Τζούλια Ανδρειάδου: «Ο καλλιτέχνης πρέπει να προτρέχει της εποχής του»

Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη

Η Τζούλια Ανδρειάδου είναι μια πολύπλευρη προσωπικότητα. Εικαστικός, που εργάστηκε στα νεανικά της χρόνια και ως μακιγιέζ γνωστών Ελλήνων και ξένων ηθοποιών, σύζυγος του σκηνοθέτη Γιώργου Σταμπουλόπουλου και αδελφή της ποιήτριας Κοραλίας Θεοτοκά.

Από τα έργα της δεκαετίας του ’60, εστιάζει στη μοναχικότητα των ανθρώπων, στη μελαγχολία που εκπέμπουν τα κτίρια μιας μεγαλούπολης, στο αστικό τοπίο ως περιβάλλον. Μετά από μια παρατήρηση τουλάχιστον τριάντα ετών, τα έργα της παρουσιάζουν τις αλλαγές του αστικού χώρου και της ανθρώπινης ψυχολογίας. Συναντήσαμε την κυρία Τζούλια Ανδρειάδου στο ατελιέ της στο Κολωνάκι, όπου και μας μίλησε.

– Η ζωγραφική σας κινείται ανάμεσα στην άρνηση για τον καθημερινό, αλλοτριωμένο χώρο που ζούμε και στην ποιητική διάστασή του. Πώς το εκλαμβάνετε αυτό και πως το αποτυπώνετε στα έργα σας;

Όταν μιλάμε για αλλοτριωμένο χώρο, ας συμφωνήσουμε ότι έχουμε κατά νου την εικόνα μιας Ελλάδας μεταλλαγμένης, όχι σταδιακά, όπως πιθανόν συνέβη μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο σε πολλές χώρες, αλλά που ήρθε ως καταιγίδα και σάρωσε ό,τι προϋπήρχε, δίνοντας βιαστικές λύσεις, σχεδόν σε κατάσταση πανικού, ή για να ακριβολογούμε, σύμφωνα με το γνωστό ελληνικό «άντε να τελειώνουμε»! Δεν εξέλαβα λοιπόν την αλλοτρίωση του χώρου! Αυτή μας εξέλαβε και πιστεύω μας  αιφνιδίασε και κάποιοι διορατικοί, αν και βλέπαμε την ταχύτατη αλλοτρίωση, δεν μπορέσαμε ν’ αντιδράσουμε! Όμως, προσωπικά σε μένα βγήκαν εικόνες μέσα από μια ποιητική διάσταση επειδή έτσι μου προκύπτουν.

– Είχατε περιβαλλοντολογικά ερεθίσματα από το 1977, πολύ πριν αφυπνιστεί η ανθρωπότητα για τα θέματα αυτά και τα μεταφέρατε στην τέχνη σας. Μιλήστε μας για το πώς οδηγηθήκατε σ αυτές τις σκέψεις σε τόσο νέα ηλικία;

Υπάρχει σε ορισμένους καλλιτέχνες κάτι απροσδιόριστο, συνήθως το ονομάζουμε διαίσθηση, ή διορατικότητα! Ανήκω σε αυτούς που προτρέχουν της εποχής τους και αυτό φαίνεται στα  έργα μου με την πρώτη ματιά, γιατί γράφω πάντα την χρονολογία. Όμως, πέρα απ’ αυτό, το 1976 ήταν μια χρονιά που έφερε στη ζωή μου «τα πάνω κάτω» και όταν ζεις μέσα στο γκρίζο, νιώθεις την ανάγκη να το διώξεις από πάνω σου!

Έβλεπα μέσα μου και έξω το γκρίζο, εννοώ μια πόλη –την γενέθλια πόλη– να ασφυκτιά στο τσιμέντο και  στον υπερπληθυσμό, που όμως κάθε άλλο παρά αφυπνισμένος έδειχνε! Η σύντομη εμπειρία μου από το Παρίσι του 1960, μου είχε ανοίξει άλλους ορίζοντες, συγκρίσεις και ερωτηματικά, γιατί αυτή η όμορφη χώρα των 9.000 χρόνων –αν την υπολογίσουμε από την Νεολιθική περίοδο– να μεταλλάσσεται σε τόσο γρήγορους ρυθμούς!

– Χρονικά, πως χωρίζετε τα έργα σας σε ενότητες και τι αντιπροσωπεύει η κάθε μια;

Οι ενότητες ξεκινάνε από το πρώτο τελάρομα σε διαστάσεις που έχω ως εικόνες στο μυαλό μου. Ουσιαστικά, πρόκειται για εμμονές που δεν γνωρίζω ακριβώς πως θα ολοκληρωθούν! Αυτό αντιπροσωπεύουν οι ενότητες, τις εμμονές μου! Που σημαίνει ότι χωρίζονται την στιγμή που θα πω: ως εδώ ήταν, που σημαίνει κάποιες παραλλαγές πάνω σε μια θεματική ενότητα! Αρκετές φορές επανέρχομαι και μπορεί να επιζωγραφίσω ή και να καταστρέψω έργα μου, αλλά συνήθως μετά από  μια έκθεση, χρειάζομαι ένα διάλειμμα! Αφήνω πίσω συνειδητά τη σειρά που τελείωσα και αφήνομαι στο να ξεκινήσω σχεδόν ασυνείδητα μία άλλη!

– Σίγουρα, στο πέρασμα του χρόνου, η δουλεία σας έχει ωριμάσει. Έχει αλλάξει η τεχνοτροπία σας και τι υλικά έχετε χρησιμοποιήσει στους πίνακές σας.

Η τεχνοτροπία μου και το υλικό βρίσκονται στη διαδρομή, εξελίσσονται. Δεν μ’ ενδιαφέρει η  όποια μόδα κυκλοφορεί, είτε εγχώρια είτε εισαγόμενη! Ξεκίνησα με κάρβουνο, λάδι και τα καθιερωμένα υλικά. Από το 1966 δουλεύω κυρίως ακρυλικά.

– Τι σημαίνει για εσάς «η γενιά του Πολυτεχνείου»; Πόσο δύσκολο ήταν να είσαι καλλιτέχνης την περίοδο της δικτατορίας;

Η ερώτηση έχει απαντηθεί τόσες πολλές φορές από τόσους πολλούς! Το έργο μου «Άνθρωποι στο δρόμο», νομίζω δίνει τη δική μου απάντηση.

– Πώς χαρακτηρίζετε στις μέρες μας την αδράνεια του ελληνικού λαού και την αμήχανη στάση των διανοούμενων.

Αυτή ειδικά η ερώτηση έχει ξοδέψει αμέτρητη φαιά ουσία σε αναλύσεις, που καλύπτουν ένα  ευρύτατο φάσμα, από σοβαρούς αναλυτές, μέχρι γελοίους παρουσιαστές! Η κοινωνία των ΜΜΕ στην Ελλάδα, ηδονίζεται να μηρυκάζει επί χρόνια τα ίδια και τα ίδια ονόματα, επί παντός προβλήματος, οπότε «η αδράνεια ή η αδιαφορία» που καταλογίζεται στους  σκεπτόμενους, είναι μια υπεκφυγή των κρατούντων!

– Μιλήστε μας για την τελευταία ατομική σας έκθεση που οργανώθηκε στο Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας (ΜΙΕΤ) και τη δωρεά των έργων σας

«ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ» ξεκίνησα να τα δουλεύω το 2000. Στο ΕΛΙΑ–ΜΙΕΤ, δώρισα πρώτα το αρχείο της αδελφής μου Κοραλίας Θεοτοκά και στη συνέχεια το δικό μου από τεκμήρια ζωγραφικής, γραπτών κειμένων, κλπ. Επίσης, δώρισε το κινηματογραφικό του αρχείο ο άνδρας μου, Γιώργος  Σταμπουλόπουλος. Μας εντυπωσίασε η  συνεργασία και η συνέπεια με την οποία δουλεύουν!

Δώρισα μια επιλογή έργων μου στο Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας (ΜΙΕΤ), ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο και για κάποιους προσωπικούς μου. Πριν λίγους μήνες, έστειλα την πρόταση μου «ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ» στο Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας.  Είδαν τα έργα, αλλά πιστεύω πως γνώριζαν ήδη πολλά από το αρχείο μου!

Τους ευχαριστώ όλους και όλες! Αν και είναι μικρή έκθεση, την θεωρώ τιμητική και χαίρομαι που θα κρατήσει  δύο μήνες, για να την βλέπει αυτός, ο ιδιαίτερος κόσμος του ΜΙΕΤ!

 

* Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην “axianews”.