Γράφει η Ζέτα Τζιώτη

Υπάρχουν βιβλία που τα τελειώνεις και τα αφήνεις στο κομοδίνο. Υπάρχουν κι εκείνα που, λίγο μετά την τελευταία σελίδα, σε κάνουν να σκεφτείς ανθρώπους που έχεις γνωρίσει, περιστατικά που έχεις ζήσει και, κυρίως, εκείνες τις απίθανες συμπεριφορές που κάποτε πίστεψες ότι συνέβησαν μόνο σε σενάριο κωμωδίας. Το «Ανδρολίβαδο» της Τζούλης Αγοράκη ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Η πρώτη αίσθηση που αφήνει το βιβλίο είναι η ευκολία με την οποία διαβάζεται. Δεν χρειάζεται να προετοιμαστείς, ούτε να μπεις σε έναν περίπλοκο λογοτεχνικό κόσμο. Η γλώσσα είναι απλή, άμεση, καθημερινή. Κι όμως, πίσω από αυτή την απλότητα υπάρχει κάτι καθόλου απλό: η ικανότητα να παρατηρείς έναν άνθρωπο, να εντοπίζεις την παραξενιά του και να την κάνεις ιστορία.
Η Τζούλη Αγοράκη έχει αυτή την ικανότητα. Παρατηρεί τους ανθρώπους χωρίς να χρειάζεται να τους βάλει σε βάθρα ή να τους καταδικάσει. Τους αφήνει να μιλήσουν μέσα από τις πράξεις τους. Και κάπου εκεί βρίσκεται μεγάλο μέρος του χιούμορ του «Ανδρολίβαδου».
Το βιβλίο αποτελείται από διαφορετικές ιστορίες και διαφορετικούς αντρικούς χαρακτήρες. Άντρες που θα μπορούσαν, με μια πρώτη ματιά, να μοιάζουν υπερβολικοί. Τύποι που θα πίστευες ότι είναι επινοημένοι για τις ανάγκες ενός θεατρικού έργου ή μιας κωμωδίας. Κι όμως, όσο προχωράς, αρχίζεις να σκέφτεσαι ότι κάπου τους έχεις συναντήσει.
Ίσως όχι ακριβώς έτσι. Ίσως με άλλο όνομα, άλλη εμφάνιση και άλλη ιστορία. Αλλά η συμπεριφορά είναι εκεί. Η εμμονή, η ανασφάλεια, η αυτοπεποίθηση που περισσεύει, η παράξενη λογική, το φλερτ που παίρνει απρόβλεπτη τροπή, ο άντρας που πιστεύει ότι είναι ακαταμάχητος, ο άλλος που προσπαθεί απεγνωσμένα να αποδείξει κάτι, εκείνος που έχει τις δικές του ιδιαίτερες συνήθειες και εκείνος που σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς ακριβώς κατάφερε να φτάσει μέχρι εκεί.
Οι χαρακτήρες του «Ανδρολίβαδου» δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Έρχονται με τα παρατσούκλια και τις ιδιομορφίες τους και πολύ γρήγορα αποκτούν προσωπικότητα. Ο Ντουντούκας, ο Καστράτος, ο μικρός Βεδουίνος, ο Boy George, ο Περούκας, ο «Φτου μη σε ματιάσω», ο Κολονοσκοπάκιας και οι υπόλοιποι δεν είναι απλώς ονόματα που περνούν από τις σελίδες. Είναι τύποι. Και ακριβώς επειδή είναι τύποι, είναι αναγνωρίσιμοι.
Αυτό είναι και το μεγάλο παιχνίδι της συγγραφέα.
Δεν γελάς μόνο επειδή κάποιος χαρακτήρας είναι παράξενος. Γελάς επειδή αναγνωρίζεις κάτι ανθρώπινο μέσα στην υπερβολή του. Αναγνωρίζεις μια συμπεριφορά που έχεις δει. Έναν άνθρωπο που κάποτε σου μίλησε με τον ίδιο τρόπο. Μια κατάσταση που τότε δεν σου φάνηκε καθόλου αστεία και σήμερα, από απόσταση, μπορείς να τη δεις διαφορετικά.
Το χιούμορ του βιβλίου λειτουργεί περισσότερο μέσα από την παρατήρηση παρά μέσα από την προσπάθεια να προκαλέσει γέλιο με το ζόρι. Και αυτό είναι σημαντικό. Οι εύστοχες ατάκες έρχονται μέσα στην αφήγηση και όχι σαν να έχει σταματήσει η ιστορία για να ειπωθεί ένα αστείο. Η γλώσσα παραμένει καθημερινή και γι’ αυτό οι ατάκες έχουν μεγαλύτερη δύναμη.
Το «Ανδρολίβαδο» είναι επίσης ένα βιβλίο για τις σχέσεις. Για τον τρόπο με τον οποίο άντρες και γυναίκες συναντιούνται, παρεξηγούνται, έλκονται, απομακρύνονται, επιμένουν, υπερβάλλουν και πολλές φορές δεν καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον. Ο έρωτας εδώ δεν παρουσιάζεται ως μια τακτοποιημένη υπόθεση. Είναι περισσότερο ένα πεδίο όπου ο καθένας κουβαλάει τις ιδιοτροπίες, τις ανάγκες και τις ανασφάλειές του.
Και ίσως γι’ αυτό οι ιστορίες παραμένουν ευχάριστες ακόμη κι όταν γίνονται αλλόκοτες.
Υπάρχει κάτι απελευθερωτικό στο να μπορείς να γελάσεις με τις ανθρώπινες αδυναμίες. Όχι απαραίτητα επειδή είσαι καλύτερος από τους ήρωες, αλλά επειδή καταλαβαίνεις ότι κανείς μας δεν είναι τόσο λογικός όσο νομίζει. Οι άνθρωποι στις σχέσεις τους συχνά κάνουν πράγματα παράλογα, υπερβολικά και εντελώς απρόβλεπτα. Το βιβλίο απλώς τα κοιτάζει από τη σωστή γωνία.
Κι εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, και η θεατρικότητα του «Ανδρολίβαδου».
Οι χαρακτήρες είναι φτιαγμένοι για να τους ακούσεις. Έχουν φωνή. Έχουν ιδιοσυγκρασία. Έχουν εκείνη την υπερβολή που χρειάζεται ένας θεατρικός χαρακτήρας για να ξεχωρίσει από τον διπλανό του. Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί μια σκηνή με έναν ηθοποιό να αλλάζει ρόλους, σώμα, φωνή και ύφος και να περνά από τον έναν άντρα στον άλλον, ενώ μια γυναίκα-αφηγήτρια θα κρατούσε το νήμα των ιστοριών.
Δεν θα χρειαζόταν καν ένα περίπλοκο σκηνικό. Ένα λιτό σκηνικό, γρήγορες αλλαγές, σωστός φωτισμός και κυρίως η δύναμη των διαλόγων θα μπορούσαν να αρκούν. Οι ιστορίες έχουν ήδη τον ρυθμό μιας παράστασης. Έχουν είσοδο, αποκάλυψη, ανατροπή και συχνά εκείνο το σημείο όπου ο θεατής γελάει επειδή κατάλαβε ότι η κατάσταση έχει ξεφύγει από κάθε λογική.
Και θα είχε ενδιαφέρον το κοινό να αντιδρά διαφορετικά σε κάθε χαρακτήρα. Σε κάποιον θα γελάσει αμέσως. Σε άλλον θα νιώσει αμηχανία. Κάποιον μπορεί να τον αναγνωρίσει. Και κάποια στιγμή ίσως κάποιος θεατής σκύψει προς τον διπλανό του και ψιθυρίσει: «Αυτόν τον ξέρω».
Γιατί αυτή είναι τελικά η μεγάλη επιτυχία τέτοιων χαρακτήρων: δεν παραμένουν στη σελίδα. Βγαίνουν από αυτήν και επιστρέφουν στην πραγματική ζωή.
Η Τζούλη Αγοράκη, δημοσιογράφος και συγγραφέας, έχει έναν τρόπο γραφής που δεν χρειάζεται να επιδεικνύει τις δυνατότητές του. Η δύναμή του βρίσκεται στην αμεσότητα. Στην παρατήρηση. Στην ατάκα που έρχεται τη στιγμή που πρέπει. Και κυρίως στην αίσθηση ότι πίσω από την ιστορία υπάρχει ένας άνθρωπος που έχει κοιτάξει αρκετά προσεκτικά γύρω του.
Το «Ανδρολίβαδο» δεν ζητά από τον αναγνώστη να το πάρει υπερβολικά στα σοβαρά. Ζητά κάτι πολύ πιο απλό: να έχει χιούμορ.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το καλύτερο εισιτήριο για να το απολαύσεις.
Γιατί αν δεν έχεις χιούμορ, θα δεις απλώς μια σειρά από αλλόκοτους άντρες και παράξενες ιστορίες.
Αν όμως έχεις, θα αρχίσεις να αναγνωρίζεις πρόσωπα.
Θα θυμηθείς ιστορίες.
Θα γελάσεις με καταστάσεις που κάποτε δεν ήταν καθόλου αστείες.
Και κυρίως θα καταλάβεις ότι οι άνθρωποι που μοιάζουν υπερβολικοί για να είναι αληθινοί συνήθως είναι οι πιο αληθινοί απ’ όλους.
Γιατί οι τύποι του «Ανδρολίβαδου» δεν κατοικούν μόνο στις σελίδες της Τζούλης Αγοράκη.
Ζουν ανάμεσά μας.
Και, το πιο επικίνδυνο απ’ όλα, μπορεί να έχουμε ήδη γνωρίσει κάποιον από αυτούς.
About The Writer
Η Τζούλη Αγοράκη γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε δημοσιογραφία. Σε ηλικία 16 ετών εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο “Θρύψαλα οργής”. Το 1992 ξεκίνησε να αρθρογραφεί στο περιοδικό “Αντί”, στα είκοσι τέσσερά της χρόνια έγινε αρχισυντάκτρια στις εκδόσεις του Άρη Τερζόπουλου, ακολούθησαν συνεργασίες σε ραδιοφωνικούς σταθμούς, εφημερίδες και περιοδικά. Σήμερα εργάζεται στη σύνταξη του περιοδικού “Marie Claire” και αρθρογραφεί εβδομαδιαία στο περιοδικό “Mag” στη στήλη με τίτλο “Blonde Ambition”, αποτέλεσμα της οποίας είναι και το ομώνυμο βιβλίο.



