5 εκατ. λίρες για την προτομή του Τουταγχαμών από τους Christie’s

Η γλυπτή κεφαλή του φαραώ Τουταγχαμών πουλήθηκε σε δημοπρασία στο Λονδίνο έναντι περίπου 5 εκατομμυρίων λιρών, παρά τις αντιρρήσεις της Αιγύπτου που θεωρεί το έργο κλεμμένο και ζητούσε να ακυρωθεί η διαδικασία.

Το γλυπτό, από καφέ χαλαζίτη, έχει ύψος 28,5 εκατοστά και είναι ηλικίας άνω των 3.000 ετών. Πουλήθηκε έναντι 4,7 εκατομμυρίων λιρών (περίπου 5,3 εκατ. ευρώ) από τον οίκο Christie’s. Το όνομα του αγοραστή δεν έγινε γνωστό. Η ανακοίνωση της δημοπρασίας είχε προκαλέσει την οργή της Αιγύπτου, που ζητούσε μάταια να αναβληθεί. Μάλιστα, καμμιά δεκαριά διαδηλωτές, κρατώντας αιγυπτιακές σημαίες, συγκεντρώθηκαν κοντά στην αίθουσα των δημοπρασιών κρατώντας πλακάτ που έγραφαν «Η αιγυπτιακή ιστορία δεν πωλείται» και «Σταματήστε το εμπόριο αρχαιοτήτων».

«Είμαι πολύ θυμωμένη. Ήλπιζα ότι θα ακυρωνόταν η δημοπρασία» ανέφερε μια 50χρονη Αιγύπτια, η Μάγκντα Σακρ, που ζει μόνιμα στη Βρετανία. Το γλυπτό «θα έπρεπε να βρίσκεται στο μουσείο, όχι στο σπίτι του οποιουδήποτε». Επίσης πρόσθεσε «Το γλυπτό αποτελεί μέρος της ιστορίας μας, πρόκειται για έναν από τους γνωστότερους φαραώ μας».

Το υπουργείο Αρχαιοτήτων της Αιγύπτου εξέφρασε τη λύπη του για την οργάνωση αυτής της πώλησης από τον οίκο δημοπρασιών. Οι υπεύθυνοι του Christie’s, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι έχουν ελέγξει και επαληθεύσει την προέλευση του αγάλματος, το οποίο «δεν ήταν και δεν είναι αντικείμενο υπό διερεύνηση» και ουδέποτε είχε εκφραστεί κάποια υπόνοια περί κλοπής, μολονότι ήταν ευρέως γνωστή η ύπαρξή του και είχε εκτεθεί πολλές φορές δημοσίως.

Ο διάσημος Αιγύπτιος αρχαιολόγος και πρώην υπουργός Αρχαιοτήτων Ζάχι Χάουας ανέφερε στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι η προτομή εξήχθη από την Αίγυπτο τη δεκαετία του 1970, την ίδια εποχή που κλάπηκαν και άλλα αρχαία αντικείμενα από τον ναό του Καρνάκ, στο Λούξορ. «Οι ιδιοκτήτες παρείχαν ψευδείς πληροφορίες» ισχυρίστηκε.

Η προτομή αγοράστηκε το 1985 από τον Χάιντς Χέρτσερ, έναν έμπορο έργων τέχνης από το Μόναχο. Προηγουμένως βρισκόταν στα χέρια του Γιόζεφ Μεσίνα, ενός Αυστριακού που το αγόρασε γύρω στο 1973-74 από τον πρίγκιπα Βίλχελμ φον Τουρνουντ Τάξις, που το είχε στην κατοχή του από τη δεκαετία του 1960, σύμφωνα με τον οίκο Christie’s. Ωστόσο, ο γιος και η ανιψιά του πρίγκιπα, Βίκτορ και Ντάρια, είπαν στον ιστότοπο Live Science ότι δεν θυμούνται το συγκεκριμένο αντικείμενο και ότι ο Βίλχελμ φον Τουρνουντ Τάξις «δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την τέχνη».

Τέλος, σε σκληρή γλώσσα ήταν γραμμένη η δήλωση της βρετανοαιγυπτιακής κοινοβουλευτικής ομάδας, που παρουσίασε η «Αλ Αχράμ», με την οποία βουλευτές καταδίκασαν τη δημοπρασία του Οίκου Christie’s για την πώληση «κλεμμένων αιγυπτιακών αντικειμένων», συμπεριλαμβανομένης της κεφαλής του βασιλιά Τουταγχαμών στο Λονδίνο, παρά την κατακραυγή από τις αιγυπτιακές αρχές.

«Η πώληση αιγυπτιακών αντικειμένων παραβιάζει τις διεθνείς συμβάσεις της UNESCO που απαγορεύουν την παράνομη εισαγωγή, εξαγωγή ή μεταβίβαση κυριότητας πολιτιστικών αγαθών και οι οποίες επιτρέπουν επίσης στην Αίγυπτο να ανακτήσει παράνομα λαθραία αντικείμενα που είναι καταχωρημένα σε διεθνή μουσεία», αναφέρεται. Στη δήλωση επισημαίνεται ότι η εν λόγω δημοπρασία στο Λονδίνο παραβιάζει όλες τις διεθνείς συμβάσεις, συνθήκες και συμφωνίες λόγω έλλειψης εγγράφων ιδιοκτησίας. Παράλληλα, η αιγυπτοβρετανική κοινοβουλευτική ομάδα εξέφρασε την εκτίμησή της στις χώρες που συνεργάστηκαν με την Αίγυπτο για την ανάκτηση πολλών από τις κλεμμένες αιγυπτιακές αρχαιότητες στο εξωτερικό. Να σημειωθεί ότι η Αίγυπτος κατόρθωσε να ανακτήσει 1.100 αντικείμενα το 2016 και το 2017 από 20 χώρες.

Οι βουλευτές εκφράζουν επίσης την έκπληξή τους «για το γεγονός ότι η βρετανική κυβέρνηση ζήτησε από την Αίγυπτο να αποδείξει ότι αντικείμενα όπως η κεφαλή του βασιλιά Τουταγχαμών είναι αιγυπτιακά, απαιτώντας από τον ιδιοκτήτη, και όχι αυτόν που έκλεψε, να αποδείξει την κυριότητα», αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση.

Τέλος, καλούν την αιγυπτιακή κυβέρνηση «να αναθεωρήσει τη συνεργασία της με τις βρετανικές αρχαιολογικές αποστολές που δραστηριοποιούνται στην Αίγυπτο» και τη βρετανική κυβέρνηση «να συνεργαστεί για να σταματήσει την παράνομη πώληση αρχαιοτήτων».