Χριστίνα Μόραλη: «Η κεραμική είναι μεγάλη αγάπη για μένα»

Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη

Η τέχνη του πηλού χαρακτηρίζεται από μια διαχρονικότητα χιλιάδων ετών στα βάθη της ιστορίας. Αποτελεί μία από τις αρχαιότερες τέχνες, που έχουν καταγραφεί με αρχαιολογικά ευρήματα και χαρακτηρίζουν τον πολιτισμό της κάθε εποχής.

Το πήλινο αντικείμενο είναι ίσως το πρώτο συνθετικό υλικό, που δημιούργησε ο άνθρωπος αρχικά για χρηστικούς αλλά και εικαστικούς σκοπούς. Αυτή την τέχνη, την τέχνη της κεραμικής, επέλεξε να υπηρετήσει η εικαστική καλλιτέχνις και κεραμίστρια, Χριστίνα Μόραλη.

Χριστίνα Μόραλη

Η Χριστίνα Μόραλη καταφέρνει με μια μοναδικότητα και συνδυάζει την καλλιτεχνική ευρηματικότητα και έμπνευση με τις σύγχρονες εικαστικές ανάγκες. Αυτό οφείλεται κυρίως στο έμφυτο ταλέντο της αλλά και στις οικογενειακές της καταβολές.

Ο ζωγράφος Γιάννης Μόραλης, από τους επιφανέστερους Έλληνες καλλιτέχνες του 20ού αιώνα, αδελφός του πατέρα της, Γεώργιου Μόραλη, βετεράνου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και του δημιουργικού της πνεύματος. Αλλά και από την πλευρά της μητέρας της, ο παππούς της ήταν αρχιτέκτονας και ζωγράφιζε.

Συναντήσαμε την καταξιωμένη κεραμίστρια στο εργαστήριό της στον Άγιο Στέφανο και μιλήσαμε για την τέχνη της κεραμικής.

 

– Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την κεραμική;

Ήξερα τι ήθελα επαγγελματικά από την ηλικία των δεκαέξι ετών. Είχα στο νου μου να σπουδάσω ζωγραφική και να δώσω εξετάσεις στην Καλών Τεχνών. Έκανα λοιπόν προπαρασκευαστικά μαθήματα, στον Γιάννη Γεωργιόπουλο, θείο μου, που είχε παντρευτεί την αδελφή του πατέρα μου και του Γιάννη Μόραλη.

Τη δεκαετία του ’70 ανακαλύπτω τις εφαρμοσμένες τέχνες, που ήταν στα σπάργανα και αποφασίζω την τελευταία στιγμή, να μη δώσω εξετάσεις και να σπουδάσω εσωτερική διακόσμηση στο «Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο», στη Σχολή Δοξιάδη.

Όμως, δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να διακοσμώ «σπίτια κυριών». Τότε ήταν πολύ διαφορετικά από ότι σήμερα. Δεν υπήρχε το design, το οποίο εκείνη την εποχή η Σχολή Δοξιάδη είχε αρχίσει να διδάσκει. Θα έπρεπε δηλαδή να ασχοληθώ μόνο με διακόσμηση οικιών, βιτρινών κ.λ.π.

Τότε, ανακαλύπτω την κεραμική και πηγαίνω να σπουδάσω αυτό το αντικείμενο στο Λονδίνο, στο Hammersmith (Chelsea) College of Art. Στην Ελλάδα, μια χώρα με ιστορία στην κεραμική από τα αρχαία χρόνια, δεν υπήρχε Ανώτατη Σχολή Κεραμικής αλλά ακόμα και σήμερα έχουμε την ίδια κατάσταση.

Τελειώνοντας, ήθελα διακαώς να επιστρέψω στην Ελλάδα και να ανοίξω εργαστήριο και έτσι έκανα.

– Ποιοι άνθρωποι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή και στην καριέρα σας;

Ο Γιάννης Μόραλης, αδερφός του πατέρα μου, έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωσή μου ως καλλιτέχνιδα. Όταν έχεις μέσα στην οικογένεια έναν μεγάλο καλλιτέχνη, η ενασχόληση με την τέχνη είναι κάτι πολύ φυσικό Τον παρακολουθούσα ασυνείδητα μέσα από την οικογενειακή μας σχέση προσπαθώντας να κάνω το καλύτερο.

Αλλά και ο παππούς μου, Γεώργιος Φάρος, αρχιτέκτονας, θυμάμαι να μου σκιτσάρει ατελείωτα παραμύθια σε χαρτιά από τσιγάρα, μπλοκ, ξύλα τα οποία τα έχω φυλαγμένα ακόμα με πολλή αγάπη.

– Αν ήσασταν τώρα 20 ετών, θα ασχολιόσασταν και πάλι με την κεραμική;

Η κεραμική είναι μεγάλη αγάπη για μένα παρά τις ατελείωτες δυσκολίες της που αντιμετωπίζουμε. Είναι σκληρή δουλειά αλλά και μαγική! Παρά τις προσπάθειες που έχουμε κάνει οι κεραμιστές της εποχής μου και παρά την ιστορία της, δυστυχώς η κεραμική δεν χαίρει της εκτίμησης που της αξίζει στη χώρα μας.

– Αντιλαμβάνομαι από τα λεγόμενά σας τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας κεραμίστας. Φαντάζομαι όμως ότι είχατε και ωραίες στιγμές στη δουλειά σας;

Η κεραμική και οι εικαστικές τέχνες γενικότερα είναι μοναχικές τέχνες. Με το πέρασμα του χρόνου και θέλοντας να το αλλάξω αυτό και να δώσω έναν άλλο τόνο, ξεκίνησα τη δεκαετία του ’90 να κάνω εκθέσεις τα καλοκαίρια εκτός Αθηνών, σε νησιά η σε χωριά στην ηπειρωτική χώρα.

Τις εκθέσεις πάντα τις συνόδευα με ζωντανή μουσική και τις διαφήμιζα με διάφορους πρωτότυπους τρόπους. Κάποια φορά είχα χρησιμοποιήσει και ξυλοπόδαρους.

Κάτι άλλο που θυμάμαι με αγάπη είναι η εποχή που ξεκίναγα τη δημιουργία της σειράς «Pop Art», design όπως η Δεκάρα, το Πτιμπέρ, Ασπιρίνη κ.ά. Ήταν πολύ δημιουργική εποχή με εκπλήξεις σε έναν νέο χώρο, το design.

– Δημιουργήσατε το Δημιουργικό Εργαστήριο Κεραμικής. Σε ποιους απευθύνεται και τι νιώθετε ότι έχετε αποκομίσει εσείς η ίδια από τη διαδικασία της διδασκαλίας;

Το «Δημιουργικό Εργαστήριο» που έχω φτιάξει απευθύνεται σε ενήλικα άτομα που ενδιαφέρονται να βάλουν στην ζωή τους την τέχνη. Προσπαθώ με έναν ελεύθερο τρόπο διδασκαλίας να τους απελευθερώσω την ευαισθησία, τη φαντασία, την πρωτοτυπία, που σίγουρα ενυπάρχει από τη στιγμή που επιλέγουν να ασχοληθούν με την κεραμική. Βλέπω ανθρώπους που δεν είχαν ποτέ στο παρελθόν καταπιαστεί με την κεραμική ή με άλλη μορφή τέχνης να βγάζουν από μέσα τους καταπληκτικές δημιουργίες.

«Το ‘‘Δημιουργικό Εργαστήριο’’ που έχω φτιάξει απευθύνεται σε ενήλικα άτομα που ενδιαφέρονται να βάλουν στη ζωή τους την Τέχνη»

– Πώς βιώνετε την εξέλιξη της ελληνικής κεραμικής και πώς θεωρείτε ότι λειτουργεί σε σχέση με τις άλλες μορφές σύγχρονης εικαστικής τέχνης;

Όταν το ’76 έστησα το δικό μου εργαστήριο στην Αθήνα, δεν μπορείτε να φανταστείτε τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι κεραμίστες.

Περιορισμένα υλικά, έλλειψη αποδοχής από τους ειδικούς και το κοινό και πολλά άλλα. Υπήρξε όμως μια καλή μαγιά σύγχρονων κεραμιστών που έκανε προσωπικό αγώνα να επιβάλει την ταυτότητά της. Σε μία χώρα που η κεραμική είχε δύναμη ως παραδοσιακή τέχνη και ταυτόχρονα δεν υπήρχε ανώτατη σχολή ήταν πολύ δύσκολο για τον κόσμο να την αποδεχθεί ως μορφή σύγχρονης τέχνης.

Όλοι προσπαθήσαμε, ο καθένας με το δικό του τρόπο να διαμορφώσουμε την ταυτότητα της σύγχρονης ελληνικής κεραμικής και πιστεύω ότι υπάρχει σήμερα ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα με διακρίσεις, ακόμα και σε διεθνές επίπεδο, παρ’ όλα αυτά ο χώρος αντιμετωπίζει ακόμη δυσκολίες.

* Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην axianews.