Γράφει ο Κώστας Ευαγγελάτος,
Ζωγράφος, Λογοτέχνης, θεωρητικός της τέχνης
Ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο / Giorgio de Chirico γεννήθηκε στο Βόλο το 1888. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Ιταλού Εβαρίστο και της Τζέμα ντε Κίρικο. Ο πατέρας του εργαζόταν ως μηχανικός και επέβλεπε την κατασκευή του θεσσαλικού σιδηροδρομικού δικτύου το 1881. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα το 1897, εννέα χρόνια μετά τη γέννηση του. Ο αδελφός του, Αντρέα Αλμπέρτο, ακολούθησε επίσης σταδιοδρομία στις καλές τέχνες και την λογοτεχνία, χρησιμοποιώντας από το 1914 το ψευδώνυμο Αλμπέρτο Σαβίνιο διατηρώντας ενεργή συμμετοχή στην εξέλιξη του αδελφού του.
Ο ντε Κίρικο σε αυτοβιογραφικό του κείμενο, περιέγραψε τα παιδικά του χρόνια με αναφορές στην αρχαία ελληνική μυθολογία και ειδικότερα στο μύθο της Αργοναυτικής εκστρατείας, με αφετηρία το Βόλο, γράφοντας πως πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη γη του Κλασικισμού, έπαιξε στις ακτές που είδαν την «Αργώ» να ξεκινάει το ταξίδι της, στους πρόποδες του βουνού, που ήταν μάρτυρας στη γέννηση του γοργοπόδαρου Αχιλλέα και στις σοφές νουθεσίες τού δασκάλου του, του κένταυρου».
Ο πατέρας του επιθυμούσε να ακολουθήσει ο Τζόρτζιο το επάγγελμα του μηχανικού. Τελικά ενθάρρυνε τα καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα των γιών του και ανέθεσε σε ιδιωτικούς δασκάλους την μόρφωσή τους. Πρώτος δάσκαλος του ντε Κίρικο υπήρξε ο Μαυρουδής, ένας νέος Έλληνας ζωγράφος από την Τεργέστη. Αργότερα, την περίοδο 1903-1905, φοίτησε στο Σχολείο των Τεχνών, με δασκάλους τους Γεώργιο Ροϊλό, Κωνσταντίνο Βολονάκη και Γιώργο Ιακωβίδη. Τον Μάιο του 1905 ο πατέρας του αποβίωσε. Το γεγονός πιθανώς συνδέεται με την αποτυχία του ντε Κίρικο, την ίδια χρονιά, στις τελικές εξετάσεις της σχολής.
Το 1906, εγκαταστάθηκε με τη μητέρα και τον αδελφό του στο Μόναχο, όπου ξεκίνησε σπουδές τέχνης στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών. Αποχώρησε από την Ακαδημία πριν ολοκληρώσει τις σπουδές του και το 1909 εγκαταστάθηκε στο Μιλάνο. Την ίδια περίπου περίοδο ήρθε σε επαφή με το έργο του Φρειδερίκου Νίτσε, το οποίο επέδρασε καταλυτικά στην εξέλιξή του και στη διαμόρφωση της τεχνοτροπίας του. Το 1910 φιλοτέχνησε «Το αίνιγμα ενός φθινοπωρινού απογεύματος», από τα πρώτα έργα τής Μεταφυσικής Ζωγραφικής. Διακρίθηκε έκτοτε για την έντονα αινιγματική ατμόσφαιρα και την μαγική σιγή των μορφών του, ενσωματώνοντας παράλληλα ποιητικά στοιχεία και μεταφέροντας αντικείμενα ή καθημερινές σκηνές, στη σφαίρα του ανεξήγητου, με καθαρή πλαστικότητα.
Το 1911 μετακόμισε στο Παρίσι, έχοντας προηγουμένως επισκεφτεί το Τορίνο, το οποίο απεικόνισε σε σειρά πινάκων του. Βασισμένος στις διασυνδέσεις τού αδελφού του έγινε δεκτός στους καλλιτεχνικούς κύκλους του Παρισιού. Το 1912 παρουσιάστηκαν τρία έργα του στο Φθινοπωρινό Salon. Τον επόμενο χρόνο συμμετείχε στην Έκθεση του Salon των Ανεξάρτητων. Ο Γκυγιώμ Απολλιναίρ, υπήρξε από τους πρώτους ένθερμους υποστηρικτές του και σύντομα ο ντε Κίρικο εντάχθηκε μαζί με τον αδελφό του στο σημαντικό κύκλο καλλιτεχνών που περιλάμβανε διάσημους ζωγράφους όπως οι Πάμπλο Πικάσο και Φράνσις Πικαμπιά. Κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, η παραγωγικότητά του περιορίστηκε. Διατήρησε παρά τις δυσκολίες την επικοινωνία του με τον Απολλιναίρ και τον Τριστάν Τζαρά, συμμετέχοντας σε περιοδικές εκδόσεις των ντανταϊστών.
Ο ντε Κίρικο ήταν λιποτάκτης από τον Μάρτιο του 1912 και είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης. Όμως όταν το 1915 η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Αυστρία, δόθηκε αμνηστία σε όλους τους λιποτάκτες που θα παρουσιάζονταν άμεσα. Ο ντε Κίρικο, παρουσιάστηκε τελικά το Μάιο του 1915 στην Φλωρεντία. Μετατέθηκε στην Φεράρα όπου το 1917, ο ζωγράφος Κάρλο Καρά μετατέθηκε στην ίδια πόλη και συνδέθηκαν φιλικά. Ο Καρά επηρεασμένος από τον Ντε Κίρικο και αφομοιώνοντας πολλά στοιχεία της Μεταφυσικής Ζωγραφικής εγκατέλειψε τον «ντανταϊσμό». Το 1918 έγραψε το δοκίμιο «Συνεισφορά σε μια νέα μεταφυσική ζωγραφική» που τον οδήγησε σε διαμάχη με τον ντε Κίρικο.
Στη Ρώμη που είχε εγκατασταθεί ο ντε Κίρικο οργανώθηκε η πρώτη μεγάλη ατομική του έκθεση, στη γκαλερί Bragaglia το 1918. Όμως ο κριτικός τέχνης Ρομπέρτο Λόνγκι, με σημαντική επιρροή στην ιταλική καλλιτεχνική σκηνή της εποχής, σχολίασε αρνητικά την Μεταφυσική Ζωγραφική του. Ο ντε Κίρικο συνέχισε να δημοσιεύει δοκίμια στο ιταλικό περιοδικό Valori Plastici, το οποίο φιλοξένησε πληθώρα θεωρητικών κειμένων για τη Μεταφυσική Ζωγραφική. Ο εκδότης του Μάριο Μπρόλιο υπήρξε ο κυριότερος έμπορος έργων του ντε Κίρικο στην Ιταλία και ο πρώτος που εξέδωσε μία μονογραφία αφιερωμένη σε εκείνον με σειρά δοκιμίων από επιφανείς διανοητές. Στη Ρώμη επίσης, ο ντε Κίρικο υπήρξε μέλος του θεατρικού κύκλου με επίκεντρο τον Ιταλό συνθέτη Αλφρέντο Καζέλα και τον διάσημο θεατρικό συγγραφέα Λουίτζι Πιραντέλο πρεσβεύοντας ότι «το έργο τέχνης δεν πρέπει να έχει λόγο, ούτε λογική. Με αυτό τον τρόπο προσεγγίζει το όνειρο και το μυαλό του παιδιού». Ο ντε Κίρικο πέθανε το 1978 στη Ρώμη.
Ο Τζόρτζιο Ντε Κίρικο με τις ιδιότητες του ως ζωγράφος, συγγραφέας και γλύπτης, θεωρήθηκε ιστορικά ο πατέρας της Μεταφυσικής Ζωγραφικής (Pittura metafisica) και επηρέασε τεχνοτροπικά και θεωρητικά τα νέα καλλιτεχνικά ρεύματα του 20ού αιώνα, όπως ο υπερρεαλισμός και η Νέα Αντικειμενικότητα. Οι πίνακες και τα γλυπτά του διαμορφώνονται από οραματικά, ποιητικά στοιχεία και την ατμοσφαιρική αμφισημία των αντικειμένων. Στις συνθέσεις πρωταγωνιστούν ανδρείκελα, απρόσωπες κούκλες στέρεας δομής. Η παραγωγή του από το 1911 αναγνωρίστηκε διεθνώς ως σημαντική. Όμως το νεοκλασικό ύφος που υιοθέτησε μετά το 1919, και σχεδόν το σύνολο των έργων του μετά την περίοδο της «Μεταφυσικής Ζωγραφικής» θεωρήθηκε από πολλούς κριτικούς και ιστορικούς τέχνης υποδεέστερο σηματοδοτώντας μία συντηρητική μεταβατική φάση στις αρχές της δεκαετίας τού 1920. Στα πλαίσια βαθιάς εσωτερικής αλλαγής άρχισε να αντιγράφει έργα των Δασκάλων της Ιταλικής Αναγέννησης, μιμούμενος τις συνθέσεις και το ύφος τους. Με τα τελευταία έργα του δήλωσε απροσδόκητα την αντίθεση του στον μοντερνισμό.