«Το ψηφιδωτό του Πόνου» μία παρουσίαση του βιβλίου της Εύας Στεφανή

Εύα Στεφανή, Τα μαλλιά του Φιν, εκδ. Πόλις, 2014, σ. 38.

Εύα Στεφανή, Τα μαλλιά του Φιν, εκδ. Πόλις, 2014, σ. 38.

Η Εύα Στεφανή σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κινηματογράφο στο Παρίσι, στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και στη Βρετανία όπου και ειδικεύτηκε στη σκηνοθεσία ντοκιμαντέρ. Το 1997 τελείωσε τη διδακτορική της διατριβή, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συγκεκριμένα στο τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.

Είναι επίκουρη καθηγήτρια στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών και σκηνοθέτης, μεταξύ άλλων, των ταινιών ντοκιμαντέρ: “Αθήναι”, 1995, “Letters from Albatross”, 1995, “Επισκέψεις στο σπίτι του Ε. Χ. Γονατά”, 1998, “Ακρόπολις”, 2001, “Αβραάμ και Ιάκωβος”, 2002, “Το κουτί”, 2004, “Η άδεια”, “Συγκάτοικοι”, “Τι ώρα είναι;”, 2007, κ.ά.

Στεφανία Κωστοπούλου

Γράφει η Στεφανία Κωστοπούλου

Τα Μαλλιά του Φιν είναι το πρώτο λογοτεχνικό της βιβλίο και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις. Το βιβλίο αποτελείται από 28 αυτοτελή ποιητικά πεζά. Στο εξώφυλλο του Ζάφου Ξαγοράρη απεικονίζεται μία γυναίκα μετεωριζόμενη πάνω από ένα θαλάσσιο στρωμένο τραπέζι. Το στοιχείο του νερού ανιχνεύεται ήδη από την εξωτερική επιμέλεια του βιβλίου.

Τα ποιητικά πεζά της Εύας Στεφανή αποτελούν μία βουτιά στο άβατο των αναμνήσεων του εαυτού, ο οποίος επιδιώκει να επαναπροσδιορίσει το παρόν του, ανασχηματοποιώντας τον ίδιο. Η ακολουθία των στιγμών που χαρακτηριστικά παρατίθενται από τη συγγραφέα σε χρόνο Ενεστώτα, είναι η απόδειξη μιας εμπειρίας που συμβαίνει στο τώρα ή επανέρχεται στο παρόν μέσω της μνήμης.

Τα κείμενα της συλλογής αποτελούν σημεία ενός εφηβικού παρελθόντος που αναβιώνεται προκειμένου να αποκαλύψει στη συγγραφέα και στον αναγνώστη πτυχές του εαυτού που ήταν βυθισμένες στη λήθη. Χαρακτηριστικά σε σχέση με αυτή τη θεματική είναι τα ποιητικά πεζά «Βυθός», «Α4», «Οικογένεια», «Η καρότσα», «Αδέρφια», «Πρωτοχρονιά», «Τιτανικός», «Το μπάνιο», σχετικά με κάποια από τα οποία, θα συζητήσουμε παρακάτω.

Η συγγραφέας εισάγει τον αναγνώστη στη θεραπευτική διαδικασία με το ποιητικό πεζό «Βυθός». Πρόκειται για την πορεία που ακολουθεί κάποιος όταν προσπαθεί να εξορύξει από τα βάθη των χρόνων που πέρασαν από πάνω του, την αιτία που τον καθήλωσε σε συγκεκριμένες επιλογές. Ο στόχος είναι να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του, επενδύοντάς τον με τα πραγματικά του χρώματα. Η συγγραφέας αισθανόμενη ένα βάρος στην κοιλιά κάνει μια καταβύθιση στα έγκατα του σώματός της, αντιλαμβανόμενη το τελευταίο ως πηγή των πληροφοριών που αναζητά, προκειμένου το θραυσματικό άλεκτο να πάρει μία ολοκληρωμένη μορφή και να παρουσιαστεί ολοκληρωμένο μπροστά της. Το τραύμα που κρατά την απάντηση για τον εαυτό της, από σκοτεινό θα φωτιστεί και από χάος θα γίνει έλλογο όν, του οποίου η μορφή θα απογυμνώσει απερίφραστα το νόημα.

Το χαμένο αντικείμενο, από εσωτερικό και χωρίς λογική νοηματοδότηση θα γίνει διαυγές.

Κατά την πορεία της θεραπευτικής διαδικασίας ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με όλες τις εκφάνσεις του πόνου, οι οποίες άλλοτε είναι ήπιες και άλλοτε κάνουν την εμφάνισή τους με βίαιο τρόπο, όπως στο ποιητικό πεζό «το τρίχωμα». Στίχοι όπως: «Έβγαλα πάλι αυτό το απαίσιο τρί – / χωμα στην πλάτη. Είναι πυκνό και / σκληρό σαν σκούπα», αποτελούν σημάδια του πόνου ο οποίος έρχεται απρόσκλητος να μας θυμίσει ότι κάτι μέσα μας δεν οδεύει ομαλώς. Το ποιητικό πεζό «Το τρίχωμα» θεωρώ ότι αποτελεί μία λογοτεχνική απεικόνιση της ψυχοσωματικής αντίδρασης του πόνου.

Ειδικότερα, αξίζει να σημειωθεί πως o ανεκδήλωτος πόνος, μπορεί να μεταλλάξει τη ζωή ενός ανθρώπου σε ζωή τέρατος. Το μόνο που ίσως αυταπατάσαι ότι μπορείς να κάνεις τότε, αν όχι να τον θεραπεύσεις, είναι να κόψεις την περιττή του έκφραση με εξωτερικά μέσα, όπως «μία μηχανή του γκαζόν».

Στις στάσεις, κατά τις οποίες η πορεία προς το χαμένο αντικείμενο συναντά τον πόνο του τραύματος, η φαντασία παραλύει. Άλλωστε, το ταξίδι προς την ελευθερία και τη χαρά περνά από συντρίμμια τα οποία, μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν έχουν μορφοποιηθεί ούτε μέσω της φανταστικής οδού. Συνεπώς, «το τρίχωμα», τα «Κοτόπουλα», ο «Βυθός», η «Χαρτοκοπτική» αποτελούν θεωρώ σημεία τομής της θεραπευτικής διαδικασίας που παρουσιάζονται από τη συγγραφέα σαν αχτίδες φωτός, στο βάθος των οποίων ελλοχεύει ο πόνος.

Η θεραπευτική διαδικασία συνθέτει τα κομμάτια του πάζλ τα οποία οδηγούν σε μία πλήρη όψη του εαυτού, προσδίδοντας στη ζωή την τρισδιάστατη μορφή της. Οι στατικότητες περιορίζονται, οι εμπειρίες δεν εμμένουν στο επίπεδο του χάρτινου, αλλά αρχίζουν να παίρνουν τις πραγματικές τους διαστάσεις. Γι’ αυτό βέβαια, είναι αναγκαία η «Χαρτοκοπτική» όπως χαρακτηριστικά ονομάζει ένα από τα κείμενά της η συγγραφέας. Από ανάμνηση θραυσματικού τύπου, η εικόνα της μνήμης επανέρχεται στο τώρα και επενδύεται με στοιχεία που μεταμορφώνουν τη ζωή του παρόντος.

Ο άνθρωπος που αποφασίζει να ανακαλύψει το χαμένο αντικείμενο ή/και το χαμένο μέρος του εαυτού του θα οδεύσει προς την απελευθέρωσή του.

Σε αυτή τη συλλογή τίθενται ζητήματα ορίων σε νέα βάση, μιας και η νέα πρόσληψη του εαυτού το απαιτεί. Η οικογένεια και τα συγγενικά πρόσωπα με τα οποία ο καθένας από εμάς καλείται να διατηρήσει μία υγιή αλληλεπίδραση, επαναπροσδιορίζονται και τη θέση τους καταλαμβάνει μία ενήλικη διάσταση της πραγματικότητας, η οποία δεν έχει χώρο για συγχωνεύσεις ατόμων, αλλά αυτό που επιδιώκει είναι μία υγιής εξατομίκευση. Η συγγραφέας γράφει χαρακτηριστικά στο ποιητικό πεζό «Οικογένεια»:

«Στο κρεβάτι μπορούν να μπουν
και άλλοι συγγενείς, αρκεί ο καθένας
να έχει το δικό του τηλεκοντρόλ».

Η μετασουρρεαλιστική στάση της Στεφανή απέναντι σε όσα συναντά κατά τη διαδικασία προς την απελευθέρωση είναι εμφανής σε όλα τα κείμενα της συλλογής. Φράσεις όπως: «Στον καθρέφτη είδα ότι μια φιστικιά φύτρωσε στην πλάτη μου», «ένα τεράστιο ζαχαρί κύμα που μυρίζει παπαρούνα πλημμυρίζει τις σκάλες», «έχω μόνο δύο θαλασσί τρίχες» καταδεικνύουν την παιγνιώδη τάση της. Όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο της συγγραφέα βρίσκονται σε ένα μεταίχμιο, ταλαντευόμενα ανάμεσα στο υγρό και το σταθερό, την επιφάνεια και το βυθό, το παιχνίδι και τον τρόμο.

Αν θέλαμε να παρομοιάσουμε την τροπικότητα του συναισθήματος ή το ηχόχρωμα των ποιητικών πεζών της συλλογής με την μουσική, θα μπορούσαμε να την παρομοιάσουμε με τη χροιά της jazz, όπου εκεί το συναίσθημα, δεν εξωτερικεύεται ούτε ως φωτεινό, ούτε ως σκοτεινό, απλώς καταγράφεται μέσα στις λέξεις – νότες χωρίς να κραυγάζουν προς κάποια κατεύθυνση είτε θετική είτε αρνητική. Ίσως σε αυτό το σημείο, τα ποιητικά κείμενα της Εύας Στεφανή να αιωρούνται, ακριβώς πάνω από ένα τώρα, το οποίο συγχρονικά παρουσιάζεται ρευστό και ευμετάβλητο.

Το κεφάλι

Η γιαγιά έχει μια τρύπα στο κεφάλι.
Το χειμώνα είναι λίμνη με ψάρια.
Το καλοκαίρι μυρμηγκοφωλιά.

Κατά το ταξίδι της προς την ίαση, η συγγραφέας συναντά συχνά τον πόνο με διάφορες μορφές, άλλοτε ο ίδιος κάνει τα πράγματα της καθημερινότητάς της να φαίνονται μεγεθυμένα, άλλοτε τους προσδίδει ένα τερατόμορφο πέπλο, μεταλλάσσοντάς τα. Χαρακτηριστικές είναι οι φράσεις των ποιητικών της πεζών που με απαράμιλλη διαύγεια σκιαγραφούν το σκηνικό, όπως: «Η γιγάντια κηλίδα διασχίζει το πάτωμα, φτάνει στις εφημερίδες, παρασέρνοντας έξω τις γκαζόζες και τα παγωτά».

Τέλος, θεωρώ ότι τα ποιητικά πεζά της Εύας Στεφανή απεικονίζουν θραυσματικά την εμπειρία της στη θεραπευτική διαδικασία. Το βιβλίο της αποτελεί ένα ταξίδι στην εφηβική ηλικία όπου όλα τα γεγονότα έχουν διαφορετικές διαστάσεις και αλλιώτικη σημασία. Η αμεσότητα, η ευστοχία των λέξεων, η ακολουθία των στιγμών αποτελούν χαρακτηριστικά ολόκληρης της συλλογής.

Η παραμυθία μερικών από τα ποιητικά αυτά πεζά θέτει τη βάση προκειμένου να οδηγηθούμε συνειρμικά σε ένα, άλλοτε παιδικό – ανέμελο σκηνικό και άλλοτε σε ένα περιβάλλον πόνου, μέσα από το οποίο θα έρθει η αναγέννηση, η ανανέωση καθώς και ο εκ νέου προσδιορισμός του εαυτού, προσδίδοντας δροσιά στην αναθεωρημένη του έκδοση.