James Joyce-Nora Barnacle: Η αγάπη αγαπά να αγαπάει την αγάπη …

James Joyce (centre) and the former Nora Barnacle after their wedding in London in 1931

Δουβλίνο, 10 Ιουνίου 1904, ο τότε 22χρονος James Joyce συναντά στο δρόμο για πρώτη φορά την 19χρονη καμαριέρα Nora Barnacle. Ψηλή, κοκκινομάλλα και με νωχελικό βήμα, όπως ο ίδιος την περιγράφει, αποτελεί για εκείνον μια τόσο γοητευτική εικόνα που μην μπορώντας να αντισταθεί στον πειρασμό, τη σταματά και της ζητά να βγούνε ραντεβού.

Γράφει η Λιάνα Ζωζά

Εκείνη από την πλευρά της, βλέποντας τον ευγενή νεαρό αισθάνεται πως θα μπορούσε να βγει μαζί του με ασφάλεια και έτσι δέχεται να τον ξανασυναντήσει. Το ραντεβού ορίζεται για πέντε μέρες αργότερα, αλλά η Nora δεν εμφανίζεται ποτέ.

Η απογοήτευση, αλλά και η επιθυμία να την ξαναδεί, τον οδηγεί στο να της στείλει ένα σημείωμα με το οποίο ουσιαστικά της ζητά νέο ραντεβού. “Μπορεί και να’ μαι τυφλός. Κοίταξα ώρα εκείνο το κεφάλι με τα κοκκινόξανθα μαλλιά και κατέληξα ότι δεν ήταν το δικό σου. Γύρισα σπίτι εντελώς αποκαρδιωμένος … Ας ορίσουμε μια συνάντηση – αν δεν με έχεις, βέβαια, ξεχάσει”, της γράφει.

Nora Barnacle

Τελικά αποδείχθηκε πως η κοπέλα δεν εμφανίσθηκε, γιατί δούλευε και δεν μπόρεσε ενώ ήθελε και να τον ειδοποιήσει, αλλά και να τον ξαναδεί. Το νέο ραντεβού ορίσθηκε για την αμέσως επόμενη ημέρα και αυτή τη φορά πραγματοποιήθηκε.

Αργότερα, σε μία από τις ερωτικές του επιστολές, της υπενθυμίζει εκείνο το πρώτο ραντεβού τους, στις 16 Ιουνίου 1904: “Εσύ ήσουν, πονηρό, ξεδιάντροπο κορίτσι, που με οδήγησες σε αυτό τον δρόμο. Δεν ήμουν εγώ που σε ακούμπησα, χρόνια πριν, στο Ρίνγκσεντ. Το δικό σου χέρι γλίστρησε μέσα στο παντελόνι μου, τράβηξε στην άκρη το πουκάμισό μου και με ακούμπησε με τα μακριά, γαργαλιστικά δάχτυλά σου. Και όλη την ώρα με κοιτούσες με τα ήρεμα μάτια σου σαν Αγία...”.

Για τον Joyce η ημερομηνία αυτή θα γίνει τόσο σημαντική που τοποθετεί ολόκληρη τη δράση του μυθιστορήματος του Οδυσσέας (Ulysses) στις είκοσι τέσσερις ώρες της 16ης Ιουνίου 1904 και η Nora γίνεται ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες του βιβλίου, η Molly Bloom. Και η ίδια η Nora, όμως θα παραμείνει σημαντική για τον Joyce σε όλη την υπόλοιπη ζωή του και θα την ξανασυναντήσουμε σαν Gretta Conroy στους Νεκρούς (The Dead), σαν Bertha στους Εξόριστους (Exiles), και σαν Anna Livia Plurabelle στο Ξύπνημα των Φίνεγκαν (Finnegans Wake).

James Joyce and Nora Barnacle.

Ο πρώτος και μεγάλος έρωτας του εξελίσσεται σε μια ισόβια εμμονή για τη Nora Barnacle. Σύντροφος και ερωμένη, φίλη και εξομολογήτρια καταλαμβάνει τη ζωή και το έργο του, επειδή εκείνος της το ζητά με τον τρόπο και τη στάση ζωής του. Μη θέλοντας να την αποχωριστεί ούτε λεπτό, ακόμη και αρκετά χρόνια αργότερα από εκείνη την πρώτη τους συνάντηση, ξεκινά να της γράφει τα περιβόητα ερωτικά γράμματα που υπογράφει σαν Jim και απευθύνονται στο Dirty Little Fuckbird του, όπως την αποκαλεί.

Αν και ο ίδιος δεν πίστευε στην οικογένεια και στο θεσμό του γάμου και είχε απορρίψει ανοιχτά τη θρησκεία, η αυστηρή καθολική ανατροφή του, εμφανίζεται πάντα και σε ανύποπτο χρόνο σε όλη του τη ζωή και δείχνει μια άλλη πλευρά του που συγκρούεται έντονα με αυτή του ανατρεπτικού Joyce.

Στο γράμμα που της έστειλε, όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει την συντηρητική Ιρλανδία για τη Γενεύη, δεν της άφησε άλλη επιλογή από το να τον ακολουθήσει, ακόμη και αν της έκανε ξεκάθαρο πως οι πιθανότητες να παντρευτούν ήταν μηδαμινές και ο ρόλος της θα ήταν να είναι η παράνομη ερωμένη του. Η άλλη επιλογή της ήταν να παραμείνει στην Ιρλανδία, ηθική και ανύπαντρη. Στις παρακάτω γραμμές, ο Joyce περιλαμβάνει τις συνειδητές απόψεις του για την οικογένεια και το γάμο, κάτι που δεν άλλαξε ποτέ στην πορεία, αν και αρκετά χρόνια αργότερα και αφού απέκτησαν δύο παιδιά, παντρεύτηκε τελικά την Nora Barnacle.

Το μυαλό μου απορρίπτει τις κοινωνικές συμβάσεις και τον Χριστιανισμό, το σπίτι, τις αποδεκτές αρετές, τις κοινωνικές τάξεις και τα θρησκευτικά δόγματα. Πώς γίνεται να μου αρέσει η ιδέα της οικογένειας; Η δική μου οικογένεια ήταν απλά ένα μεσοαστό συνονθύλευμα που καταστράφηκε απ’ τις σπατάλες του πατέρα μου, τις οποίες και κληρονόμησα. Η μητέρα μου αργοπέθαινε, νομίζω, από την κακομεταχείριση του πατέρα μου, από ταλαιπωρίες χρόνων και από τη δική μου κυνική ειλικρίνεια. Καταράστηκα το σύστημα που τη μετέτρεψε σε θύμα. Μόνο ως αλήτης μπορώ να γίνω μέρος του κοινωνικού κατεστημένου…”.

Nora Barnacle and her children.

Αν και το έργο του Joyce, χαρακτηρίσθηκε από την Ιρλανδική κυβέρνηση, σαν πορνογραφικό, ορισμός που επηρέασε και την ιρλανδική κοινωνία, είναι σίγουρα “αθώο” μπροστά στις ερωτικές επιστολές που έστελνε στη σύντροφό του. Το ύφος και η γλώσσα που χρησιμοποιεί μπορεί να ξενίσουν τον όχι υποψιασμένο αναγνώστη, δείχνουν όμως το μεγαλείο ενός ευφυούς συγγραφέα, στον οποίο δεν δόθηκε τυχαία ο τίτλος ενός από τους κορυφαίους λογοτέχνες του εικοστού αιώνα.

Ο Κωστής Παπαγιώργης, σχολιάζοντας τα Γράμματα στη Νόρα: Ο μικρός τόμος (138 σελίδων), όπου διαβάζουμε τα απόκρυφα αναφορικά με τους έρωτες του Τζόυς με τη Νόρα, ουσιαστικά ανταποκρίνονται σε ένα σαρκικό πάθος που σήμερα τουλάχιστον δεν αφήνει σύξυλο τον αναγνώστη. Ωστόσο, δεν είναι μόνο η περιέργεια που ικανοποιείται, αλλά και ένα πάθος για τα συγγραφικά μυστικά που μπορεί να αρχίζουν στο λευκό χαρτί, αλλά βόσκουν παράταιρα πάνω στο κορμί της Νόρας.”

James Joyce with his daughter Lucia Anna Joyce, wife Nora Barnacle, and son Giorgio.

Τον Δεκέμβριο του 1909, ο Joyce βρισκόταν στο Δουβλίνο για επαγγελματικούς λόγους, ενώ η Nora με τα δύο παιδιά τους παρέμεινε στο σπίτι τους στην Τεργέστη. Η επικοινωνία τους υπήρξε καθημερινή μέσα από επιστολές που περιελάμβαναν από ανταλλαγή σκέψεων έως τολμηρές ερωτικές φαντασιώσεις.

Η Nora γνωρίζοντας τη συνήθεια του Joyce να επισκέπτεται πόρνες κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, απαντούσε με τον ίδιο προκλητικό τρόπο στα γράμματα του προσπαθώντας να του εξάπτει τη φαντασία και να τον κρατά κοντά της. Στο σύνολό τους οι επιστολές αποτελούν ένα υπέροχο χρονικό της σχέσης τους.

Όπως σημειώνει η μεταφράστρια και επιμελήτρια της ελληνικής έκδοσης Γράμματα στη Νόρα, Κατερίνα Σχινά, “οι επιστολές του Τζόυς προς τη Νόρα είναι ένα συγκινητικό χρονικό του έρωτά τους: χιούμορ, λυρισμός, έξαρση και αμφιβολία, ομολογίες πίστης και εκρήξεις οργής, νυγμοί ζήλιας και παραδοχές συντριβής, θρησκευτικό δέος και όρκοι λατρείας εναλλάσσονται πάνω σ΄έναν σταθερό καμβά υφασμένο από αγωνία για επικοινωνία και πόνο για σωματική και ψυχική ταύτιση”.

Nora Barnacle.

Σε ένα από τα γράμματα του, της εκφράζει την αγάπη και το πάθος του: “Ω, να μπορούσα να φωλιάσω στην κοιλιά σου σαν παιδί γεννημένο από τη σάρκα και το αίμα σου, να τραφώ από το αίμα σου, να κοιμηθώ στο ζεστό, μυστικό σκοτάδι του κορμιού σου! Σε βλέπω σε εκατοντάδες στάσεις, αλλόκοτες, αισχρές, παρθενικές, ληθαργικές. Δώσ’ μου τον εαυτό σου, πολυαγαπημένη, δώσ’ μου τον ολόκληρο όταν συναντηθούμε. Όλα όσα είναι ιερά, κρυμμένα από τους άλλους, πρέπει να μου τα δώσεις ανεπιφύλακτα. Θέλω να είμαι ο κύριος της ψυχής και του κορμιού σου”. Σε κάποιο άλλο, την εκλιπαρεί: “ Σώσε με, αληθινή μου αγάπη! Σώσε με από την κακία του κόσμου και από την ίδια μου την καρδιά!

Την επιπλήττει με χιούμορ: “Το γάντι σου έμεινε ξαπλωμένο πλάι μου όλη νύχτα –ξεκούμπωτο–, όμως, κατά τα άλλα, συμπεριφέρθηκε πολύ φρόνιμα – όπως η Νόρα. Σε παρακαλώ, μην ξαναφορέσεις αυτόν το θώρακα στο στήθος, δεν μου αρέσει να αγκαλιάζω ένα γραμματοκιβώτιο”.

Και τρελός από ζήλεια, παραληρεί: “Είναι γιος μου ο Τζώρτζι; Η πρώτη φορά που κοιμήθηκα μαζί σου στη Ζυρίχη ήταν στις 11 Οκτωβρίου κι εκείνος γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου. Μας κάνει εννιά μήνες και 16 μέρες. Θυμάμαι ότι το αίμα ήταν ελάχιστο εκείνο το βράδυ. Σε έχει γαμήσει κανένας άλλος πριν έρθεις μαζί μου; Μου έχεις πει ότι ένας κύριος ονόματι Χόλοχαν (καλός καθολικός, εννοείται, τυπικός στην άσκηση των θρησκευτικών του καθηκόντων το Πάσχα) ήθελε να σε γαμήσει όταν ήσουν σ’ εκείνο το ξενοδοχείο, χρησιμοποιώντας αυτό που αποκαλούν «αγγλική καπότα». Το έκανε; Ή μήπως τον άφησες μονάχα να σε χαϊδέψει και να σε πασπατέψει με το δάχτυλο; Τι θα απογίνει τώρα η αγάπη μου; […] Ίσως να γελάνε όταν με βλέπουν να μοστράρω τον γιο «μου» στους δρόμους”.

“I hope Nora will let off no end of her farts in my face so that I may know their smell also.” 

—December 8, 1909