Μεταξύ μύθου και ιστορίας – “Αχιλλέας”

Γράφει η Ιστορικός-Αρχαιολόγος Ευαγγελία Δημοπούλου για την ιστορία και τους μύθους που γεννά η φθιωτική γη

Ο πληγωμένος Αχιλλέας. Το διάσημο γλυπτό που κοσμεί τους κήπους του Αχιλλείου στην Κέρκυρα.

Η γένεση του μύθου

Της Ευαγγελίας Δημοπούλου Ιστορικού-Αρχαιολόγου

Η γεωγραφική θέση ενός τόπου δρα καταλυτικά στην πορεία του και κατ’ επέκταση στα μυθολογικά και ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν σε αυτόν. Ο νομός Φθιώτιδας αποτελεί έναν από τους πιο προνομιούχους νομούς, αφού βρίσκεται στο μέσο του ελλαδικού κορμού, αποτελώντας μια ιδιότυπη «πύλη» τόσο για τη βόρεια όσο και για τη νότια Ελλάδα. Αυτό συντέλεσε στη δημιουργία μιας πλούσιας μυθολογικής παράδοσης στην ευρύτερη περιοχή με τα δρώντα πρόσωπα όχι μόνο να είναι πολλά, αλλά και να έχουν σημαίνουσα θέση  στο πανελλαδικό, αλλά και στο παγκόσμιο μυθολογικό στερέωμα. Μια από τις πιο εμβληματικές προσωπικότητες της μυθολογίας μας με σημείο αναφοράς τον νομό μας είναι αδιαμφισβήτητα ο Αχιλλέας.

Ο Αχιλλέας γεννήθηκε στο βασίλειο της Φθίας από τον βασιλιά των Μυρμιδόνων  Πηλέα και μια θαλάσσια θεότητα, τη Θέτιδα που ήταν κόρη του Νηρέα. Η Θέτιδα  επιθυμούσε να κάνει τον Αχιλλέα αθάνατο, γι’ αυτό την ημέρα τον άλειφε με αμβροσία –την τροφή των θεών- και τη νύχτα τον κρατούσε πάνω από τη φωτιά, κρατώντας τον από τη φτέρνα, ώστε να καούν τα θνητά του μέρη. Ο πατέρας του Πηλέας όμως την παραφύλαξε και όταν είδε το παιδί να σπαράζει, τρομαγμένος έβαλε τις φωνές και εμπόδισε τη Θέτιδα να συνεχίσει το έργο της. Μια άλλη εκδοχή θέλει τη Θέτιδα να βουτά τον Αχιλλέα στα νερά της Στύγας που αποτελούσε ιερό μέρος για τους θεούς, αφού σε αυτό ορκίζονταν και οι επίορκοι θεοί έχαναν την αθανασία τους, έστω και πρόσκαιρα.

Η Θέτιδα βουτά τον νεαρό Αχιλλέα στα νερά της Στύγας, Peter Paul Rubens, 1625.

Έτσι ο ήρωας είτε με τη μία είτε με την άλλη εκδοχή είχε γίνει άτρωτος και μπορούσε να πεθάνει μόνο, αν τον χτυπούσε κανείς στη φτέρνα το μόνο σημείο θνητότητας. Από αυτό το γεγονός έχει μείνει παρακαταθήκη στη γλωσσική μας παράδοση και η έκφραση Αχίλλειος πτέρνα που παραπέμπει σε οποιοδήποτε τρωτό σημείο. Ύστερα απ’ αυτό οργισμένη η μητέρα του εγκαταλείπει τον Πηλεά και επιστρέφει στο παλάτι του πατέρα της, στα βάθη της θάλασσας. Ο Πηλέας παρέδωσε τον Αχιλλέα βρέφος στον Κένταυρο Χείρωνα, γιό του Κρόνου και της νύμφης Φιλύρας. Οι κένταυροι ήταν μυθολογικά πλάσματα μισοί άνθρωποι και μισοί άλογα που γενικά είχαν τη φήμη αφρόνων πλασμάτων. Ο Χείρων όμως διέφερε από τους υπόλοιπους Κενταύρους και ήταν δάσκαλος πολλών σημαντικών ηρώων όπως του Ιάσωνα, του Ασκληπιού και του Οδυσσέα καθώς και του πατέρα του Αχιλλέα, του Πηλέα.

Print, “L’Education D’Achille”, engraving by Charles Clement Bervic, 1798, after painting by Jean Baptiste Regnault. GA*09157.

Ο Αχιλλέας παρεδόθει στον Χείρωνα που τον ανάθρεψε στο όρος Πήλιο, όπου στις παρυφές του έφτανε το βασίλειο του Πηλέα. Εκεί ο σοφός κένταυρος δίδαξε τον Αχιλλέα μουσική, ρητορική, την τέχνη των όπλων και του κυνηγιού, μάλιστα το κοντάρι του Αχιλλέα ήταν δώρο του δασκάλου του. Υπάρχει και μια μεθομηρική εκδοχή για την παιδική ηλικία του ήρωα, η οποία ήταν πολύ δημοφιλής. Σύμφωνα με αυτή, ο Αχιλλέας κρύβεται από τη μητέρα του Θέτιδα στην αυλή του βασιλιά Λυκομήδη στη Σκύρο, μαζί με τον παιδικό φίλο του Αχιλλέα, τον Πάτροκλο και το δάσκαλο του, τον Φοίνικα, μεταμφιεσμένος σε κορίτσι, σε μια προσπάθεια της μητέρας του να σώσει τον μοναχογιό της, αφού ήξερε ότι η μοίρα του ήταν να πεθάνει, αν πήγαινε στην Τροία.

Από την άλλη, ο μάντης Κάλχας είχε δώσει σαφή χρησμό ότι οι Έλληνες δεν θα μπορούσαν να νικήσουν δίχως τη βοήθεια του Αχιλλέα, με αποτέλεσμα η εύρεση του να είναι επιτακτική. Την δύσκολη αποστολή της ανεύρεσης του ήρωα, αναλαμβάνει ο πολυμήχανος Οδυσσέας. Μεταμφιεσμένος σε πλανόδιο πωλητή με κοσμήματα και φορέματα πήγε στο παλάτι του Λυκομήδη όπου εκεί συνάντησε τον ίδιο, τις κόρες του και τον Αχιλλέα. Ο Οδυσσέας με άδεια του Λυκομήδη, άφησε τα κοσμήματα και τα φορέματα μπροστά στις πριγκίπισσες, ωστόσο ο Οδυσσέας είχε κρύψει και ένα σπαθί κάτω από τα φορέματα. Έτσι, ενώ οι κοπέλες δοκίμαζαν τα φορέματα ο Αχιλλέας βρήκε το σπαθί το τράβηξε και έτσι αποκαλύφθηκε η ταυτότητα του, ενώ με την αποκάλυψη της ταυτότητας του, δεν χρειάστηκαν πολλά επιχειρήματα από τον Οδυσσέα, τον Πάτροκλο και τον Φοίνικα, για να αποφασίσει να πάει στην Τροία, για να εκπληρώσει το πεπρωμένο του.

Η αποκάλυψη του Αχιλλέα από τους Οδυσσέα και Διομήδη στην αυλή του βασιλιά Λυκομήδη, Peter Paul Rubens.

Αχιλλέας, το κλέος άφθιτον

Ο Αχιλλέας του Ομήρου είναι ο απόλυτος ήρωας, που άνετα θα μπορούσε να είναι ένας σύγχρονος υπερήρωας των εικονογραφημένων περιοδικών της παιδικής μας ηλικίας, αποτελώντας παράλληλα μια ιδιάζουσα ηρωική μορφή. Είναι γνωστό πως ο Αχιλλέας δεν ήταν δεσμευμένος με τον όρκο των υπόλοιπων ηρώων των μυκηναϊκών βασιλείων που ήταν μνηστήρες της ωραίας Ελένης, αφού η μνηστεία της είχε γίνει, όταν ο ήρωας ήταν μόλις εννέα ετών. Ο ήρωας όμως, επειδή πρέσβευε το αρχαίο ελληνικό ιδεώδες, επέλεξε να βρεθεί στην Τροία μόνο για το κλέος, τη δόξα και για να μείνει το όνομα του στο διηνεκές, έχοντας πλήρη επίγνωση πως η μοίρα του ήταν προδιαγεγραμμένη και πως στο Ίλιο θα συναντούσε τον Θάνατο. Ο Όμηρος επιλέγει να έχει ως κεντρικό θέμα της Ιλιάδας, τη μῆνι – τον θυμό του Αχιλλέα, που αποτελεί  ένα από τα πιο αγαπημένα βιβλία ήδη από την αρχαιότητα.

Ο Αχιλλέας είχε δείξει από την αρχή της εκστρατείας τις προθέσεις του, δηλαδή δεν ήταν πρόθυμος υπακούσει τυφλά τον αρχιστράτηγο των Ελλήνων Αγαμέμνονα. Στην Αυλίδα, όπου συγκεντρώνεται ο ελληνικός στόλος, για να αναχωρήσει για την Τροία, δεν φυσά ο πολυπόθητος ούριος άνεμος. Η άπνοια ήταν έργο της θεάς Άρτεμις, και ο μάντης Κάλχας αποκάλυψε στον βασιλιά των Μυκηνών, Αγαμέμνονα, πως οφείλει να εξιλεωθεί στη θεά θυσιάζοντας την κόρη του, Ιφιγένεια. Η Ιφιγένεια έρχεται παραπλανημένη στην Αυλίδα, με πρόφαση τον γάμο της με τον Αχιλλέα, μια επινόηση του Οδυσσέα, με αποτέλεσμα ο ήρωας να θυμώσει που οι Έλληνες χρησιμοποίησαν το όνομα του χωρίς την άδεια του, μολονότι η απόφαση ήταν του ίδιου του αρχηγού. Ο Αχιλλέας από την αρχή επέδειξε πράξεις ανδρείας, με χαρακτηριστική τη μονομαχία του με τον Κύκνο που είχε την ικανότητα να μην τον πληγώνει κανένα χάλκινο όπλο.

O Αχιλλέας στη μονομαχία του με τον Κύκνο.

Έτσι, αν και θεωρητικά άτρωτος ο Κύκνος, ο Αχιλλέας τον νικά με δυσκολία, ρίχνοντας του μια μεγάλη πέτρα στο κεφάλι, σε μια σφοδρή μάχη η οποία συγκαταλέγεται στις επιτυχίες του Αχιλλέα. Τον τελευταίο χρόνο του τρωικού πολέμου, ο Αχιλλέας πάλι έρχεται σε ρήξη με τον Αγαμέμνονα, αυτή τη φορά για ένα γέρας, δηλαδή για ένα πολεμικό λάφυρο. Στην αρχαιότητα τα πολεμικά λάφυρα μπορεί εκτός από αντικείμενα να ήταν και άνθρωποι. Έτσι, σε μια επίθεση των Αχαιών με αρχηγό τον Αχιλλέα στην Υποπλακίη Θήβη αιχμαλώτισε την Χρυσηίδα, κόρη του Χρύση, ιερέα του Απόλλωνα την οποία πήρε ως γέρας ο Αγαμέμνονας, και ο Αχιλλέας κράτησε για τον ίδιο την Βρισηίδα. Ο πατέρας της Χρυσηίδας, όμως, παρουσιάστηκε στον Αγαμέμνονα προσφέροντας δώρα και ζητώντας πίσω την κόρη του, αλλά ο Αγαμέμνονας του την αρνήθηκε και χωρίς να σεβαστεί την ιδιότητα του ιερέα και τη μεγάλη ηλικία του, τού συμπεριφέρθηκε με ασέβεια και αγένεια, με αποτέλεσμα να διαπράξει ύβρη κατά του θεού Απόλλωνα.

Ο ιερέας, επιστρέφοντας στον ναό, προσευχήθηκε στον Απόλλωνα να τιμωρήσει τον στρατό του Αγαμέμνονα, και έτσι ο Απόλλωνας έριξε έναν λοιμό -μολυσματική ασθένεια- στο στρατόπεδο για εννέα ημέρες (ο αριθμός δεν ήταν τυχαίος, αφού οι αριθμοί που σχετίζονται με το τρία θεωρούνταν ιεροί) και για να σταματήσει ο λοιμός έπρεπε ο Αγαμέμνονας να επιστρέψει την κόρη του ιερέα φυσικά χωρίς λύτρα. Ο Αγαμέμνονας αναγκάστηκε να την επιστρέψει αλλά έπρεπε να την αντικαταστήσει, έτσι, απαίτησε από τον Αχιλλέα να του δώσει την Βρισηίδα, προκαλώντας την οργή του, με αποτέλεσμα ο Αχιλλέας να ζητήσει από την μητέρα του τη Θέτιδα να μιλήσει στους θεούς και να τιμωρήσει τον Αγαμέμνονα, ενώ παράλληλα αποσύρεται πλέον από το πεδίο των μαχών.

“Ο Αχιλλέας παραχωρεί τη Βρισηίδα στον Αγαμέμνονα”, φρέσκο στην Πομπηία.

Μετά τις αλλεπάλληλες ήττες των Ελλήνων ο πιστός φίλος του, Πάτροκλος, πείθει τον Αχιλλέα να βγει εκείνος στη μάχη ως αρχηγός των Μυρμιδόνων. Παρόλο, που επέδειξε περίσσια ανδρεία, τελικά σκοτώθηκε από τον Έκτορα. Ο Αχιλλέας βγαίνει στη μάχη με σκοπό να σκοτώσει τον Έκτορα προκειμένου να εκδικηθεί τον θάνατο του πιστού του συντρόφου, πράγμα που το επιτυγχάνει. Βλέποντας όμως, οι θεοί ότι ο Αχιλλέας είχε σκοτώσει τόσους πολλούς, όρισαν ότι ήρθε η ώρα να πεθάνει, εκπληρώνοντας το πεπρωμένο του. Ένα δηλητηριώδες βέλος του Πάρη κατευθυνόμενο από τον θεό Απόλλωνα τον πετυχαίνει στην πτέρνα, το μόνο τρωτό του σημείο και τον σκοτώνει, με αποτέλεσμα το όνομα του Αχιλλέα να παραμείνει ανεξίτηλο στην αιωνιότητα.

Αχιλλέας, υπό το πρίσμα του Ομήρου

Ο Όμηρος μέσα σε 51 ημέρες -τις τελευταίες του πολέμου- προσπαθεί να ιχνηλατήσει την προσωπικότητα του Αχιλλέα παρασύροντας τους αναγνώστες, ανά τους αιώνες, να ανακαλύψουν τον μεγάλο ήρωα της ελληνικής μυθολογίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελεί ο ίδιος ο Μέγας Αλέξανδρος, ο οποίος κουβαλούσε πάντα μαζί του ένα αντίγραφο της Ιλιάδας, για να μπορεί να καθοδηγείται από τον αγαπημένο του ήρωα. Παρά το γεγονός πως η Ιλιάδα πραγματεύεται την οργή (μῆνιν) του Αχιλλέα εναντίον του βασιλιά Αγαμέμνονα, το περιεχόμενο της Ιλιάδας είναι πολύ ευρύτερο, αφού δεν αφιερώνεται όλο το έπος σε αυτήν, αλλά την ίδια στιγμή η απουσία ή η παρουσία του Αχιλλέα καθώς και οι αποφάσεις του,  καθορίζουν τις εξελίξεις του έπους.

Όταν ο Αχιλλέας αναγκάζεται να παραχωρήσει τη Βρισηίδα στον Αγαμέμνονα ως αντικαταστάτρια της Χρυσηίδας, αποσύρεται από τη μάχη, αφού αισθάνθηκε προσβεβλημένος από την ενέργεια του Αγαμέμνονα. Η μήνις του ήταν τόσο μεγάλη που παρακάλεσε τη μητέρα του Θέτιδα να μεσολαβήσει στον Δία για να προσφέρει συνεχείς επιτυχίες στις πολεμικές επιχειρήσεις των Τρώων. Οι αδυσώπητες μάχες αφήνουν τους Έλληνες αποδεκατισμένους με πολλούς ήρωες να χάνουν τη ζωή τους και το στρατόπεδο των Αχαιών να βρίσκεται σε απελπιστική κατάσταση.

Την 25η ημέρα ο Αγαμέμνονας, αποδεχόμενος τη δεινή θέση των Ελλήνων δηλώνει έτοιμος να επανορθώσει αμέσως, προσφέροντας πολλά και πλούσια δώρα και αποφασίζει να στείλει πρεσβεία στον Αχιλλέα• την οποία θα αποτελούσαν ο Οδυσσέας, ο Φοίνικας, ο Αίαντας και δύο κήρυκες. Ο ήρωας υποδέχεται με χαρά τους παλιούς του συντρόφους οι οποίοι του ζητάν να επιστρέψει στη μάχη και τον πληροφορούν πως ο Αγαμέμνονας του δίνει πλούσια ανταλλάγματα. Ο Αχιλλέας αρνείται κατηγορηματικά και απορρίπτει τα δώρα, δηλώνοντας παράλληλα πως θα εγκαταλείψει την Τροία και θα επιστρέψει στη Φθία, παροτρύνει μάλιστα τον δάσκαλο του, Φοίνικα, να αποχωρήσει μαζί του.

Ο θρήνος του Αχιλλέα για τον Πάτροκλο, Gavin Hamilton.

Ο πιστός του σύντροφος Πάτροκλος, παρακολουθώντας τη συντριβή των συντρόφων του, πείθει τον Αχιλλέα να του επιτρέψει να οδηγήσει τον στρατό των Μυρμιδόνων ξανά στη μάχη φορώντας τα άρματα του Αχιλλέα, ώστε να νομίζουν οι Τρώες πως είναι ο ίδιος ο Αχιλλέας. Ο Πάτροκλος καταφέρνει να απωθήσει τις δυνάμεις των Τρώων πολεμώντας με γενναιότητα, αλλά σκοτώνεται στη μάχη από τον Έκτορα. Τα νέα του θανάτου του φίλου του φτάνουν στον Αχιλλέα και τον ρίχνουν σε βαρύ πένθος. Η οργή κυριεύει τον ήρωα για τον θάνατο του Πάτροκλου και γίνεται το κύριο κίνητρο για τον Αχιλλέα να επιστρέψει στο πεδίο της μάχης. Γι’ αυτόν τον σκοπό ζητάει από τη μητέρα του, Θέτιδα, να μεσολαβήσει στον Ήφαιστο, τον τεχνίτη των θεών, ώστε να του κατασκευάσει καινούρια όπλα. Ανάμεσα τους ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην ασπίδα του, η οποία περιγράφεται διεξοδικά. Η ασπίδα ανάμεσα από την εικόνα του σύμπαντος στο κέντρο και του Ωκεανού στην περιφέρεια περιέχει μία σειρά σκηνών οι οποίες χαρακτηρίζονται από αντιθέσεις. Απεικονίζονται δυο πολιτείες, η μια περιέχει ειρηνικές σκηνές, δηλαδή έναν γάμο και μια δίκη, ενώ η άλλη, είναι πολιορκημένη από δύο στρατούς. Αλλού απεικονίζει σκηνές από τη γεωργική ζωή όργωμα, θερισμός, τρύγος και από την κτηνοτροφική, μια επίθεση λιονταριών σε αγέλη βοδιών και έναn βοσκότοπο με κοπάδι προβάτων και στο τέλος μια σκηνή  χορού από νέους και νέες με ρούχα γιορτινά κοντά σ’ έναν τραγουδιστή. Έτσι, με την καινούρια του πανοπλία, επιστρέφει στη μάχη με μοναδικό σκοπό να εκδικηθεί τον θάνατο του αγαπητού του φίλου σκοτώνοντας τον υπαίτιο, δηλαδή τον Έκτορα. Η μητέρα του Θέτις, προσπαθεί με μία ύστατη προσπάθεια να τον μεταπείσει επισημαίνοντας του ότι αυτό θα του κοστίσει τη ζωή.

O Αχιλλέας σκοτώνει τον Έκτορα, Peter Paul Rubens.

Ο ήρωας φυσικά είναι ανένδοτος και βγαίνει στο πεδίο της μάχης κατατροπώνοντας τον Έκτορα. Μετά από την θριαμβευτική νίκη του έναντι του αντιπάλου του, ο Αχιλλέας σέρνει το νεκρό σώμα γύρω από τα τείχη της Τροίας δεμένο πίσω από το άρμα του, πανηγυρίζοντας τη νίκη του κακοποιώντας το βάναυσα. Ο Πρίαμος πηγαίνει στο στρατόπεδο των Αχαιών με πλούσια δώρα, για να ζητήσει από τον Αχιλλέα να του δώσει το σώμα του Έκτορα, για να το θάψει μ’ όλες τις πρέπουσες τιμές, με τον Αχιλλέα να του φέρεται με τον δέοντα σεβασμό και φυσικά να του παραχωρεί το σώμα του νεκρού παιδιού του. Κάπως έτσι, ολοκληρώνεται το έπος που ύμνησε τον μεγάλο ήρωα, χωρίς να αναφέρει κάπου το τέλος του ήρωα, αλλά να το υπονοεί, αφού η μοίρα της Τροίας ήταν αλληλένδετη με αυτή του Αχιλλέα, δηλαδή το τέλος της θα σήμαινε τον θάνατο του θρυλικού Αχιλλέα.

Ο Αίαντας μεταφέρει τη σωρό του Αχιλλέα, αναπαράσταση σε αρχαίο αμφορέα.