Oscar Wilde: «Δεν μου αρέσει να μου δίνουν συμβουλές. Μπορώ να κάνω και μόνος μου λάθη»

Oscar Wilde ... Writing bores me so

Oscar Wilde smoking

“There are only two tragedies in life: one is not getting what one wants, and the other is getting it.”

 Γράφει η Λιάνα Ζωζά

Η πλέον τραγική φυσιογνωμία της βικτοριανής εποχής, αλλά παράλληλα, ο συγγραφέας και ποιητής που η πολυτάραχη ζωή του θα μπορούσε να είναι ένα από τα έργα του, ο αντισυμβατικός Oscar Wilde, γεννήθηκε στις 16 Οκτωβρίου του 1854, στο Δουβλίνο.

Η μητέρα του Jane ήταν σπουδαία ποιήτρια και έγραφε κάτω από το ψευδώνυμο Speranza, ενώ λέγεται πως μιλούσε άπταιστα πάνω από δώδεκα ξένες γλώσσες τις οποίες χρησιμοποιούσε για να μεταφράζει λογοτεχνικά έργα. Ο πατέρας του Sir William, ήταν διάσημος χειρουρουργός ωτορινολαρυγγολόγος και λαογράφος.

Ο Oscar, ήταν το δεύτερο από τα τρία παιδιά του ζευγαριού, γιατί υπήρχαν και άλλα τρία ετεροθαλή αδέλφια, που γεννήθηκαν εκτός γάμου, από διαφορετικές μητέρες και πριν το γάμο του με τη Jane. Τα παιδιά αυτά αναγνωρίστηκαν από τον Sir William, που ανέλαβε την ανατροφή και την εκπαίδευσή τους, όχι όμως μέσα στην οικογένεια, παρέα με τα “νόμιμα” παιδιά του.

Oscar Wilde reclining with Poems, by Napoleon Sarony in New York in 1882

Το πλούσιο αστικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε, αλλά και οι διανοούμενοι γονείς του, έπαιξαν σίγουρα ρόλο στην μετέπειτα εξέλιξη του Oscar Wilde, που στα εννέα του χρόνια μιλούσε άπταιστα Γαλλικά και Γερμανικά και στα δώδεκα του μπορούσε να απαγγείλει απ’ έξω μεγάλα αποσπάσματα από τα έπη του Ομήρου.

Τελειώνοντας το σχολείο, γίνεται δεκτός με υποτροφία στο Trinity College, όπου συγκατοικεί με τον αδελφό του Willie και συνεχίζει στο Magdalen College στην Οξφόρδη, όπου έρχεται σε επαφή με το κίνημα του Αισθητισμού μέσα από του καθηγητές του Walter Pater και John Ruskin, που ήταν και οι ιδρυτές του.

Εκεί, αρχίζει να διαφαίνεται, εκτός από την ευφυΐα του και η εκκεντρικότητα του χαρακτήρα του, τόσο μέσα από την εξεζητημένη εμφάνισή του, μακρυά μαλλιά, μεταξωτά πουκάμισα, βελούδινα σακάκια, όσο και μέσα από τη διακόσμησή του δωματίου του με φτερά παγονιού, λουλούδια και γαλάζιες πορσελάνες, για τις οποίες, σε μια κρίση ναρκισσισμού είχε πει: “ Κάθε μέρα γίνεται όλο και πιο δύσκολο να ανταγωνιστώ τις γαλάζιες πορσελάνες μου.”

Τελειώνοντας τις σπουδές του, μετακομίζει στο Λονδίνο, εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή Poems, δίνει διαλέξεις στις ΗΠΑ και τον Καναδά με θέμα τον Αγγλικό Διαφωτισμό στην Τέχνη και επιστρέφει στο Λονδίνο, όπου ασχολείται με τη δημοσιογραφία και παίρνει τη θέση του ανάμεσα στους ήδη καταξιωμένους διανοούμενους της εποχής του.

Το 1884 παντρεύεται τον έρωτα της ζωής του, την όμορφη Constance Lloyd, με την οποία αποκτά δύο γιους, για τους οποίους γράφει το παραμύθι Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας.

Constance Wilde and their son Cyril

Το καλοκαίρι του 1891 και ενώ έχει μόλις κυκλοφορήσει ένα από τα σημαντικότερα έργα του, Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ, γνωρίζει τον κατά είκοσι χρόνια νεότερό του και μεγάλο θαυμαστή του έργου του, Λόρδο Alfred Douglas. Αν και στη ζωή του, συνυπήρξε με αρκετές από τις καλλονές της εποχής του και μάλιστα είχε ήδη παντρευτεί μία, δεν άργησε να δημιουργήσει ερωτική σχέση με τον όμορφο νεαρό, η οποία μάλιστα κράτησε μέχρι το 1895 σκανδαλίζοντας την πουριτανική Αγγλία, όπου η ομοφυλοφιλία ήταν απαγορευμένη.

Πιθανόν, όμως και σύμφωνα με τους βιογράφους του να μην ήταν η πρώτη φορά που ο Oscar Wilde ανέπτυξε ομοφυλοφυλική σχέση. Υπάρχουν ενδείξεις πως το 1887 είχε ερωτική σχέση με τον Robert Baldwin Ross και πιθανόν και κατά τη διάρκεια των σπουδών του είχε ανακαλύψει την ομοφυλοφιλική του πλευρά με τη βοήθεια κάποιου συμφοιτητή του.

Το τέλος της σχέσης του με τον Douglas δόθηκε από το πατέρα του νεαρού, τον Μαρκήσιο του Queensberry που θεωρούσε τη σχέση αυτή ανήθικη και η μικρή πικρή ιστορία έχει κάπως έτσι.

Ο Μαρκήσιος που σύχναζε στο ίδιο κλαμπ με τον Oscar Wilde τον προκάλεσε, αφήνοντας στον μπάτλερ μια κάρτα με την ένδειξη: “Προς τον Oscar Wilde, τον σοδομίτη”, δίνοντάς του δύο επιλογές για να αντιμετωπίσει τη δημόσια αυτή κατηγορία: είτε να φύγει από την Αγγλία, είτε να μείνει και να ξεκινήσει δικαστική μάχη με τον κατήγορο, ελπίζοντας ότι θα αθωωθεί.

Με την παρότρυνση και της μητέρας του, να μείνει και να πολεμήσει σαν άντρας, επέλεξε το δεύτερο και κινήθηκε νομικά κατά του μαρκήσιου, επιλογή που στράφηκε τελικά εναντίον του, καθώς κρίθηκε ένοχος για ομοφυλοφιλία και τελικά καταδικάστηκε σε δύο χρόνια καταναγκαστικά έργα.

Τα στοιχεία στα οποία βασίστηκε το δικαστήριο για να τον κρίνει ένοχο, ήταν Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ και οι ομοφυλοφιλικές σε αυτό αναφορές και οι τελευταίοι στίχοι από το ποίημα Δύο Αγάπες του Douglas, … Είμαι η αγάπη που δεν τολμά να φανερωθεί.

Oscar Wilde and Lord Alfred Douglas

Οδηγείται στη φυλακή, όπου η υγεία του ψυχική και σωματική κλονίζεται ανεπανόρθωτα.

Σε μια περίοδο αυτοκριτικής και απολογισμού γράφει το συγκλονιστικά αληθινό De Profundis, μέσα από το οποίο ξεγυμνώνει την ψυχή του και μην κρατώντας πια καμιά δικαιολογία κατηγορεί ευθέως τον Alfred Douglas ότι τον εκμεταλλεύτηκε αποσπώντας του μεγάλα ποσά για χαρτοπαιξία και αλκοόλ, αλλά και πως τον οδήγησε σε αυτή τη δίκη εξαιτίας του εγωισμού του και του μίσους του για τον πατέρα του και του γράφει: “ Ήθελα να δοκιμάσω όλα τα φρούτα απ’ όλα τα δέντρα του κήπου του κόσμου…

Και πραγματικά έτσι βγήκα κι έτσι έζησα. Το μόνο μου λάθος ήταν ότι περιορίστηκα τόσο αποκλειστικά στα δέντρα εκείνα που μου φαίνονταν να ‘ναι η ηλιοφώτιστη πλευρά του κήπου και απέφευγα την άλλη, επειδή ήταν γεμάτη σκιές και σκοτάδι …”.

Πόσο όμως θάρρος χρειάστηκε από την πλευρά του, για να απομυθοποιήσει τον αγαπημένο Bosie, αυτόν που τον ενέπνευσε να του γράψει ερωτικές επιστολές όπως αυτή που ακολουθεί?

“Αγόρι μου…

Το σονέτο σου είναι αξιολάτρευτο, και είναι πραγματικά ένα θαύμα που αυτά τα κόκκινα, τριανταφυλλένια χείλη σου φτιάχτηκαν εξίσου για τη μουσική της ποίησης και την τρέλα των φιλιών.

Είμαι σίγουρος ότι ο Υάκινθος, που ο Απόλλωνας αγαπούσε τόσο παράφορα, ήσουν εσύ στην αρχαιότητα…

Γιατί είσαι μοναχός σου στο Λονδίνο και πότε θα πας στο Σάλισμπερι;

Πήγαινε εκεί για να δροσίσεις τα χέρια σου μέσα στο γκρίζο λυκόφως των γοτθικών πραγμάτων και μετά έλα εδώ όποτε θελήσεις. Είναι πανέμορφα ­ το μόνο που λείπει είσαι εσύ.

Πάντα, με αθάνατη αγάπη, δικός σου, Οσκαρ”.

Όσκαρ Γουάιλντ, Ιανουάριος  1893, Βράχος του Μπάμπακομπ

Η αντίστροφη μέτρηση, όμως για τον αντισυμβατικό συγγραφέα, έχει ήδη αρχίσει με την καταδίκη και φυλάκισή του. Μετά την αποφυλάκισή του, φεύγει για το Παρίσι, όπου περνά τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του, εξόριστος, άρρωστος, πάμφτωχος και εγκαταλελειμμένος από όλους, όπου πεθαίνει από μηννιγγοεγκεφαλίτιδα, στις 30 Νοεμβρίου του 1900.

Επιλέγοντας να είναι ο εαυτός του, μιας και όπως ο ίδιος έλεγε, όλοι οι άλλοι ρόλοι ήταν πιασμένοι και με το ιδιαίτερο χιούμορ του να μην τον εγκαταλείπει ποτέ σχολιάζει το δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου μένει: “Εγώ και η ταπετσαρία παλεύουμε μέχρι θανάτου. Ένας απ’ τους δυο μας πρέπει να φύγει”.