Μαν Ρέι: «Αποθεώνοντας την γυναικεία ομορφιά»

Η επίσκεψή του Μαν Ρέι στην περίφημη έκθεση Armory Show και η γνωριμία του με τα έργα της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας, ιδιαίτερα εκείνα των Marcel Duchamp και Francis Picabia, θα απαντήσει όχι μονάχα στους προβληματισμούς του για την τέχνη αλλά θα του αλλάξει τη ζωή...

Black and White, 1926, J. Paul Getty Museum, Los Angeles

I would photograph an idea rather than an object, a dream rather than an idea.

Man Ray

O Man Ray (Emmanuel Radnitzky), (1890 – 1976), γεννήθηκε στη Φιλαδέλφεια της Πενσιλβανίας, μεγάλωσε στο Brooklyn της Νέας Υόρκης και δραστηριοποιήθηκε καλλιτεχνικά κυρίως στο Παρίσι, όπου και πέθανε. Υπήρξε από τους κύριους εκφραστές των κινημάτων του Dada και του σουρεαλισμού (Surrealism) αν και ποτέ δεν συνέδεσε επίσημα το όνομά του με κανένα από τα δύο.

Man Ray, Autoportrait

Υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες για το οικογενειακό του περιβάλλον και τα παιδικά του χρόνια, μιας και ο ίδιος σε όλη την καριέρα του δεν έδωσε παρά ελάχιστες πληροφορίες, όπως και αρνήθηκε πως είχε άλλο όνομα εκτός από το Man Ray.

Γνωρίζουμε πως ήταν το μεγαλύτερο παιδί στην οικογένεια, οι γονείς του ήταν Ρωσοεβραίοι μετανάστες κι είχε άλλα τρία αδέλφια. Το 1912 η οικογένεια άλλαξε το επώνυμό της από Radnitzky σε Ray, λόγω του έντονου αντισημιτισμού που επικρατούσε.

La Fortune, 1938, Whitney Museum of American Art

Ακολούθησε τις καλές τέχνες και συγκεκριμένα τη ζωγραφική, αρνούμενος μάλιστα μια υποτροφία που του δόθηκε για την αρχιτεκτονική. Με την τέχνη της φωτογραφίας γνωρίστηκε αργότερα, όταν άρχισε να φωτογραφίζει μόνος του τα έργα του για τον κατάλογο της έκθεσής του. Έχει αφήσει σημαντικά έργα σε όλους τους τομείς με τους οποίους ασχολήθηκε με κυριότερους τη ζωγραφική, τη γλυπτική, τη φωτογραφία και το filming, εμπνεόμενος πάντα από τα σημαντικά κινήματα της εποχής του.

Τα “φωτογράμματα” του, τα «rayographs», όπως ο ίδιος τα αποκαλούσε, αποτελούν ένα σημαντικό και πρωτοποριακό κομμάτι στη δουλειά του Man Ray. Για την υλοποίησή τους ακολουθούνταν μια διαδικασία σύμφωνα με την οποία τα αντικείμενα τοποθετούνταν απευθείας στην επιφάνεια ενός ευαίσθητου στο φως υλικού, όπως είναι το φωτογραφικό χαρτί και στη συνέχεια εκτίθενται στο φως.

Το αποτέλεσμα ήταν μια εικόνα με τα χαρακτηριστικά αρνητικού φιλμ και με διακυμάνσεις του λευκού, μαύρου και γκρίζου χρώματος ανάλογα με το χρόνο έκθεσης των αντικειμένων στο φως.

Rayograph (The Kiss), 1922, The Museum of Modern Art, New York

Zωή στο Παρίσι: Kiki de Montparnasse

Ένα από τα πιό γνωστά έργα του, αλλά και από τα πρώτα rayographs του, είναι το The Kiss, 1922. Για να δημιουργήσει αυτή τη συγκεκριμένη εικόνα, μετέφερε το περίγραμμα ενός ζευγαριού χεριών στο φωτογραφικό χαρτί και στη συνέχεια επανέλαβε τη διαδικασία με ένα ζευγάρι κεφαλιών (το δικό του και της τότε ερωμένης του, Kiki de Montparnasse).

Τα rayographs έδωσαν στον Man Ray την δυνατότητα να είναι σε άμεση επαφή και να έχει μια διαδραστική σχέση με το έργο του, παρεμβαίνοντας σε κάθε επίπεδο της δημιουργίας του. Χρησιμοποιούσε ασυνήθιστα αντικείμενα καθώς και δικό του σώμα για να δημιουργήσει τις εικόνες του που έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, πράγμα που ενισχύεται και με την παρουσία σε αυτά, από τις κατά καιρούς ερωμένες του.



Le Violon d’Ingres.

Το έργο του The Violin of Ingres, 1924, είναι εμπνευσμένο, από το έργο La Grande Baigneuse, 1808, του Jean Auguste Dominique Ingres και χρησιμοποίησε για μοντέλο του την Kiki de Montparnasse. Μεταμόρφωσε  το γυναικείο σώμα σε μουσικό όργανο,  ζωγραφίζοντας “μουσικές οπές” στην πλάτη του και παίζοντας με την ιδέα της μεταμόρφωσης ενός σώματος σε αντικείμενο.

Αυτό το εικαστικό “παιχνίδι” μεταξύ του γυναικείου σώματος και των αντικειμένων αποτελεί χαρακτηριστικό γνωρισμα της δουλειά του και το συναντούμε σε πολλά έργα του.

Στη φωτογραφία με τίτλο Black and White, 1926, ξανασυναντούμε στο πρόσωπο του γυναικείου μοντέλου την  Kiki de Montparnasse δίπλα σε μια αφρικανική τελετουργική μάσκα. Το έργο δημιουργήθηκε σε μια εποχή που η αφρικανική τέχνη και ο πολιτισμός ήταν πολύ στη μόδα. Η συμμετρία και η αρμονία είναι εμφανείς στη συνομιλία του λευκού με το μαύρο, αλλά και η αντιπαράθεση μεταξύ του χλωμού γυνακείου προσώπου με τη λαμπερή μαύρη μάσκα.

Naomi Savage, Marcel Duchamp, Man Ray and Laurie Savage, 1963

Μια από τις πιό ενδιαφέρουσες καλλιτεχνικές συναντήσεις, ήταν αυτή του Man Ray με τον Marcel Duchamp. Χαρακτηριστικά, ο Man Ray θυμάται με χιούμορ την πρώτη τους συνάντηση, το 1915, παίζοντας ένα αυτοσχέδιο παιχνίδι τένις: «Ο Duchamp δεν μιλούσε αγγλικά και εμένα τα γαλλικά μου ήταν ανύπαρκτα, έτσι για να μπορέσουμε να συνομιλήσουμε εγω θα έδινα ένα όνομα σε κάθε χτύπημα και κάθε φορά ο Duchamp θα απαντούσε στα Αγγλικά με μία μόνο λέξη, «yes».

Οι δυό τους οργανώνουν ένα ντανταϊστικό κίνημα στην Αμερική, την ίδια εποχή που ο ντανταϊσμός σημειώνει άνθιση στην Ευρώπη και ακολουθεί η έκδοση ενός μοναδικού τεύχους της επιθεώρησης New York Dada, το 1920, χωρίς όμως επιτυχία.

«Μόνη η φαντασία με καθιστά γνώστη εκείνου που ενδεχόμενα είναι μπορετό κι αυτό, ευτυχώς, είναι αρκετό ν’ αντισταθμίσει το τρομερό απαγορευμένο»

Αντρέ Μπρετόν, Μανιφέστο του σουρεαλισμού (1924)

Η σουρρεαλιστική αυτή συνομιλία μεταξύ τους συνεχίστηκε, όπως σε ταινία τους το 1920, εμπνευσμένη από τις φοβίες του Duchamp, στην οποία ξύρισαν την ήβη ενός μοντέλου. Τα αεροπλάνα και οι “τρίχες” του προκαλούσαν στον Duchamp μια “σχεδόν νοσηρή φρίκη”.


Το 1937 ο Man Ray φωτογραφίζει την Adrienne για το Harper’s Bazaar. 

To 1936 γνωρίζει την Adrienne Fidelin, νεαρή χορεύτρια από τη Γουαδελούπη. Γίνεται η νέα σύντροφος και μούσα του, παρότι ο ίδιος τότε είναι 46 χρονών και εκείνη γύρω στα 25. 

Ατάραχος, μα όχι αδιάφορος

To 1976 πεθαίνει στο Παρίσι, το “σπίτι” του, γιατί εκεί έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του και εκεί γύριζε πάντα ακόμη και μετά από τα μεγάλα ταξίδια του στην Αμερική. Στο κοιμητήριο του Montparnasse, όπου βρίσκεται ο τάφος του, ο επισκέπτης μπορεί να διαβάσει “unconcerned, but not indifferent”.