Nam June Paik: Ο πατέρας της video art

Skin has become inadequate in interfacing with reality. Technology has become the body’s new membrane of existence. —Nam June Paik

Photo: Sueddeutsche Zeitung Photo/Alamy Stock Photo

Γράφει η Λιάνα Ζωζά

Ο “μπαμπάς” της video art, Nam June Paik γεννήθηκε το 1932, στη Σεούλ και ήταν το μικρότερο παιδί μιας ευκατάστατης οικογένειας που είχε άλλα τέσσερα παιδιά. Ο πατέρας του ήταν ιδιοκτήτης μιας μεγάλης κλωστοϋφαντουργικής εταιρείας και ο Paik μεγάλωσε μελετώντας μουσική και συγκεκριμένα εκπαιδεύθηκε σαν κλασικός πιανίστας.


Nam June Paik

Εξαιτίας του Κορεατικού πολέμου, η οικογένεια αναγκάζεται, το 1950, να μετακομίσει, αρχικά στο Χονγκ Κονγκ και στη συνέχεια στην Ιαπωνία, όπου έξι χρόνια μετά αποφοιτά από το Πανεπιστήμιο του Τόκιο καταθέτοντας τη διατριβή του για τον συνθέτη Arnold Schoenberg.

Στη συνέχεια μετακομίζει στην Γερμανία για να συνεχίσει τις σπουδές του στην ιστορία της μουσικής, στο Πανεπιστήιμιο του Μονάχου. Εκεί συναντά, ανάμεσα σε άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες,  τον συνθέτη John Cage, έναν από τους πρώτους οργανωτές του κινήματος Fluxus, τον George Maciunas και βέβαια τον Joseph Beuys.

Reclining Buddha, 1994

Γίνεται ενεργό μέλος του Fluxus, που εκείνη την εποχή συγκέντρωνε το ενδιαφέρον όλων των πρωτοπόρων καλλιτεχνών, λόγω της αποδοχής που υπήρχε στις διάφορες, ακόμη και πειραματικές, μορφές τέχνης. Στην ουσία, αυτό το ανομοιογενές καλλιτεχνικό κίνημα χαρακτηρίσθηκε από την εμφανή εστίαση στην καλλιτεχνική δράση, την προσωπικότητα, τις απόψεις και τις τοποθετήσεις του καλλιτέχνη μετατοπίζοντας τη από το ίδιο το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Για τη δημιουργία των “έργων” χρησιμοποιήθηκαν μέσα, όπως η performance, η μουσική, η ποίηση, η ζωντανή εικόνα και το video.

Εξάλλου, ο Nam June Paik, ήταν ένας πολύπλευρος καλλιτέχνης και οι ιδιότητες του  σαν στοχαστής, γλύπτης, performer, μουσικός και βέβαια δημιουργός και εμνευστής της video art συνθέτουν την τέχνη του και μας δίνουν μόνο μια μικρή εικόνα του τεράστιου έργου και οράματός του. Μέσα από το έργο του διακρίνουμε έντονα την αγωνία του να προπορεύεται πάντα της εποχής του και την επιθυμία του να ταξιδέψει η τέχνη του στο μέλλον.

Electronic Superhighway: Continental U.S., Alaska, Hawaii, 1995

Το έργο του “Electronic Superhighway”, μια μεγάλων διαστάσεων εγκατάσταση που αποτελείται από πενήντα ένα monitors που λειτουργούν συγχρόνως, προβάλλοντας διαφορετικές εικόνες και από φωτεινούς σωλήνες neon που τη διατρέχουν και περικλύουν τις οθόνες, είναι η εικόνα της Αμερικής που ο Paik εισέπραξε, όταν έφθασε εκεί το 1964. Το τεράστιο δίκτυο αυτοκινητοδρόμων που προσκαλούσε τον ταξιδιώτη σε ένα road trip χωρίς τέλος και τα φωτισμένα με neon μοτέλ στις άκρες τους, του έδωσαν τα ερεθίσματα για τη δημιουργία ενός έργου σχεδόν προφητικού.

Ακόμη και στη σημερινή εποχή της άμεσης και απεριόριστης πληροφορίας, μεμονωμένα τα κράτη εξακολουθούν να έχουν ξεχωριστές ταυτότητες και πολιτισμούς και αυτό το βλέπουμε συμβολικά μέσα από τα διαφορετικά χρώματα και εικόνες που συνθέτουν το συγκεκριμένο έργο.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο, πως του αποδίδεται η δημιουργία του όρου Information Superhighway”, Παραλλαγή ίσως, τουElectronic Superhighwayπουεκφράζει απόλυτα την αγάπη του για τη τεχνολογία και τη χρήση της στα έργα του, προβλέποντας ταυτόχρονα την τεράστια σημασία της μετάδοσης της πληροφορίας μέσα από αυτή, πράγμα που σήμερα αποτελεί μια πραγματικότητα. Όπως ο ίδιος έλεγε: “The culture that’s going to survive in the future is the culture that you can carry around in your head.”.

Sketch for Modulation in Sync at the Guggenheim Museum Bilbao, 2001

To 1963, κάνει την επίσημη πρώτη καλλιτεχνική του εμφάνιση, στην Galerie Parnass, στο Wuppertal, με διάσπαρτες τηλεοράσεις παντού μέσα στο χώρο, χρησιμοποιώντας μαγνήτες για να μεταβάλλει ή να αλλοιώσει τις εικόνες τους. Είχε όμως προλάβει, το 1960, να κάνει αισθητή την παρουσία του, όταν σε μια performance, παίζοντας στο πιάνο Chopin, αφού έπεσε πάνω στο πιάνο, όρμησε στο πλήθος και αρπάζοντας τον John Cage και τον πιανίστα David Tudor τους έκοψε με ψαλίδι τα ρούχα και τους πέταξε σαμπουάν στο κεφάλι.

Ένα χρόνο αργότερα, μετακομίζει στη Νέα Υόρκη, γνωρίζει την τσελίστα Charlotte Moorman και αρχίζει να πειραματίζεται στη δημιουργία έργων που συνδυάζουν το video, την μουσική και την performance. Από αυτούς τους πειραματισμούς προέκυψε και το Opera Sextronique, 1967, προκαλώντας σκάνδαλο, όταν η Moorman συνελήφθη λόγω της παρουσίας της που ήταν topless.

Vin Grabill, Charlotte Moorman performs Nam June Paik’s TV Bra for Living Sculpture on the roof of her loft, 62 Pearl Street, New York, July 30, 1982. © Vin Grabill. Courtesy of Grey Art Gallery, New York University

H Charlotte Moorman, ξαναέπαιξε τσέλο για τον Nam June Paik, το 1969, παίρνοντας το ρόλο του ζωντανού γλυπτού, φορώντας όμως αυτή τη φορά δύο οθόνες που κάλυπταν το στήθος της.

Good Morning, Mr. Orwell, 1984, The first international satellite «installation»

Ανατρεπτικός, όπως πάντα, αποφασίζει, το 1984, να δημιουργήσει την πρώτη διεθνή δορυφορική εγκατάσταση, το Good Morning, Mr. Orwell, που πραγματοποιήθηκε κατά τη γιορτή της Πρωτοχρονιάς, την 1η Ιανουαρίου 1984 και ήταν μια ζωντανή σύνδεση μεταξύ της WNET της Νέας Υόρκης, του Centre Pompidou στο Παρίσι και της Νότιας Κορέας. Καταφέρνοντας να συμμετέχουν στο δρώμενο, καλλιτέχνες όπως ο John Cage, η Laurie Anderson με τον Peter Gabriel, ο Joseph Beuys, ο χορογράφος Merce Cunningham, οι ποιητές Allen Ginsberg και Peter Orlovsky και η Charlotte Moorman, ο Paik έδωσε μια προκλητικά ενδιαφέρουσα απάντηση στον Orwell.

Ακολούθησαν αρκετά ακόμη σημαντικά έργα στα οποία υπήρχε πάντα και μια καινοτομία για  να συμπληρώσει τις ήδη υπάρχουσες.

Το έργο του Nam June Paik στο σύνολό του έχει κάνει τόσο τους θεωρητικούς της τέχνης όσο και τους υπόλοιπους δημιουργούς να του αποδώσουν χαρακτηρισμούς που κινούνται από την εφευρητικότητα ως την ανατροπή, την αγριότητα ως τον ρομαντισμό και σίγουρα την ευφυία του σχολιαστικού χιούμορ.

Ο ίδιος, φεύγοντας από τη ζωή τον Ιανουάριο του 2006, σε ηλικία 73 χρονών, πιστεύω πως θα εστίαζε στο: “There is no rewind button on the BETAMAX of life”.