Αποστόλης Ψαρρός: «Η τέχνη, το χιούμορ και ο έρωτας η απάντηση στην αγένεια και το θράσος… »

Σκηνοθέτης, δάσκαλος υποκριτικής, αλλά όπως ο ίδιος αναφέρει, πρωτίστως ηθοποιός, ο πολυπράγμων Αποστόλης Ψαρρός, καταπιάνεται και  φέτος με πολλά και διαφορετικά εγχειρήματα με ιδιαίτερη επιτυχία. Πρωταγωνιστεί στην παράσταση “La Ronde”, σκηνοθετεί τρεις παραστάσεις και συγχρόνως, διδάσκει υποκριτική.

Συνέντευξη στην Ιωάννα Ιακωβίδη

-Πρωταγωνιστείς στη θεατρική παράσταση «La Ronde» του Arthur Schnitzler. Τι πραγματεύεται το συγκεκριμένο έργο;

La Ronde σημαίνει στα γαλλικά κύκλος. Μιλάει για τον κύκλο που κάνουν οι ανθρώπινες σχέσεις. Είμαστε δύο ηθοποιοί επί σκηνής – η Τζούλι Τσόλκα και εγώ – τους οποίους βλέπουμε σε διάφορες ερωτικές εκδοχές, ενσαρκώνοντας έξι διαφορετικούς χαρακτήρες: ένα ζευγάρι ερωτευμένο, δύο άνθρωποι που γνωρίζονται για πρώτη φορά, κάποιοι άλλοι που δεν έχουν καμία οικειότητα, την άλλη ένα ζευγάρι στο οποίο δεν υπάρχει καμία αμηχανία και την άλλη… να έρθετε να το δείτε. Δεν θα πω άλλα!

-Όλες αυτές οι ερωτικές εκδοχές παρουσιάζονται από εσάς τους δύο. Πόσο δύσκολο είναι να ενσαρκώνετε έξι διαφορετικούς χαρακτήρες;

Είναι δύσκολο από την άποψη ότι ο θεατής πρέπει σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, σε δέκα λεπτά που διαρκεί ουσιαστικά η ιστορία του κάθε ζευγαριού, να καταλάβει και να ψυχανεμιστεί τι φέρει ο κάθε χαρακτήρας, ποιο είναι το σώμα του, ποια η φωνή του, τι θέλει να πει. Συνεπώς, πρέπει πολύ σύντομα να δώσει ο ηθοποιός στον θεατή να καταλάβει όλη την παλέτα της συμπεριφοράς του.

-Ποια μέσα, λοιπόν, χρησιμοποιείτε για να διευκολύνετε τον θεατή να αντιληφθεί αυτές τις εναλλαγές των ρόλων;

Προς αυτήν την κατεύθυνση υπάρχουν πολλές επιλογές, που εξαρτώνται από την αισθητική της παράστασης. Σ’ αυτό μας βοηθάει πολύ η μουσική, μας βοηθάει πολύ το σώμα μας, το οποίο προσαρμόζουμε ανάλογα με την κατάσταση που βιώνει ο κάθε χαρακτήρας, η φωνή μας, η σχέση που έχουμε αναπτύξει μεταξύ μας, που πάντα αλλάζει…

-Πώς ήταν η συνεργασία με τον σκηνοθέτη της παράστασης, τον Θοδωρή Βουρνά;

Η συνεργασία μας είναι εξαιρετική, γιατί είναι πολύ σπάνιο στις μέρες μας να αναπτύσσεις σχέσεις που βασίζονται στην ελευθερία, δηλαδή στο έδαφος που μπορεί να σου δώσει ένας συνεργάτης. Και το έδαφος που έχουμε εγώ και η Τζούλι είναι πάρα πολύ πρόσφορο για να προτείνουμε πράγματα και να δημιουργήσουμε καταστάσεις.

-Πόσο εύκολο είναι για εσένα, που σκηνοθετείς ο ίδιος παραστάσεις, να δέχεσαι σκηνοθετικές οδηγίες από έναν άλλον άνθρωπο;

Πρωτίστως, είμαι ηθοποιός. Αυτό είναι που ξέρω να κάνω ως επί το πλείστον. Η ιδιότητά μου ως σκηνοθέτης έρχεται σε δεύτερη μοίρα στη ζωή μου, όπως και η ιδιότητα του δασκάλου. Περισσότερο είμαι ηθοποιός, οπότε είναι φυσικό για μένα να ακούω και να ακολουθώ τις οδηγίες του σκηνοθέτη μου.

-Σκηνοθετείς την παράσταση “Ηρακλής ο Γενναίος”, που παίζεται για τρίτη χρονιά. Σε ποιους απευθύνεται αυτή  η παράσταση;

Απευθύνεται σε όποιον θεατή έχει μέσα του αυτό που λέμε παιδί. Γιατί αν έχεις επαφή με το παιδί μέσα σου, σημαίνει ότι έχεις δει και πολλά καρτούν στη ζωή σου και ότι σου αρέσει να παίζεις. Απευθύνεται, λοιπόν, σε όλους όσους τους αρέσει να παίζουν και να βλέπουν τους άλλους να παίζουν. Τρίτη χρονιά ο Ηρακλής ο Γενναίος βρίσκεται στον Πολυχώρο Πόλις, στο Νέο Ηράκλειο κάθε Τετάρτη στις 20:00 με τον Ιορδάνη Κασάπογλου, την Ελισάβετ Μπούρα και την Ειρήνη Κυριάκου.

-Ταυτόχρονα σκηνοθετείς μία ακόμα παράσταση που απευθύνεται σε παιδιά και όχι μόνο, τη Μικρή Γοργόνα.

Η Μικρή Γοργόνα, το γνωστό παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν παίζεται επίσης στον Πολυχώρο Πόλις κάθε Κυριακή στις 12:00 για το παιδικό κοινό, ωστόσο δεν νομίζω ότι το θέμα του, η δύναμη της αγάπης, απασχολεί μόνο τα παιδιά.

Ακολουθώντας πάλι το ίδιο μοτίβο, οι τρεις ηθοποιοί της παράστασης αλλάζουν πολλούς ρόλους και προσπαθούν πάντα η κάθε τους πράξη να έχει ως γνώμονα την αγάπη και όλο αυτό μέσα από πολλά χιουμοριστικά επεισόδια.

-Εσύ έχεις ως σκηνοθέτης έναν συγκεκριμένο τρόπο να αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα και να τα αποδίδεις επί σκηνής και γι’ αυτό οι παραστάσεις σου είναι ξεχωριστές. Μπορείς να μου πεις περισσότερα για τη σκηνοθετική σου ματιά;

Η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει κάτι παγιωμένο. Δεν υπάρχει μία δεδομένη άποψη σύμφωνα με την οποία πορεύομαι πάντα. Αυτό είναι κάτι ρευστό, που εξελίσσεται διαρκώς. Είναι ένα πεδίο που δέχεται ερεθίσματα και συνεχώς μεταλλάσσεται. Το μόνο σταθερό που μπορώ να διακρίνω στις δουλειές που έχω κάνει είναι ότι δίνω προτεραιότητα στον ηθοποιό. Δηλαδή, ο ηθοποιός είναι ο απόλυτος κυρίαρχος επί σκηνής. Δεν δίνω τόση βάση στην αλλαγή κοστουμιών και σκηνικών, αλλά στο πως ο ηθοποιός μπορεί να πλάσει την ιστορία στο μυαλό του θεατή, με τα δικά του όπλα. Γι΄ αυτό και στις παραστάσεις μου συνεργάζομαι με ηθοποιούς που λειτουργούν ως πολυεργαλεία.

-Πώς επιλέγεις τα θέματα με τα οποία ασχολείσαι; Μιλάμε για παραστάσεις που η μία έχει μυθολογικό περιεχόμενο, η άλλη είναι ένα γνωστό παραμύθι, η άλλη μία ερωτική ιστορία, πέρσι είχες επεξεργαστεί ένα έργο του Σαίξπηρ… Υπάρχει κάποιο κριτήριο με το οποίο επιλέγεις κάθε φορά;

Δεν υπάρχει κάποιο δεδομένο κριτήριο, ότι κάνω μόνο έργα που μιλούν για ένα συγκεκριμένο ζήτημα. Ο Βασιλιάς Ιωάννης του Σαίξπηρ που ανέφερες είχε τελείως πολιτικό περιεχόμενο και ήταν κάτι με το οποίο δεν είχα ασχοληθεί ποτέ. Ήταν επίσης μία σχετικά άγνωστη ιστορία για το ελληνικό κοινό- είχε παιχτεί μόνο μία φορά. Καλή ώρα αυτό ήταν ένα κριτήριο επιλογής, το ότι ο κόσμος δεν είχε δει πολλές φορές αυτό το έργο. Αλλά βέβαια και ότι αυτό που πραγματευόταν ήταν κάτι καινούργιο για μένα, ψάχνω καινούργια νερά συνήθως.

Ο Ηρακλής ο Γενναίος είναι σε ένα κείμενο που έχω γράψει ο ίδιος, που και αυτό ήταν καινούργιο για μένα, καθώς δεν είχα μπει ποτέ στη διαδικασία να γράψω – έκανα μία σύνθεση μυθολογικών στοιχείων με δικά μου βιώματα βάσει των καρτούν και φυσικά γράφτηκε σύμφωνα με  τους χαρακτήρες και τις συμπεριφορές των ηθοποιών μου, γιατί η παράσταση φτιάχτηκε εξαρχής για αυτούς τους τρεις ηθοποιούς. Αυτό που ακολουθεί, που ετοιμάζω για τον Μάρτιο του 2019 είναι ένα έργο που δεν έχω ξανακάνει, ένα ψυχολογικό θρίλερ. Δεν έχω καταπιαστεί με κάτι τέτοιο.

-Τι ετοιμάζεις λοιπόν;

Ονομάζεται το Σπίτι στη Λίμνη, του Αυστραλού συγγραφέα Aidan Fennessy στο θέατρο Αγγέλων Βήμα. Είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ που παίζεται από δύο ηθοποιούς. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο για μένα να ασχοληθώ με ένα κείμενο ρεαλιστικό, το οποίο εκτυλίσσεται μέσα σε ένα δωμάτιο, έχει δύο χαρακτήρες  που προσπαθεί ο ένας να εξαπατήσει τον άλλον.

-Οι παραστάσεις που εσύ σκηνοθετείς έχουν έναν κοινό παρονομαστή, που είναι το χιούμορ. Αυτό στην καινούργια σου δουλειά, σ’ ένα ρεαλιστικό έργο, έχει χώρο;

Το χιούμορ είναι τρόπος ζωής. Είναι ένα φίλτρο με το οποίο ερμηνεύεις τα πάντα στη ζωή σου, τον έρωτα, τη θλίψη, την αγάπη, το μίσος, τα πάντα. Και αρχαία τραγωδία έχω σκηνοθετήσει με τη φοιτητική μου ομάδα και είχε χιούμορ. Και οι ηθοποιοί που επιλέγω, όταν μιλάω μαζί τους πριν τους ανατεθεί ο κάθε ρόλος, θέλω να δω ότι έχουν χιούμορ σαν άνθρωποι. Είναι πολύ δύσκολο να συνεργαστώ ή να αποκτήσω φιλία με κάποιον που δεν έχει χιούμορ, γιατί θεωρώ ότι υπάρχει παντού. Συνεπώς, είναι μοιραία δύσκολο να λείπει αυτό το στοιχείο από την κάθε ανάγνωση που κάνω. Δεν είναι ότι κάτι που δεν χαρακτηρίζεται από χιούμορ δεν μπορεί να λειτουργήσει αναγκαστικά, αλλά είναι στην οπτική του καθενός.  Είναι τα γυαλιά που βάζεις για να βλέπεις τον κόσμο. Εγώ τον κόσμο τον βλέπω μέσα από αυτό το πρίσμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι ταιριάζει παντού. Μέχρι στιγμής, όμως, όπου το έχω χρησιμοποιήσει ταίριαζε. Αν αισθανθώ ότι κάπου δεν αρμόζει προφανώς δεν θα το κάνω. Απλώς για μένα είναι ένας τρόπος να αφηγηθείς τα πράγματα αλλιώς.

Στον Βασιλιά Ιωάννη για παράδειγμα, που ήταν ένα πολιτικό έργο, το στοιχείο αυτό υπήρχε βλέποντας τους χαρακτήρες να λειτουργούν στα άκρα. Δηλαδή, ο ένας χαρακτήρας απαιτούσε ο άλλος να υποταχθεί χωρίς όρους. Αυτό είναι ακραίο και κατά μία έννοια πλησιάζει το καρτούν. Το καρτούν είναι κάτι πολύ ακραίο φαινομενικά. Σε αυτό ακριβώς πάτησα. Δεν ήθελα κατ’ ανάγκη να κάνω κάτι αστείο. Ήθελα απλώς να αφηγηθώ την ιστορία αλλιώς, ώστε ο κόσμος να βρει κάτι οικείο σε αυτό. Ο κόσμος ζει συνεχώς σε μία υπερβολή στην καθημερινότητά του.

-Ξαναγυρίζοντας στο La Ronde, είναι μία ιστορία για τον έρωτα και για τις διαφορετικές εκδοχές με τις οποίες αυτός προκύπτει. Στον έρωτα και στο θέατρο χωράει το χιούμορ;

Εννοείται! Αν είσαι ερωτευμένος και δεν υπάρχει χιούμορ σ’ αυτήν τη σχέση πρέπει να φύγεις.  Όση θρασύτητα και αν υπάρχει γύρω, όση αγένεια και αν επικρατεί, η τέχνη, το χιούμορ και ο έρωτας μας κάνουν αόρατους. Αγαπώ την τέχνη σαν μέσο έκφρασης, σαν μέσο επικοινωνίας.

Για έκτη χρονιά διδάσκω υποκριτική στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. Για μένα αυτό είναι μία μεγάλη πηγή έμπνευσης. Βλέπεις ανθρώπους εκεί που είναι ακόμα στα κάγκελα, εννοώ ότι δεν ξέρουν ακόμα τι θέλουν, έχουν βρεθεί σε μία σχολή για την οποία δεν είναι και σίγουροι, βλέπεις εσωστρεφή άτομα, πολύ ντροπαλά… Πρόσφατα, σκηνοθέτησα και μία παράσταση με τη θεατρική ομάδα του Ομίλου της Τράπεζας Πειραιώς. Κάναμε ένα παραμύθι στον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού. Σκέψου ανθρώπους που είναι διευθυντές τραπεζών, που είναι τραπεζικά στελέχη εσωστρεφή και ντροπαλά να τους βλέπεις να ανθίζουν. Αυτό για μένα είναι σπουδαίο, είναι μέγιστος τρόπος επικοινωνίας και εξιδανίκευσης της τέχνης. Με αυτόν τον τρόπο βλέπεις ξαφνικά πως η τέχνη σε εξευγενίζει. Εγώ, λοιπόν, επιλέγω να βλέπω σε αυτά τα πράγματα την τέχνη, να έχω πάντα γνώμονα αυτό που ανθίζει.