Γράφει η Christina P.Mallaki
Η παρουσίαση της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή, την Κυριακή 16 Αυγούστου, στο Υπαίθριο Θέατρο Δελφών «Φρύνιχος», υπήρξε μια θεατρική εμπειρία που απέκτησε ιδιαίτερη βαρύτητα χάρη στον ίδιο τον τόπο! Στους Δελφούς, έναν χώρο φορτισμένο με ιστορία, μνήμη και μια σχεδόν απτή αίσθηση της αρχαιότητας, η αρχαία τραγωδία μοιάζει να βρίσκει ένα φυσικό περιβάλλον για να συνομιλήσει ξανά με το σύγχρονο κοινό.
Η «Αντιγόνη», ένα από τα κορυφαία έργα του Σοφοκλή και της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας, εξακολουθεί να θέτει ερωτήματα που παραμένουν εντυπωσιακά επίκαιρα: η σύγκρουση ανάμεσα στον νόμο και τη συνείδηση, την εξουσία και την προσωπική ευθύνη, το καθήκον και τη δικαιοσύνη. Η ιστορία της ηρωίδας, που επιλέγει να ακολουθήσει αυτό που θεωρεί ηθικά σωστό παρά την απαγόρευση της εξουσίας, εξακολουθεί να αγγίζει τον σύγχρονο θεατή ακριβώς επειδή δεν προσφέρει εύκολες απαντήσεις.
Το cast της παράστασης στάθηκε στο ύψος της περίστασης, με συνολικά καλές και ουσιαστικές ερμηνείες. Ανάμεσα στις στιγμές που ξεχώρισαν, ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στην παρουσία του Μάντη Τειρεσία, τον οποίο ερμήνευσε γυναίκα ηθοποιός. Η ερμηνεία του μάντη αποτέλεσε, κατά την προσωπική μου εκτίμηση, την πιο αβίαστη ερμηνευτική στιγμή της βραδιάς. Η σκηνική παρουσία, η ένταση και η δραματική δύναμη των ηθοποιών προσέδωσαν στους χαρακτήρες το βάρος και τη μυστηριακή διάσταση που απαιτούσαν οι ρόλοι, με ιδιαίτερα έκδηλη τη δυναμική παρουσία της Αντιγόνης.
Σε επίπεδο σκηνογραφικής και ενδυματολογικής προσέγγισης, θα μπορούσε ίσως να εξεταστεί ακόμη περισσότερο η αισθητική σύνδεση με την εποχή του έργου. Η επιλογή ενδυμασιών που αντλούν στοιχεία από την αρχαιοελληνική ενδυματολογία, αντί των σύγχρονων κοστουμιών, θα ενίσχυε τη διαχρονική ατμόσφαιρα της παράστασης δημιουργώντας έναν ακόμη πιο άμεσο διάλογο ανάμεσα στο έργο, την εποχή του και το μοναδικό ιστορικό περιβάλλον των Δελφών.
Οι χορογραφίες θα μπορούσαν ίσως να παρουσιάζουν ακόμη μεγαλύτερο βαθμό συντονισμού, ενώ οι φωτισμοί ήταν εξαιρετικοί και συνέβαλαν ουσιαστικά στην ατμόσφαιρα της παράστασης.
Ίσως, ωστόσο, το πιο αισιόδοξο στοιχείο της βραδιάς να μην βρισκόταν μόνο πάνω στη σκηνή, αλλά και στις κερκίδες. Το κοινό ήταν εντυπωσιακά ετερόκλητο, άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών και κοινωνικών καταβολών, γεγονός που αποδεικνύει ότι η αρχαία τραγωδία δεν αποτελεί αποκλειστικά υπόθεση ειδικών ή ανθρώπων με εξειδικευμένη γνώση. Ανάμεσα στους θεατές υπήρχαν ακόμη και παιδιά περίπου δέκα ετών.
Και αυτό είναι ίσως κάτι για το οποίο μπορούμε πραγματικά να αισθανόμαστε χαρά και υπερηφάνεια. Το γεγονός ότι εξακολουθούν να παρουσιάζονται έργα του αρχαίου ελληνικού θεάτρου σε τόσο σπουδαίους και ενεργειακά δυναμικούς χώρους, όπως οι Δελφοί, και ότι προσελκύουν ένα τόσο ευρύ κοινό, αποτελεί μια ζωντανή απόδειξη ότι ο πολιτισμός δεν είναι μουσειακό έκθεμα. Παραμένει μια εμπειρία που μπορεί να μοιράζεται, να συγκινεί και να περνά από τη μία γενιά στην άλλη.
Η βραδιά στους Δελφούς υπενθύμισε, τελικά, κάτι ουσιαστικό: η αξία της αρχαίας τραγωδίας δεν βρίσκεται μόνο στο παρελθόν της, αλλά στην ικανότητά της να συνομιλεί με το παρόν. Και όταν αυτή η συνομιλία πραγματοποιείται σε έναν τόπο όπως οι Δελφοί, η εμπειρία αποκτά μια επιπλέον διάσταση, σαν η φωνή του αρχαίου κόσμου να εξακολουθεί, με έναν παράξενο και γοητευτικό τρόπο, να βρίσκει τον δρόμο της μέχρι σήμερα.



