβαια «στιγμιαίο» αφού υπάρχει όσο διαρκεί η εικαστική παράσταση. Μόνο η φωτογραφική μηχανή, η βιντεοκάμερα και η κινηματογραφία δίνουν την δυνατότητα για καταγραφή της δράσης και για διάσωση των εικαστικών εικόνων της performance, ενώ η αισθητική συγκίνηση που προξενεί απομένει δυνητικά στη μνήμη των συμμετεχόντων.

Performance, λοιπόν είναι μια παράσταση με συγκεκριμένο, ή αφηρημένο θέμα, που κάθε εκφραστική της δράση συντελείται μέσω της προέκτασης των εικαστικών εκφραστικών μέσων στο χώρο.

Η πολλαπλότητα των μέσων έκφρασης που μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά τη διαδικασία-τελετουργία της performance δίνει στον καλλιτέχνη τη δυνατότητα να πολλαπλασιάσει τις αισθητικές και ψυχικές συγκινήσεις, απέναντι στις μεταπλάσεις του αντικειμενικού κόσμου. Η όλη διαδικασία βασίζεται στις θεωρίες για την ιδεατή αλλά και πρακτική ταύτιση του έργου τέχνης και ζωής.

Στην ευρύτερη έννοια της performance- «παράστασης» ανήκουν και άλλες συναφείς μορφές τέχνης, όπως η body art και το happening.

Body art, σωματική τέχνη – τέχνη για το σώμα ή με το σώμα. Είναι η περίπτωση, που το ίδιο το σώμα του καλλιτέχνη ή κάποιου συμμετέχοντος μοντέλου γίνεται το έργο τέχνης, που δρα και εκτίθεται στο κοινό, όπως αναλογικά και τα “άψυχα” έργα του παρελθόντος.

Έκθεση SCRIPTORIUM, Κώστας Ευαγγελάτος, Ζωντανό γλυπτό. Πάρκο Ελευθερίας 1999

Όπως αναφέρω σε δοκίμιο μου στην “Ιδεογραφική Σμίλη”, 1997 “Το ανθρώπινο σώμα είναι ο καλύτερης ποιότητας καμβάς για το πινέλο ενός ζωγράφου, που σχεδιάζει, χαράζει, χρωματίζει πάνω του τις ιδέες του, ακολουθώντας πολλές φορές την ανατομία και τις αισθητικές λύσεις, που του προσφέρει τελικά το ίδιο το σώμα”.

Το σώμα που σαν σινιάλο ζωντανής ύπαρξης γίνεται όργανο απελευθέρωσης από κάθε είδους κοινωνικοπολιτικά ταμπού.

Επίσης το happening-συμβάν, ένα γεγονός τυχαίο ή προμελετημένο ως ένα βαθμό, που ο αυτοσχεδιασμός και το απροσδόκητο χαρακτηρίζουν την εκτέλεσή του πολλές φορές με τη συμμετοχή-σύμπραξη και των θεατών. Επίσης πολλές από τις ακραίες και βίαιες δράσεις που προέκυψαν είχαν αφετηρία τους την οργισμένη ιδεολογική σύγκρουση- θυμό των καλλιτεχνών με τον αντικειμενικό κόσμο.

Όπως και το κίνημα της Arte Povera, που επιχείρησε να αποσυνθέσει τα όρια του καλλιτεχνικού έργου, ευτελίζοντας την υλική του υπόσταση με τη χρήση και αξιοποίηση των φθηνών υλικών, αλλά και την ταχεία ανάπτυξη της εννοιολογικής τέχνης, που με το διανοητικό πρόταγμα της επιδίωξε να ανατρέψει την επικρατούσα έννοια για το “έργο τέχνης”, και η performance με αμεσότητα και δυναμισμό συντέλεσε στην κυριαρχία και προβολή αντισυμβατικών δεδομένων. Αυτά τα συμβάντα-δράσεις και οι σημερινές διαδράσεις-interactions, διαφέρουν βέβαια από τη θεατρική πράξη, τις μεθόδους ερμηνείας και τους στόχους της αλλά σπάνια αυτονομούνται εικαστικά.

Στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου και των τεχνών η σύνδεση ζωής-έργου τέχνης είναι πάντοτε παρούσα, και ιστορικοκοινωνικά το φαινόμενο της performance μπορεί να αναχθεί στις πρώτες ανθρώπινες κοινωνίες. Όπως η Τέχνη γενικότερα, έχει άμεση συγγένεια με τις μαγικές-θρησκευτικές τελετουργίες.

Η εμφάνιση του “διακοσμημένου” με σύμβολα εξορκισμού και γονιμότητας ατόμου ιδιαίτερα στις πρωτόγονες κοινωνίες, δεν γίνεται εν τη μονώσει, αλλά ενώπιον των συντρόφων του και με τη σύμπραξη της ομάδας που ανήκει.

Η παράδοση αυτή με ποικίλες και πολλαπλές παραλλαγές και αποκλίσεις έφθασε μέχρι τις μέρες μας. Βασικά παραδείγματα τα επιζωγραφισμένα σώματα και πρόσωπα των ιθαγενών. Βέβαια σε αυτό το ιδιότυπο και άκρως ενδιαφέρον είδος ενός οιονεί body art εκτός από τα στοιχεία της δοξασίας διακρίνεται και μια τάση “ωραιοποίησης” και καλλιτεχνικής έκφρασης περιποίησης του εαυτού τους.

Γενικά διαπιστώνεται ότι στην εξελικτική πορεία των τεχνών η σύνδεση της ζωής και του έργου τέχνης είναι με διάφορες μεθόδους πάντοτε παρούσα. Από τη μελέτη των ζωντανών μοντέλων οι καλλιτέχνες οδηγούνται σε συνθέσεις κόσμων και καταστάσεων, ανάλογα με την εποχή τους, τις κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις και τις ιδέες που την διέπουν. Για πρώτη φορά όμως η επιταγή για μια «ζωντανή τέχνη» αναπτύχθηκε μαζί με την αναρχική τάση του καλλιτέχνη για τη λήξη της σχέσης κράτος–εκκλησία–παραγγελία–έργο-διακόσμηση χώρου και τον προσανατολισμό της καλλιτεχνικής δράσης σε ανεξάρτητα υπερρεαλιστικά και φουτουριστικά πεδία.

Κώστας Ευαγγελάτος, antiperformance, Dada-EST art Gallery, Αθήνα 1995

Οι εικαστικοί performers με την ευρύτερη έννοια του τίτλου εμφανίζονται απ’ τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Οι Ρώσοι της avant-garde-πρωτοπορίας, ο κορυφαίος ποιητής και ιδιότυπος περφόρμερ Mayakovsky, οι φουτουριστές με το futurist manifesto, το δυναμικό αντιεξουσιαστικό κίνημα του «Ντανταϊσμού», με τις ανατρεπτικές και ριζοσπαστικές τάσεις τους διατυπωμένες και γραπτά στα ανάλογα μανιφέστα τους, έδωσαν τις θεωρητικές μορφικές αναφορές, αλλά και τις πρακτικές εφαρμογές των νέων εκφραστικών μέσων. Τα κινήματα αυτά είχαν και πολιτικές αποχρώσεις ανάλογες των κοσμοθεωριών της εποχής τους.

Όταν ο Hugo Ball, o Hans Richter, o Tristan Tzara, o Hans Arp και άλλοι σημαντικοί καλλιτέχνες συνέλαβαν την ιδέα για μια παράσταση τύπου «καμπαρέ», με τραγούδια, απαγγελίες κειμένων, εκθέσεις έργων και διάφορα νούμερα, σε δωμάτιο που νοίκιασαν στη Ζυρίχη, ίδρυσαν το πρώτο Performance Center στην ιστορία. Κατόπιν η κυκλοφορία του φυλλαδίου Cabaret Voltaire, η διάδοση των «ντανταϊστικών» κειμένων και η ίδρυση της γκαλερί Dada, συνέτειναν στην εξάπλωση του κινήματος. Το Dada δεν ήταν ένα απλό καλλιτεχνικό κίνημα, αλλά ένα κίνημα γενικότερης κοινωνικής αναθεώρησης και διαμαρτυρίας.

Στόχος, βέβαια, δεν ήταν μόνο η θετική διατύπωση τάσεων με σκοπό τον σκανδαλισμό της αστικής τάξης, αλλά και η θεωρητική παραδοχή ακόμη και της καταστροφής σαν είδος δημιουργίας.

Η σχεδόν ταυτόχρονη ανάπτυξη του φουτουριστικού και του σουρεαλιστικού κινήματος, με την επίτευξη της πλήρους αποσύνδεσης του καλλιτέχνη από την παράδοση, με έντονη διεθνή εμβέλεια, συνέτειναν στην εμφάνιση και αποδοχή νεωτεριστικών μορφών εικαστικής έκφρασης. Όμως, η εμπέδωση του φαινομένου των happenings και των performance ουσιαστικά γίνεται με την ανάπτυξη της Pop Art.

Επιταγή της είναι η αμεσότητα της τέχνης.

Έτσι, πολλοί εκφραστές της, εκτός από την προσθήκη πραγματικών αντικειμένων στα έργα τους, κάτι που είχαν κάνει πρώτοι οι «ντανταϊστές», όπως ο Kurt Schwitters, πρόσθεσαν στα έργα τους στοιχεία ζωντανής παράστασης.

George Maciounas

Προς το τέλος της δεκαετίας του 1950 είναι η χρυσή εποχή των happenings. Οι καλλιτέχνες δημιουργούν περιστατικά, συνήθως αυτοσχέδια, που σε ατμόσφαιρα αμεσότητας και πολλές φορές προκλητικότητας και αυτοτιμωρίας συνταράζουν το κοινό. Ιδιαίτερα στις Η.Π.Α. το happening έγινε επίσημα παραδεκτό σαν νέο εικαστικό είδος και άρχισε να διδάσκεται η τεχνική του σε πανεπιστήμια της Καλιφόρνια.

Στον ευρωπαϊκό χώρο όμως η διεύρυνση των μορφών εικαστικής δράσης συνεχίζεται με πιο εγκεφαλικές και ιδιότυπες παραστάσεις. Παράδειγμα οι «ανθρωπομετρίες» του Yves Klein, που χρησιμοποιώντας γυμνά γυναικεία σώματα βουτηγμένα στο χρώμα, έφτιαχνε πίνακες με την συνοδεία μουσικής ενώπιον του κοινού, σε γκαλερί και άλλους χώρους.

Yves Klein

Αυτές και άλλες παρεμφερείς εκδηλώσεις στόχο τους είχαν να καταδείξουν, ότι ο καλλιτέχνης μπορεί να υπερβεί τα φυσιολογικά του όρια και ότι ο καθένας, ακόμη και ο ίδιος ο κόσμος, μπορούσε να θεωρηθεί σαν έργο τέχνης. Σε αυτές τις ευρωπαϊκές performance υπήρχε περισσότερη θεωρητική σκέψη και λιγότερη τάση επίδειξης και “εφφέ”.

Ήδη, όμως, στη δεκαετία του 1960 το κίνημα Fluxus, με τις αναρχικές και επαναστατικές επιτεύξεις, σε διεθνές επίπεδο, έδωσε μια νέα προέκταση στο αμερικάνικο happening, με τη συμμετοχή στο κίνημα εκπροσώπων όλων των εικαστικών-εκφραστικών μορφών.

Εκπρόσωποι του οι: George Maciounas, ο οποίος έγραψε και το μανιφέστο fluxus, Tomas Schmit, Wolf Vostell, Ben Vautier, Nam June Paik, Dick Higgins,Yoko Ono, και άλλοι. Γενικά το fluxus, όπως φανερώνει η λατινική ρίζα flux-ροή, με βάση τις θεωρίες του Marcel Duchamp, του John Cage και τη φιλοσοφία Ζεν, είχε στόχο τη δημιουργία μιας ροής ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές έκφρασης, όπως τα εικαστικά, η μουσική, η λογοτεχνία, το θέατρο, το design, η αρχιτεκτονική, κ.α. επιχειρώντας να καταργηθούν τα στεγανά μεταξύ των τεχνών, να αποδομιθεί η παραδοσιακή έννοια του έργου τέχνης, και να στεριώσει μια ουσιαστική διαλεκτική σχέση μεταξύ τέχνης και ζωής, αλλά κύρια την απαλλαγή του ατόμου από κάθε φυσική, διανοητική και πολιτική αναστολή.

Από το 1963 προσχώρησε στο fluxus ο Joseph Beuys (1921-1986). Η μικρή ιδιαίτερη αναφορά στη συμβολή του στην παραγωγή αξέχαστων εικαστικο-φιλοσοφικών συνθέσεων που υπήρξε τεράστια είναι απαραίτητη για την προσέγγιση του φαινομένου μετασχηματισμού της τέχνης και του ανθρώπου που επεχείρησε, πάντοτε με οπτική του το μέλλον.

Στην ποικιλότροπη δομή και λειτουργία της υπερανήσυχης κοινωνίας, προσπάθησε με το έργο του και την εν γένει στάση του απέναντι στη Ζωή και την Τέχνη να δημιουργήσει κάτι σαν “ουράνιο τόξο” στην ανθρώπινη σκέψη και στο τραύμα, ίσως αθεράπευτο, της κοινωνίας αυτής.

Ένας απ’ τους πιο ενδιαφέροντες και πρωτοπόρους «καλλιτέχνες» ο Beuys , που η ευρύτητα της αντίληψης του και η ιδιάζουσα συμπεριφορά του αποκτά ιδιαίτερο βάρος σήμερα, που τα κάθε λογής τραύματα της μετα-καπιταλιστικής οικονομίας πλήττουν θανάσιμα την υποτιθέμενα αναπτυγμένη κοινωνία μας. Το πολυεπίπεδο έργο του γίνεται εν δυνάμει αισθητικός φάρος στα αδιέξοδα της εποχής μας.

Ήταν αναμενόμενο το fluxus να προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις, που κυρίως είχαν σαν αποτέλεσμα την επιστροφή μεγάλης μερίδας των εικαστικών τεχνών και ιδιαίτερα της ζωγραφικής σε πιο συντηρητικές φόρμες, σαν αντίθεση των παραδοσιακών καλλιτεχνών στους εξτρεμιστές του κινήματος και να στρέψει ένα μέρος της σύγχρονης τέχνης στη στείρα εμπορικοποιημένη παραγωγή φορμαλιστικών “μεταμοντέρνων” απομιμήσεων, που άκμασαν διεθνώς στη χρηματιστηριακά και εν μέρει πολιτιστικά παγκοσμιοποιημένη κοινωνία.

Μουσειακή έκθεση για το κίνημα Fluxus

Οι οπτικές εικόνες όμως, είτε ζωντανές, είτε κατασκευασμένες στο χώρο και η σχέση τους με τη φωτογραφική αποτύπωση, την κινηματογραφημένη δράση και την βιντεογραφική τέχνη (videoart), έχουν πλέον περιορίσει καθοριστικά τη λειτουργία και τη θέση του αναρτημένου στον τοίχο ζωγραφικού πίνακα και κάθε παραδοσιακή προσέγγιση και εκδοχή για το έργο τέχνης στον κατοικήσιμο ή δημόσιο χώρο.

Την ίδια περίπου εποχή εμφανίζονται οι διαμορφώσεις «περιβάλλοντος» με τη βοήθεια της μηχανικής και της τεχνολογίας, όπως ο Christo (Valley Curtain 1970-72), και άλλοι καλλιτέχνες-ερευνητές, που έβαλαν την σφραγίδα τους στο χώρο της performance, των happenings και των environments-περιβαλλόντων.

Αναφέρω ενδεικτικά τους: John Cage, Claes Oldendurg, Atsuko Tanaka, Wolf Vostell, Allan Kaprow, Chris Burden, Hermann Nitsch, Gilbert and George, Robert Morris, Dennis Oppenheim, Andy Warhol, Zhang Huan, Bruce Nauman, Rebecca Horn, Marina Abramovic κ.α.

Rebecca Horn

Παράλληλα με την ευρωπαϊκή άνθιση των actions και των performance, το happening συνεχίζει να απασχολεί πρωτοποριακούς καλλιτέχνες. Πολλές φορές τέτοιες παραστάσεις καταλήγουν σε σεξουαλικές και αυτοκαταστροφικές ακρότητες και η έντονη βίωση μιας κατάστασης από τους performers οδηγεί σε πανικό το κοινό που τις παρακολουθεί σε δημόσιους χώρους, πανεπιστήμια ή στα Performance Center.

Αν και πολλές περιπτώσεις δεν έγιναν ευρύτερα γνωστές, ο πόθος του καλλιτέχνη για την ουσιαστική ταύτιση έργου τέχνης και ζωής είχε φτάσει στην κορύφωσή του.

Σήμερα, σε πόλεις του Εξωτερικού λειτουργούν τα λεγόμενα Performance Center, είτε οργανωμένα σε ειδικούς πολυχώρους, είτε αυτοσχέδια, όπως είναι το προαύλιο του Beaubourg στο Παρίσι. Στην Αθήνα δεν ευδοκίμησε κάτι ανάλογο συστηματικά. Η κοινωνικοπολιτική δομή της χώρας μας δεν επιδεχόταν εξτρεμισμούς, ούτε είχε ανάγκη από ιδιότυπες καλλιτεχνικές αναζητήσεις.

Ήδη από τις αρχές του 1960 νεοέλληνες καλλιτέχνες, που είχαν σπουδάσει ή μετεκπαιδευτεί στο εξωτερικό και είχαν διεθνείς εικαστικές προσλήψεις και εμπειρίες έδωσαν την προσωπική τους άποψη, σχετικά με την performance, το happening, το Ζωντανό Εικαστικό Έργο (tableau vivante), αλλά και την mail-art, την λετριστική (letter) τέχνη, την εννοιολογική τέχνη (conceptual art) και την τέχνη στο περιβάλλον (environments).

Κain Karawahn, To be alive, Berlin, photo by Ian Riephoff

Όλες αυτές οι Παραστάσεις και τα συναφή συμβάντα που έγιναν στον τόπο μας, αρκετές φορές συνδεδεμένα νοηματικά με την προβολή των τεράστιων προβλημάτων των σύγχρονων κοινωνιών και της επιβίωσης του ανθρώπου, δεν πήραν ποτέ τον χαρακτήρα κάποιου κινήματος, αλλά εμφανίστηκαν μεμονωμένα και αντιμετώπισαν αρκετές φορές τον εμπαιγμό του απληροφόρητου παραδοσιακού κοινού, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια της εμφάνισης τους στην εγχώρια καλλιτεχνική ζωή.

Παρόλα αυτά εντυπωσιάζουν τους ειδήμονες τα μουσικά δρώμενα, υπερβατικά έργα του συνθέτη σύγχρονης μουσικής Γιάννη Χρήστου, για (ηθοποιό, πιανίστα, τραγουδιστή κ.α), οργανικό σύνολο και μαγνητοταινία, έργα ιδιαίτερης έμπνευσης, που σφράγισαν θετικά την δεκαετία του 1970.

Γενικότερα διαπιστώνουμε με βάση δημοσιεύματα, κριτικές αναφορές, προσωπικά και βιβλιογραφικά στοιχεία δύο ελλειμματικά στοιχεία σε σχέση με ανάλογες απόπειρες στο εξωτερικό. Την διενέργεια των ποικίλων performance ενώπιον κάποιων καλλιτεχνών με σχεδόν πλήρη απουσία φιλοτέχνων και κοινού καθώς και την καταφυγή σε θεατρικότητες ενάντιες στην ουσιαστική εικαστική performance.

Happening – Συμβάν του Wolf Wostell

Στην δεκαετία του 1980 οι περιπτώσεις performance στην Ελλάδα, σε αντίθεση με τα κέντρα κουλτούρας του εξωτερικού, είναι πλέον ελάχιστες. Σημαντική εξαίρεση και πάλι οι μουσικές- ηχητικές παραστάσεις του συνθέτη Γιάννη Χρήστου σε αφιερωματικές επαναλήψεις από τους συνεργάτες του.

Βέβαια γίνονται αρκετές προσπάθειες εξοικείωσης του φαινομένου των νέων εικαστικών τρόπων και μέσων με το κοινό από τα ξένα Μορφωτικά Ινστιτούτα, ιδιαίτερα το Γαλλικό Ινστιτούτο, το Ινστιτούτο Γκαίτε και το Βρετανικό Συμβούλιο καθώς και από κάποιες γκαλερί της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Θετικό επίτευγμα της περιόδου η καθυστερημένη παραδοχή της φωτογραφίας σαν σημαντικής τέχνης και οι εκθέσεις φωτογραφικών έργων σε αρκετές γκαλερί, καθώς και οι πρώτες προβολές της εξελισσόμενης video-art.

Τα ζωντανά έργα όμως και γενικά οι εικαστικές παραστάσεις ήταν χλιαρά αποδεκτά, στην φτωχή, σε σχέση με άλλους τόπους, εικαστική παράδοση της σύγχρονης Ελλάδας και οι αφορμές δημιουργίας τέτοιων συμβάντων καθώς και οι πιθανότητες αποδοχής ήταν μηδαμινές. Η αναζωπύρωση του φαινομένου των ζωντανών εικαστικών εικόνων και δράσεων έγινε δυναμικότερη στη δεκαετία του 1990 με κάποιες μεμονωμένες και περιθωριακές απόπειρες αναρχικής αντίληψης που προφήτεψαν τα υπαρξιακά εκφραστικά διλήμματα των ανεξάρτητων καλλιτεχνών, που κυριολεκτικά “αφανίστηκαν” από τη λαίλαπα του νεοπλουτισμού και των κυκλωματικών υπεύθυνων που επιβλήθηκαν πανηγυρικά σε θεσμικές θέσεις από χορηγούς-χρηματοδότες και μεσάζοντες.

Electric art

Όσο για την ανέκαθεν δημοφιλή body art, έχει πλέον επιρροή στον κόσμο της μόδας και του μασκαρέματος. Εξαιτίας των εντυπώσεων που προξενεί το συναντούμε σε επιδείξεις με εμπορικά μοντέλα, σε σχολές μακιγιάζ και κομμωτικής μέχρι τις θερινές ντισκοτέκ και τα parties…

Μια σύγχρονη «γοητευτική» διαδικασία εξίσωσης. Η πρόσφατη αναζωπύρωση της αναπαραστατικής αισθητικής που πισωγυρίζει την εξέλιξη σε δευτερογενή κοσμική πρόσληψη και εικονιστική απόδοση του κόσμου παραμένει μια επαχθής τροχοπέδη στη θεωρητική και πρακτική πορεία όλων των εννοιακών εικαστικών μορφών και τάσεων.

Γενικά μέχρι σήμερα έχουν συμβεί πολλές, ποικίλες, αμφιλεγόμενες και αδιάφορες αρκετές φορές performance. Κύρια σε συνδυασμό με video-art, πολυμέσα και διαδραστικές καταστάσεις, που οι πλέον αξιοσημείωτες είναι περισσότερο θεατρικές, χορευτικές, μουσικές ερμηνείες, με χρήση κάποιων στοιχείων εικαστικής performance. Στην πλειοψηφία τους φανερώνουν «μιμητικό» χαρακτήρα των επιτεύξεων των πρωτοπόρων του είδους…Η performance σήμερα υπάρχει σαν είδος και καθιερώθηκε από την πρωτοπορία σαν μια ανεξάρτητη, ιδιότυπη διαδραστική συχνότητα έκφρασης.

George Sigal

Όσον αφορά το εκθεσιακό παρόν αυτών των performance σε πολυδάπανες κρατικές και ιδιωτικές διεθνείς συνδιοργανώσεις από την OUTLOOK του 2003, ενδιάμεσες ψηφιακές και πολυσυλλεκτικές Μπιενάλε μέχρι και την σχετικά πρόσφατη DOCUMENTA 14 στην Αθήνα, είναι μάλλον χλιαρό, αρκετές φορές κενό και επιδερμικό, παρά τις σεξιστικές προβολές, τις “ακραίες” επισημάνσεις που ελάχιστους πλέον σοκάρουν, τις δήθεν πολιτικές συνιστώσες και τις ποικίλες ευρηματικότητες, αξιόλογες ή αδιάφορες που τις συνιστούν.

Η μάστιγα της εκφραστικής παρακμής των ζωντανών έργων βασίζεται στη διοργάνωση τους από “επιμελητές” που εκπροσωπούν εταιρείες και οργανισμούς, οι οποίοι επιδέξια καλλιεργούν την αισθητική σύγχυση, ώστε κάθε ανεξάρτητη και πηγαία περίπτωση να προσχωρήσει στους δικούς τους κανόνες επιβολής και προβολής ή διαφορετικά να χαθεί, με απώτερο στόχο το οικονομικό τους όφελος από καλλιτέχνες πιόνια. Σε αυτό συμβάλλει και το έλλειμμα ικανής παιδείας και ερευνητικών πρακτικών μεθόδων έρευνας εκπαιδευτικών, ιστορικών τέχνης, δημοσιογράφων και επιμελητών τέχνης που απλά ανατρέχουν σε δεδομένα και διαδικτυακά αρχεία…αποφεύγοντας το καυτό της βιωματικής γνώσης.

Documenta 14, Κασσελ – Αθήνα, εγκατάσταση στην πλατεία Ομονοίας

Στη μεγάλη και αδυσώπητη περιπέτεια της ανακάλυψης του υποκειμενικού καλλιτεχνικού “εαυτού” και της διαδικασίας της εικαστικής έκφρασης, η performance με τη δύναμη της ζωντανής διάστασης, μπορεί να αιματοδοτεί και να ζωογονεί τα είδωλα της καλλιτεχνικής προσωπικότητας των δημιουργών, που εκφράζουν με αμεσότητα την υπαρξιακή αλήθεια και την ανθρώπινη δημιουργικότητα.

Βιώνουμε ήδη τον προβληματικό 21ο αιώνα, με το ζωντανό κληροδότημα του 20ου, στον οποίο για πρώτη φορά η ανατρεπτική τάση και θεώρηση των καλλιτεχνών, οδήγησε σε μια πολυμορφική, ενίοτε ακραία και άνευ ορίων εκφραστική κατάθεση. Αυτή η οριακή κατάληξη και δυνητική κατάσταση πορείας απελευθέρωσε και αναμόχλευσε προοδευτικά τις αισθητικές αναζητήσεις και με τη διαρκή έρευνα έδωσε νέες προοπτικές στις έννοιες του χώρου, της εικόνας, του χρόνου, της συμμετοχικής καλλιτεχνικής διαδικασίας και δράσης.

Η χρήση και η κυριαρχία του καλλιτέχνη επί των τεχνολογικών μέσων έκφρασης και η ζωντανή σύμπραξη καλλιτέχνη και κοινού σε διαδραστικά πεδία πέρα από τα δεδομένα του εκλογικευμένου τεχνολογικού συστήματος φλερτάρει ευτυχώς ακόμη και στον αιώνα μας με την υπέρβαση των εκφραστικών ορίων και δυνητικά ανάγει τη σκέψη και την πράξη στην αρχετυπική “ουσία” της Τέχνης σαν δραστική ικανότητα πολλαπλασιασμού της δημιουργίας.

Κώστας Ευαγγελάτος είναι
Ζωγράφος, Λογοτέχνης, Θεωρητικός της τέχνης.

Gagosan Gallery 2013