Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη
Η εικαστικός Αλεξία Ψαραδέλη επιστρέφει με μια νέα ατομική έκθεση με τίτλο “Botanical Relics: chapter I”, την οποία θα παρουσιάσει από τις 19 έως τις 26 Ιουλίου 2025 στο Παλαιό Σχολείο του Κάστρου στη Σίφνο. Τα εγκαίνια θα πραγματοποιηθούν το Σάββατο 19 Ιουλίου στις 19:00.
Η Ψαραδέλη εξερευνά τη σύνθετη σχέση ανάμεσα στην αστική οικολογία και το φυσικό περιβάλλον του νησιού, προσεγγίζοντας το οικοσύστημα της Σίφνου μέσα από ένα πολυδιάστατο εικαστικό πρίσμα. Δημιουργεί εγκαταστάσεις που ενώνουν οργανικά στοιχεία με βιομηχανικά υλικά, κεραμικά γλυπτά, αρχειακές φωτογραφίες και χειροποίητα κεντήματα με φυτικά μοτίβα. Το αποτέλεσμα παραπέμπει σε έναν άχρονο, σχεδόν ιερό κήπο, όπου η μνήμη και η ύλη συναντούνται.
Ο τίτλος της έκθεσης αντλεί έμπνευση από τη λέξη “relic”, που στα αγγλικά σημαίνει το κατάλοιπο, το εύρημα που επιβιώνει στον χρόνο. Η έννοια παραπέμπει τόσο στο ιερό λείψανο όσο και στο πολύτιμο κειμήλιο. Η καλλιτέχνις χρησιμοποιεί αυτή τη θεματική για να αναδείξει το πώς τα φυτικά κύτταρα ενδέχεται να ενσωματώνουν αφανείς πληροφορίες για ανθρώπινες και μη ανθρώπινες μορφές ζωής, μετατρέποντας το ίδιο το φυτό σε αποθετήριο ιστορίας και βιωμένης εμπειρίας.
Η έκθεση “Botanical Relics: chapter I” δεν λειτουργεί μόνο ως μια αισθητική εμπειρία, αλλά και ως ένα στοχαστικό σχόλιο πάνω στη φύση της μνήμης, του χρόνου και της οικολογικής συνείδησης. Μέσα από αυτή τη δουλειά, η Αλεξία Ψαραδέλη καλεί το κοινό να αναστοχαστεί τη σχέση του με το φυσικό περιβάλλον, την υλικότητα και το παρελθόν – έναν διάλογο που διατρέχει όλο το έργο της.

– Αλεξία, ο τίτλος της έκθεσης “Botanical Relics: chapter I” αφήνει να εννοηθεί πως πρόκειται για την αρχή μιας ενότητας. Τι σχεδιάζεις για τα επόμενα “κεφάλαια”;
– Η έκθεση Botanical Relics: Chapter I αποτελεί το πρώτο κεφάλαιο μιας ευρύτερης ενότητας που δουλεύω εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα. Βασική αναφορά αποτελούν τα φυσικά οικοσυστήματα, τα οποία διανθίζονται με διάφορες και διαφορετικές αναφορές της σύγχρονης καθημερινότητας. Τα βοτανικά θραύσματα, λοιπόν, αποτελούν μέρος αυτού του συνόλου – θεματικής – που, όπως και η φύση, δεν έχει γραμμική πορεία.
Ναι μεν παρουσιάζονται πρώτα, και τα περισσότερα από τα έργα της έκθεσης έχουν υλοποιηθεί το 2024–2025, συνομιλούν όμως με ένα παλαιότερο έργο μου, του 2021, τους Σύγχρονους Βάλτους, το οποίο σκοπεύω να παρουσιάσω στο μέλλον.

-Πώς συνδύασες κεραμικά γλυπτά, αρχειακό υλικό και φυτικά μοτίβα σε ένα υβριδικό εικαστικό περιβάλλον, ποια φυτά αποτέλεσαν την πρώτη σου έμπνευση και πώς βλέπεις τον ρόλο σου ως σύγχρονη βοτανική αρχειοθέτρια μέσα από αυτή την «ταξινομητική πρακτική»;
– Τα υλικά που χρησιμοποιώ – εν προκειμένω οργανική ύλη, χαλκοσωλήνες, φωτογραφίες, κεντήματα και κεραμικά – έχουν το καθένα μια συγκεκριμένη αναφορά και προκύπτουν είτε μέσω έρευνας είτε μέσω ενός ευτυχούς ατυχήματος, τυχαίου γεγονότος, που έρχεται να δέσει οργανικά στο αφήγημα.
Για παράδειγμα, οι φωτογραφίες αποτέλεσαν την εναρκτήρια δύναμη της έκθεσης: εικόνες από έναν βάλτο με φύλλα λωτού. Θέλοντας να ανασυνθέσω αυτή την εικόνα, επεξεργάζομαι τα ίδια τα μαραμένα φύλλα που τυχαία βρήκα στη βόλτα μου – απομεινάρια νεκρών οργανισμών – δίνοντάς τους μια δεύτερη ζωή. Ως «κλωνάρια», οι χαλκοσωλήνες: μέταλλο που χρησιμοποιείται τόσο ως λίπασμα όσο και ως υλικό στα συστήματα κλιματισμού. Χρησιμοποιώντας λοιπόν κατασκευαστικά και φυσικά υλικά, αρχίζω να διαμορφώνω έναν δικό μου υβριδικό κήπο, άνυδρο, παγωμένο στον χρόνο.
Αναλαμβάνω τον ρόλο μιας σύγχρονης βοτανικής αρχειοθέτριας, ταξινομώντας δείγματα από τις καθημερινές μου περιηγήσεις στην πόλη – κάτι σαν φυτολογικό ημερολόγιο. Η μεταφορά του υβριδικού μου κήπου στη Σίφνο δένει με τα κεντήματα, τα οποία λειτουργούν ως αναφορά στην ιστορία των περσικών χαλιών. Τα πρώτα περσικά χαλιά, σύμβολα πλούτου και μεγάλης αξίας, απεικόνιζαν τον ιδεατό κήπο και είχαν ως κεντρικό στοιχείο ένα συντριβάνι με νερό – σύμβολο ζωής. Κάθε χαλί αποτελούσε, επομένως, κομμάτι αυτού του ιδεατού κήπου, το οποίο ταξίδευε με τον εκάστοτε ιδιοκτήτη του. Μιμούμενη τα φυτικά αυτά μοτίβα, απεικονίζω κεντώντας τα μαραμένα φυτά, δημιουργώντας «απο-συνθέσεις» και τα ταξιδεύω στη Σίφνο.

– Πώς επέλεξες τη Σίφνο και συγκεκριμένα το Παλαιό Σχολείο του Κάστρου ως τόπο παρουσίασης αυτής της δουλειάς; Τι προσθέτει ο χώρος στην έκθεση;
– Επιλέγω τη Σίφνο, ένα μεσαίου μεγέθους νησί των δυτικών Κυκλάδων, λόγω της μεγάλης παράδοσης στην κεραμική, του ιδιαίτερου φυσικού αναγλύφου με τη λιλιπούτεια λίμνη του Αμπουρδέκτη (γεγονός ιδιαίτερα σπάνιο για τις Κυκλάδες), και των θεμάτων λειψυδρίας που αντιμετωπίζει.
Θέλοντας να θίξω το ζήτημα του νερού, το αναδεικνύω δημιουργώντας τρεις κεραμικές σχεδιαγραμματικές αποδόσεις της στάθμης του νερού του Αμπουρδέκτη, που μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια του χρόνου. Ο πηλός – χώμα και νερό – μετατρέπεται, με τη διαδικασία του ψησίματος, σε άλλο ένα άνυδρο κατασκεύασμα: ένα κεραμικό. Συγκεκριμένα, η περιοχή του Κάστρου αποτελεί την έμπνευσή μου για το κεραμικό γλυπτό Landmark II – εκμαγείο που έχει προκύψει από καλούπι σιφναϊκού φοίνικα.
Σύμφωνα με την ιστορία του νησιού, υπήρχε ένας φοίνικας που λειτουργούσε ως σημείο προσανατολισμού για τα καράβια, σηματοδοτώντας πού βρίσκεται το Κάστρο.
Μεταξύ λοιπόν των έργων Landmark I και II, των εικόνων του αθηναϊκού βάλτου και του εκμαγείου του σιφναϊκού φοίνικα αντίστοιχα, δημιουργείται και το αφήγημα της έκθεσης.

-Σε ποιο σημείο της δημιουργικής διαδικασίας συναντιέται η επιστήμη με την τέχνη στο έργο σου;
– Η δημιουργική διαδικασία αποτελεί για εμένα ένα συνεχές παιχνίδι, που άλλοτε με καθοδηγεί κι άλλοτε το ορίζω εγώ. Η ύλη (π.χ. ένα σκίτσο, ένα εύρημα κ.τ.λ.) και η έρευνα προκύπτουν συνήθως παράλληλα – χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο – καθώς η φύση του κάθε project είναι διαφορετική. Γενικότερα, χρησιμοποιώ τα υλικά μου με μια
«ευγενή ασέβεια», επιτρέποντας έτσι και στο τυχαίο, στο ευτυχές ατύχημα, να έχουν σημαντικό ρόλο στο εικαστικό αποτέλεσμα.

-Η έκθεση φαίνεται να εμπεριέχει και μια ποιητική διάσταση. Ποιες είναι οι λογοτεχνικές ή φιλοσοφικές επιρροές που σε συνοδεύουν δημιουργικά;
– Στην εν λόγω έκθεση, το ερευνητικό υπόβαθρο προϋπήρχε, λόγω της μελέτης μου πάνω στους βάλτους. Βασική πηγή έμπνευσης αποτέλεσε η Barbara Hurd, συγγραφέας και δοκιμιογράφος που συνδυάζει τη φυσική παρατήρηση με φιλοσοφικές και προσωπικές αναζητήσεις· οι «Ετεροτοπίες» του Φουκώ, καθώς και διάφορα δοκίμια που πραγματεύονται από ταξινομικές πρακτικές έως σχεδιασμό τοπίου – από τον κήπο ως αναγκαιότητα, έως τον κήπο ως πολιτισμικό και φιλοσοφικό σύμβολο. Πολλά από αυτά βρίσκονται στο εξαιρετικό βιβλίο On the Necessity of Gardening: An ABC of Art, Botany and Cultivation, επιμελημένο από τη Laurie Cluitmans.
-Η έννοια του “λείψανου” φέρει φορτίο μνήμης, ιερότητας και φθοράς. Ποια είναι η σχέση σου με τη μνήμη μέσα από το έργο σου;
– Νομίζω ότι η σχέση μου με τη μνήμη μέσα από το έργο μου δεν μπορεί να περιγραφεί καλύτερα από αυτά τα δύο quotes της Louise Bourgeois:
«Χρειάζομαι τις αναμνήσεις μου. Είναι τα έγγραφά μου. Τις επιτηρώ… Πρέπει να ξεχωρίζεις τις αναμνήσεις. Πηγαίνεις εσύ σε αυτές ή έρχονται εκείνες σε εσένα; Αν πηγαίνεις εσύ σε αυτές, χάνεις τον χρόνο σου. Η νοσταλγία δεν είναι παραγωγική. Αν έρχονται εκείνες σε εσένα, είναι οι σπόροι για τη γλυπτική.»
«Σωρεύεις συσχετισμούς όπως σωρεύεις τούβλα. Η μνήμη καθαυτή είναι μια μορφή αρχιτεκτονικής.»
Η λέξη “relic”, που χρησιμοποιείται στον τίτλο, μεταφράζεται ως λείψανο, κειμήλιο, απομεινάρι και εμπεριέχει ό,τι ακριβώς πραγματεύεται και η έκθεση.
Όλα τα γλυπτά – απομεινάρια ενός κάποτε έμβιου οργανισμού – παίρνουν μια διάσταση κειμηλίου, τοποθετημένα σε έναν άλλο χώρο, ως λείψανα ενός ιδεατού κήπου.

– Το έργο σου ακουμπά την οικολογία και τη σχέση φυσικού και αστικού περιβάλλοντος. Πώς βιώνεις εσύ αυτή τη σχέση στην καθημερινότητά σου σε μια εποχή που η περιβαλλοντική κρίση επιταχύνεται. Θεωρείς ότι η τέχνη έχει ρόλο να παίξει στη διαμόρφωση οικολογικής συνείδησης;
– Η σχέση φυσικού και αστικού περιβάλλοντος στην καθημερινότητά μου, ως μόνιμος κάτοικος Αθηνών, είναι δυστυχώς περιορισμένη. Στα πλαίσια της πόλης, μου αναλογούν μόλις 0,96 τ.μ. πρασίνου, σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος, ενώ η αναλογία πρασίνου ανά κάτοικο συνιστάται να είναι τουλάχιστον 9 τ.μ. Οπότε η ανάγκη μου για εξορμήσεις στη φύση είναι συχνή – όχι όμως πάντα εφικτή. Αναζητώ πάντα μια βόλτα σε ένα βουνό, έναν βοτανικό κήπο, στη θάλασσα· πόσο μάλλον τώρα που αυτό αποτελεί και αναπόσπαστο κομμάτι της ερευνητικής-καλλιτεχνικής μου πρακτικής.
Σίγουρα, όπως όλοι μας, επηρεάζομαι από την περιβαλλοντική κρίση που επιταχύνεται ραγδαία, και έστω χαίρομαι που βλέπω ότι ο κόσμος της τέχνης δεν μένει αμέτοχος. Όλο και περισσότερες εκθέσεις, έργα, καλλιτεχνικά φεστιβάλ – είτε έμμεσα είτε άμεσα – στοχεύουν στην αφύπνιση της οικολογικής συνείδησης, στην ενσυναίσθηση απέναντι σε όλους τους μη ανθρώπινους έμβιους οργανισμούς.
-Στο κείμενο της Βίκυς Τσίρου για την έκθεσή σου γίνεται λόγος για την «νοημοσύνη της φύσης» ως αντίβαρο στην τεχνητή νοημοσύνη. Πώς βλέπεις τη θέση του ανθρώπου ανάμεσα σε αυτά τα δύο “συστήματα γνώσης”;
-Ο άνθρωπος βρίσκεται ανάμεσα σε αυτά τα δύο “συστήματα” γνώσης: τη Νοημοσύνη της Φύσης (NI) και την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI), κατ’ εμέ ως διαμεσολαβητής τους. Δηλαδή, η ισορροπία βρίσκεται στην ένωση των δύο: να αξιοποιεί την τεχνολογία χωρίς να αποκόπτεται από τη σοφία της φύσης· να καινοτομεί με σεβασμό, να αναπτύσσει αλλά και να φροντίζει.
Πρόκειται για μια ισορροπία πολύ εύθραυστη, ειδικά όταν αναφερόμαστε στα πλαίσια των πόλεων. Νομίζω, όμως, πως είναι καίριας σημασίας να επανατοποθετήσουμε την τεχνολογία μέσα στο οικοσύστημα – και όχι πάνω απ’ αυτό.
-Πόσο σημαντικός είναι για σένα ο ρόλος του θεατή; Τι θα ήθελες να αφαιρέσει κάποιος μετά την περιήγησή του στον “άχρονο κήπο” της έκθεσης;
-Ο ρόλος του θεατή είναι για εμένα απολύτως καθοριστικός — όχι με την έννοια μιας παθητικής πρόσληψης, αλλά ως ενεργού συνομιλητή του έργου. Με ενδιαφέρει να ανοίξω ένα πεδίο εμπειρίας, να δημιουργήσω έναν χώρο όπου ο καθένας μπορεί να συναντήσει κάτι δικό του — μια μνήμη, ένα αίσθημα, μια ερώτηση.
Αν μπορούσε να αφαιρέσει κάτι μετά την περιήγηση του; ίσως ότι ένα υπόλειμμα μπορεί να έχει βάρος; ότι το λείψανο δεν είναι μόνο υπόλειμμα, αλλά και φορέας ζωής — έστω και εν δυνάμει ; δεν ξέρω. Ανυπομονώ να ακούσω από τους ίδιους.

Info έκθεσης
Τοποθεσία: Παλαιό Σχολείο, Κάστρο Σίφνου
Ημερομηνίες: 19–26 Ιουλίου 2025
Εγκαίνια: Σάββατο 19 Ιουλίου, 19:00
Είσοδος ελεύθερη
Who is Who
Η Αλεξία Ψαραδέλη (Αθήνα, 1991) είναι εικαστικός, με έδρα την Αθήνα. Με κυρίαρχα υλικά το ύφασμα, το πηλό και τις stop-motion βιντεοπροβολές δημιουργεί εγκαταστάσεις- αφηγηματικούς χώρους όπου πραγματεύεται έννοιες όπως η μνήμη, η ανάμνηση και η αλλοίωση που προκαλεί σε αυτές ο χρόνος. Αποφοίτησε από την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών (2009-2014) με διάκριση και συνέχισε τις σπουδές της στο Edinburgh College of Art (2015-2016) ως υπότροφος του Ιδρύματος Ωνάση. Κατα τη διάρκεια των μεταπτυχιακών σπουδών της απονεμήθηκε η υποτροφία Andrew Grant Bequest απο το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου.
Έχει συμμετάσχει σε workshops και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα, το Βέλγιο και τη Σκωτία. Το 2023 παρουσίασε τη πρώτη ατομική έκθεση με τίτλο “Mīres” στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ιλεάνα Τούντα, ένα γλυπτικό σώμα δουλειάς που πραγματεύεται τη μετατροπή της γυναικείας φύσης σε δομικό υλικό και την έννοια της γυναικείας θυσίας από τη Βαλκανική λαογραφία έως τη σύγχρονη κοινωνία.
To 2024 η δεύτερη ατομική της έκθεση, με τίτλο οι “Μήρες των Κυκλάδων”, φιλοξενήθηκε στο Πολιτιστικό Κέντρο Μαριάνθη Σίμου, στον Αρτεμώνα Σίφνου. Έργα της υπάρχουν σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό.



