
Γράφει η Γεωργία Χιόνη
LLM, MdR, ΔΝ
Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια ΠΑΔΑ
Τι είναι μόδα; Για πολλούς, μόδα σημαίνει τάσεις, εικόνες, στυλ — μια αισθητική έκφραση ή ένας κύκλος προϊόντων. Όμως σε ένα επίπεδο πιο λεπτομερούς και αναλυτικής ανάγνωσης γίνεται κατανοητό ότι η μόδα λειτουργεί ως ένα περίπλοκο και πολεπιπεδικό σύστημα κανόνων, επαναλήψεων και σχέσεων που διαμορφώνουν όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο ντυνόμαστε, αλλά και το πώς βιώνουμε και νοηματοδοτούμε τον κόσμο μας. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί μια μεταφορά, αλλά μια πραγματικότητα που εντοπίζεται σε θεωρητικές αναγνώσεις της μόδας ως κοινωνικό και πολιτιστικό φαινόμενο.
Ο Ρολάν Μπαρτ στο κλασικό του έργο The Fashion System (1990) επιχειρεί μια σημειολογική ανάλυση της μόδας, προσεγγίζοντας την ένδυση ως ένα σύστημα σημείων και συμβόλων που λειτουργούν σαν γλώσσα. Η ένδυση δεν είναι αθώα εμφάνιση, αλλά κώδικας που μεταβιβάζει μηνύματα για τάξη, συσχέτιση, πολιτισμική θέση και αξία. Στο πλαίσιο αυτό, ο συγγραφέας εξετάζει πώς οι περιγραφές των ενδυμάτων στις σελίδες ενός περιοδικού μόδας λειτουργούν ως «σύστημα» με τους δικούς του κανόνες με λέξεις, μορφές και συνδέσεις που υπερβαίνουν το ατομικό στυλ, ανήκοντας σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλέγμα. Το ίδιο το ύφασμα και το σχέδιο προσεγγίζονται ως στοιχεία ενός «λεξιλογίου» κοινωνικών εννοιών. Για παράδειγμα, η περιγραφή ενός κοστουμιού δεν αποτελεί απλά μία περιγραφή ενός αντικειμένου: είναι κληρονομιά, τάξη, σιλουέτα και επιθυμία μαζί.
Η ύπαρξη, συνεπώς, μιας εκτεταμένης «γλωσσικής δομής» στη μόδα υποδηλώνει ότι αυτή δεν είναι ούτε τυχαία ούτε ουδέτερη. Κάθε φορά που διατυπώνεται ότι ένα αντικείμενο «είναι στη μόδα», η πρόταση αυτή ενσωματώνει ήδη ένα σύνολο αξιών και συσχετίσεων σχετικά με το τι θεωρείται επιθυμητό ή μη. Συνεπώς, ό,τι φαίνεται φαινομενικά απλό λειτουργεί εντός ενός σύνθετου συστήματος νοημάτων.
Ως εκ τούτου, η ιδέα ότι η μόδα λειτουργεί πέρα από μια απλή επιλογή ενδυμασίας έχει βαθιές ρίζες στις κοινωνικές επιστήμες. Ο κοινωνιολόγος Georg Simmel, ήδη στις αρχές του 20ού αιώνα κατέδειξε ότι η μόδα είναι μια κοινωνική διαδικασία που λειτουργεί με κανόνες διαφοροποίησης και υπακοής ταυτόχρονα. Σύμφωνα με αυτήν την προσέγγιση, η μόδα παίζει με τον δυϊσμό της κοινωνίας: είναι ταυτόχρονα μέσο ένταξης και απόκλισης — τόσο προσωπικής έκφρασης όσο και κοινωνικής πίεσης. Στην κλασική ανάλυση του Simmel, ένα στοιχείο μόδας αποτελεί «μόδα» μόνο όταν μια ομάδα υιοθετεί κάτι που η υπόλοιπη κοινωνία δεν έχει ακόμη πλήρως αγκαλιάσει: η μόδα δεν είναι απλώς μία επιφανειακή αισθητική, αλλά ένας μηχανισμός κοινωνικής τάξης και διαφοροποίησης που στηρίζει ιδέες περί τάξεως, συνόρων και θέσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, η μόδα ως σύστημα εμπλέκεται με την πολιτισμική εξουσία και δομή. Το γιατί ορισμένα στυλ γίνονται αποδεκτά ενώ άλλα όχι, δεν εξαρτάται μόνο από μια αίσθηση «ωραίου», αλλά συνδέεται με πολιτικές, οικονομικές και θεσμικές σχέσεις που καθορίζουν τι θεωρείται «κανονικό» ή «εξαιρετικό». Με βάση τη σύγχρονη έννοια της κυβερνητικής, η μόδα λειτουργεί όχι μόνο σε επίπεδο προσωπικής επιλογής αλλά και σε κοινωνικό, καθώς διαμορφώνει προσδοκίες, επιβάλλει συμπεριφορές και καθοδηγεί τον τρόπο με τον οποίο τα σώματα «διαβάζονται» στην δημόσια σφαίρα. Οι μορφές «επικοινωνίας» της μόδας — που περιλαμβάνουν διαφημίσεις, επιδείξεις, πολιτιστικά γεγονότα — δεν είναι ουδέτερες· είναι πολιτιστικά εργαλεία που ενισχύουν, αναπαράγουν ή αμφισβητούν κοινωνικές δομές.
Παρά το γεγονός ότι ο όρος κυβερνητική συνδέεται συνήθως με θεσμούς πολιτικής και διοίκησης, η συμβολή αρχών της κυβερνητικής στη μόδα είναι ήδη εμφανής όταν εξετάζουμε πώς οι κανόνες της μόδας «ρυθμίζουν» το σώμα και το βλέμμα. Η μόδα δεν προτείνει απλώς τι είναι τάση ή παρωχημένο — είναι μέρος ενός μηχανισμού που οργανώνει ποιες συμπεριφορές θεωρούνται αποδεκτές και ποιες όχι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, παράγει ακόμη και κοινωνική «πειθαρχία».
Από αυτήν τη σκοπιά, η μόδα αποτελεί σύστημα επειδή δομεί και σχέσεις ανάμεσα σε άτομα και ομάδες — όχι μόνο ως πεδίο ατομικών επιλογών, αλλά ως δομή που επηρεάζει και κατευθύνει συλλογικές συμπεριφορές. Η κοινωνιολογία της μόδας έχει καταδείξει ότι οι επιλογές ενδυμασίας καθρεφτίζουν και αναπαράγουν δομές εξουσίας στην κοινωνία — από ταξική διαφοροποίηση έως έμφυλες και φυλετικές διαφορές. Η μόδα, συνεπώς, δεν είναι ουδέτερη ούτε ανεξάρτητη από τις κοινωνικές ανισότητες. Αντίθετα, συμπλέκεται με αυτές και τις αναπαράγει.
Όταν εξετάζουμε τη μόδα ως σύστημα, σταματάμε να βλέπουμε το στυλ ως απλή ατομική έκφραση. Αντιθέτως, η μόδα αποκαλύπτεται ως ένα πλέγμα κανόνων, συμβολικών σχέσεων και κοινωνικών ρόλων που ενσωματώνονται στο σώμα μας, στην αντίληψή μας και στον τρόπο που ζούμε με τους άλλους. Υπό το πρίσμα αυτόν, η μόδα, απεκδύεται του ουδέτερού της χαρακτήρα. Δεν αποτελεί, συνεπώς, θέμα προσωπικής επιλογής. Είναι ένας μηχανισμός που επαναλαμβάνει — και μερικές φορές ανατρέπει — κοινωνικές δομές, αξίες και κανόνες. Η «αόρατη δομή» της μόδας δεν είναι λιγότερο πραγματική επειδή δεν την βλέπουμε με την πρώτη ματιά. Αντιθέτως, είναι πιο ισχυρή επειδή λειτουργεί κάτω από το βλέμμα μας οργανώνοντας, ρυθμίζοντας και ορίζοντας τι θεωρούμε φυσιολογικό, επιθυμητό, και αποδεκτό στην κοινωνία.

