Ο συγγραφέας Γιώργος Πισσάνης γεννήθηκε στον Ασπρόπυργο και είναι απόφοιτος της νομικής, ενώ παράλληλα με της γραφής ασκεί και το επάγγελμα του δικηγόρου. Διηγήματά του, έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς παγκοσμίως και το 2022, κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ο ελαιοχρωματιστής». Σήμερα, μας μιλάει για το δεύτερο βιβλίο του, τη νουβέλα «Οι ανώνυμοι» από τις Εκδόσεις Ιωλκός.
– Η πρώτη μας γνωριμία με το έργο σας έγινε μέσω της ποίησης, με τη συλλογή «Ο ελαιοχρωματιστής». Τι σας έκανε να στραφείτε στο μυθιστόρημα;
– Η σχέση μου με τη γραφή δεν ξεκινά με τον «Ελαιοχρωματιστή», αλλά πολύ νωρίτερα. Από μικρός έχω μια αγάπη, κυρίως προς την ανάγνωση, αλλά και κατ’ επέκταση στη γραφή. Δηλώνω καλύτερος αναγνώστης από συγγραφέας. Για εμένα δεν υπάρχουν είδη γραφής, ή, καλύτερα, δεν υπάρχουν διαχωριστικά πλαίσια στα είδη γραφής. Τόσο η ποίηση όσο και ο πεζός λόγος είναι στο πεδίο των ενδιαφερόντων μου. Θα έλεγα πως αγαπώ την ίδια τη γραφή σε κάθε της μορφή και προσπαθώ όσο το δυνατόν να την υπηρετώ καλύτερα.
– Ακόμη κι αν πρόκειται για πεζογράφημα, ο λόγος σας στους «Ανώνυμους» παραμένει ποιητικός. Είναι κάτι το οποίο ήταν ζητούμενο για εσάς;
– Χαίρομαι που το αναγνωρίζετε και το επισημαίνετε. Δεν γίνεται σκόπιμα. Θα έλεγα δεν είναι τόσο ο λόγος όσο η ματιά ποιητική. Και αυτή η ποιητική ματιά είναι ένας τρόπος να βλέπεις τα πράγματα. Το βιβλίο έχει τρεις ιστορίες, οι οποίες δεν έχουν κάποια ιδιαίτερη ή φοβερή πλοκή. Είναι τρεις καθημερινοί, νέοι άνθρωποι που ζουν στην Αθήνα. Η αξία, εάν υπάρχει κάποια του έργου, είναι ο τρόπος με τον οποίο βλέπεις τις ζωές αυτών των ανθρώπων. Η ματιά. Αυτή η ματιά είναι ποιητική. Ανεξάρτητα από τις ποιητικές και τις υπερρεαλιστικές εικόνες που υπάρχουν μέσα στο βιβλίο.

– Αν και αποτελούνται από τρεις φαινομενικά ασύνδετες ιστορίες, «Οι ανώνυμοι» χαρακτηρίζονται ως νουβέλα. Ποια είναι τα σημεία στα οποία οι ιστορίες αυτές συναντιούνται;
– Εδώ υπάρχουν τόσο πρακτικά, χειροπιαστά, όσο και νοητά σημεία. Αν θέλετε είναι και ένα κλείσιμο του ματιού στον αναγνώστη να τα αναγνωρίσει ο ίδιος. Δε θα σας πω όλες τις συνδέσεις, γιατί είναι πολλές, μικρές, αλλά υπαρκτές. Θα σας πω μια χειροπιαστή: αν παρατηρήσατε ο κάθε ήρωας από τις τρεις ιστορίες κάνει και ένα μικρό πέρασμα στις υπόλοιπες. Μπορεί όχι σε όλες, σε μία, σε δύο, ανάλογα. Στη δική του ιστορία είναι ανώνυμος, αλλά στην άλλη ιστορία αναφέρεται και το όνομά του, άρα ουσιαστικά κανείς δεν είναι ανώνυμος. Και η νοητική σύνδεση είναι ότι και οι τρεις αυτοί άνθρωποι έχουν ένα κοινό: βρίσκονται στην πλευρά των καταπιεσμένων και θέλουν έναν άλλο κόσμο. Όχι απαραίτητα κοινωνικής επανάστασης, αλλά έναν καλύτερο κόσμο για τους ίδιους και για τους οικείους τους. Και —δεν είναι spoiler— όπως συχνά γίνεται στη ζωή με τους περισσότερους από εμάς, αποτυγχάνουν.
– Όλες οι ιστορίες ξεκινούν με κάποιο απόφθεγμα από ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Πώς σας έχουν επηρεάσει οι συγκεκριμένες ταινίες;
– Μου αρέσει πάρα πολύ ο κινηματογράφος και ειδικά οι τέσσερις αυτές ταινίες που αναφέρω είναι από τις αγαπημένες μου. Σκέφτηκα λοιπόν να εντάξω αυτές τις ταινίες, έστω με ένα απόφθεγμα από την καθεμία, προκειμένου να αποτίσω ένα φόρο τιμής, να πω ένα ευχαριστώ με τον τρόπο μου σε αυτούς τους δημιουργούς που τόσο βαθιά με χάραξαν και με συγκίνησαν, και μαζί με μένα και χιλιάδες άλλους, με την τέχνη τους. Μιλάμε βεβαίως για τον Νίκο Νικολαΐδη με τη «Γλυκιά Συμμορία», για τον Ρένο Χαραλαμπίδη με τα «Φτηνά Τσιγάρα», για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο με «Το μετέωρο βήμα του πελαργού» και τέλος για τον Σταύρο Τσιώλη με το «Ας περιμένουν οι γυναίκες». Είναι ταινίες μία και μία, όπως και οι σκηνοθέτες, φοβεροί. Έχω αφήσει απ’ έξω και κάποιους άλλους που θα ήθελα να βάλω, δυστυχώς δεν είχα γράψει παραπάνω ιστορίες, επιφυλάσσομαι.
– Η μουσική φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στον γενικότερο ρυθμό αλλά και στα κεντρικά νοήματα του βιβλίου. Ακούτε μουσική κατά τη διάρκεια της συγγραφικής διαδικασίας;
– Ναι, ακούω μουσική γενικά πολλές ώρες της ημέρας και όταν εργάζομαι και όταν γράφω, με βοηθά. Ειδικά όταν γράφω, μπορεί να ακούω επί μία ώρα μουσική και να μη θυμάμαι τι έχω ακούσει, αλλά μου αρέσει να υπάρχει ως υπόβαθρο. Στο βιβλίο υπάρχει αρκετή μουσική και μάλιστα οι εκδόσεις «Ιωλκός» είχαν μια καινοτόμα ιδέα: μου ζήτησαν δέκα τραγούδια από τα οποία έφτιαξαν μια playlist στο Spotify για το βιβλίο και ουσιαστικά αυτά τα τραγούδια που επέλεξα είναι και το soundtrack του βιβλίου. Δηλαδή, αν γύριζα το βιβλίο σε ταινία, αυτά τα τραγούδια θα έπαιζαν σε διάφορες σκηνές. Είναι εξαιρετική ιδέα και όποιος θέλει μπορεί να τα ακούσει στο Spotify δημόσια, αν γράψει «Οι ανώνυμοι». Από τον Μπομπ Ντίλαν και τον Λέοναρντ Κοέν ως την Καίτη Γαρμπή και τη Φλέρυ Νταντωνάκη κ.ά.

– Εκτός από την ιδιότητα του συγγραφέα, έχετε και μια δεύτερη, αυτή του δικηγόρου. Η τρίτη ιστορία του βιβλίου περιγράφει μια δίκη. Σε τι βαθμό σάς έχει επηρεάσει εδώ η καθημερινότητα του επαγγέλματος;
– Η καθημερινότητα του επαγγέλματος δυστυχώς μου στερεί χρόνο από τα συγγραφικά, αλλά βεβαίως από αυτό βιοπορίζομαι, οπότε αντισταθμίζει την κατάσταση. Είναι παγίδα να θεωρηθεί ότι η σκηνή αυτή μπήκε επειδή είμαι δικηγόρος. Όχι, η σκηνή αυτή μπήκε γιατί ήταν ταιριαστή για αυτό το βιβλίο και για αυτό που ήθελα να πω για μια γυναίκα η οποία είναι μάνα και κάνει τα πάντα για να προστατεύσει τα ίδια της τα παιδιά. Και βεβαίως είναι ένα θέμα το οποίο το βλέπουμε και στην καθημερινότητά μας. Το ότι διαδραματίζεται σε χώρο δικαστηρίου είναι περισσότερο για λόγους πρόζας, γιατί ήθελα μια γρήγορη εξέλιξη, είναι πιο σύντομη σε σχέση με τις προηγούμενες ιστορίες, αλλά να έχει ένταση, και η ένταση αυτή βγαίνει σε μια δικαστική αίθουσα. Θα μπορούσα να το έχω γράψει ακόμη κι αν δεν ήμουν δικηγόρος, δεν έχει κάποια δικονομικά ζητήματα που χρειάζονται ειδικές γνώσεις για να τα αναλύσεις. Δεν θα μπέρδευα τις δύο ιδιότητες και προσπαθώ όσο μπορώ να τις έχω αποκομμένες τη μία από την άλλη, γιατί φανταστείτε να λογοτεχνώ στα δικόγραφα και να δικηγορώ στα πεζογραφήματα, θα ήταν η απόλυτη καταστροφή.
– Το εξώφυλλο του βιβλίου έχει σχεδιαστεί από την καλλιτέχνιδα Αλεξία Κουδιγκέλη. Ποια ήταν η πρώτη σας γνωριμία με το έργο της;
– Μου δίνετε την ευκαιρία μέσω υμών να ευχαριστήσω και δημόσια την πολύ σημαντική καλλιτέχνιδα, ζωγράφο αλλά και ποιήτρια, Αλεξία Κουδιγκέλη για την παραχώρηση αυτού του φοβερού έργου, το οποίο πρωτοείδα τυχαία στο Διαδίκτυο. Και να που, επειδή σχολιάζω μέσα στο βιβλίο τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, πώς μπορούν να λειτουργήσουν και πολύ θετικά, όχι μόνο αρνητικά. Είδα αυτόν τον πίνακα και σοκαρίστηκα. Λέω: «Αυτός ο πίνακας είναι οι Ανώνυμοι». Είχαμε μια επικοινωνία, βοήθησε το γεγονός ότι έχουμε κοινό εκδοτικό οίκο και ο αγαπητός εκδότης μας Κωνσταντίνος Κορίδης μάς έφερε σε επαφή. Και πραγματικά είναι ο πίνακας ο οποίος είναι απολύτως ταιριαστός με αυτό το βιβλίο. Θεωρώ ότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει οποιοδήποτε άλλο έργο τόσο ταιριαστό όσο αυτός ο πίνακας της Αλεξίας Κουδιγκέλη, καθώς προδιαθέτει τον αναγνώστη για το τι θα διαβάσει μέσα στο βιβλίο.
– «Οι ανώνυμοι» ίσως να ήταν χαρακτήρες που σε άλλο βιβλίο να μην είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο. Γιατί επιλέγετε να επικεντρωθείτε στους ήρωες αυτούς;
– Οι άνθρωποι αυτοί ζουν ανάμεσά μας. Τους συναντάς παντού: στα καφέ, στα μπαρ, στα δικαστήρια, στα πανεπιστήμια, παντού. Το θέμα είναι πού θα πέσει ο φακός και τι θα φωτίσει, πού θα τοποθετήσεις την κάμερα, ποια είναι η ματιά σου απέναντι στους ανθρώπους και πού κοιτάς. Κοιτάς ό,τι είναι φανταχτερό, λαμπερό, ή κοιτάς και κάποιο πιο σκοτεινό κομμάτι, κάποιο που είναι έτσι σε μια γκρίζα ζώνη; Για μένα η λογοτεχνία και η τέχνη γενικότερα καλείται να φωτίσει και αυτό το κομμάτι. Ουσιαστικά οι «Ανώνυμοι», οι άνθρωποι που εντάσσονται σε αυτή την κατηγορία, είναι άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν φωνή να μας πουν τις ιστορίες τους και δεν τους ακούμε. Η προσπάθεια μέσω αυτού του βιβλίου είναι να ακουστούν οι ιστορίες των ανθρώπων που βρίσκονται στο περιθώριο, των ανθρώπων που περνάνε δίπλα μας, τους γνωρίζουμε, τους μιλάμε, τους χαιρετάμε, τους φιλάμε, αλλά δεν γνωρίζουμε στην τελική τίποτα για αυτούς. Και το χειρότερο, δεν μας ενδιαφέρει και να μάθουμε τίποτα για αυτούς. Αυτό το βιβλίο μας καλεί να τους γνωρίσουμε.
– Έχοντας δοκιμάσει και τα δύο, κλίνετε περισσότερο προς την ποίηση ή την πεζογραφία;
– Για μένα η γραφή είναι μία. Και η ποίηση και η πεζογραφία είναι επίπονες εργασίες, είτε γράφω για το ένα είτε γράφω το άλλο. Απαιτούν πολύ κόπο, πολύ χρόνο και μπορώ να πω ότι απολαμβάνω και τις δύο διαδικασίες το ίδιο, διότι και τα δύο είδη αυτά λογοτεχνικά τα γράφω με τον ίδιο τρόπο, με το ίδιο σύστημα, με την ίδια επιμέλεια, με την ίδια προσοχή. Τώρα, εάν έχω περισσότερο ή λιγότερο ταλέντο στο ένα ή στο άλλο, αυτό δεν θα το κρίνω εγώ, θα το κρίνει ο μοναδικός κριτής, οι αναγνώστες. Μέχρι στιγμής καλά πάμε.
– Υπάρχει κάτι που γράφετε αυτή την περίοδο;
– Αυτή την περίοδο είμαι σε… λοχεία, ασχολούμαι με τους «Ανώνυμους» και την προώθησή τους, τα πρώτα τους βήματα, ας πούμε, στον κόσμο. Δεν γράφω κάτι. Έχω πράγματα στο μυαλό μου που θέλω να δουλέψω διαφορετικά από ό,τι μέχρι τώρα και ελπίζω προϊόντος του χρόνου θα ξαναμιλήσουμε για κάτι καινούργιο. Ευχαριστώ πολύ.



