Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη
Υπάρχουν καλλιτέχνες που αντλούν έμπνευση από την πραγματικότητα και άλλοι που δημιουργούν ολόκληρα σύμπαντα. Ο Άρης Χαντζόπουλος, γνωστός και ως Forvitinn, ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία.
Ζωγράφος, μουσικός, συνθέτης και δημιουργός πολυδιάστατων εμπειριών, χτίζει εδώ και χρόνια έναν προσωπικό κόσμο όπου τα σκοτεινά δάση της Ηπείρου συναντούν τη σκανδιναβική μυθολογία, οι παγανιστικές μορφές συνυπάρχουν με ονειρικά τοπία και η ενέργεια της νυχτερινής ζωής μεταμορφώνεται σε τελετουργική εικόνα και ήχο. Η σχέση του με τη φύση, που ξεκινά από τα παιδικά του χρόνια στα Ιωάννινα, παραμένει μέχρι σήμερα η βαθύτερη πηγή έμπνευσής του, τόσο στη ζωγραφική όσο και στη μουσική.
Με αφορμή την πορεία του ανάμεσα στην Αθήνα και το Βερολίνο, τις εικαστικές του αναζητήσεις και το μουσικό project Forvitinn, μιλήσαμε για τα δάση που τον διαμόρφωσαν, τη σημασία της σιωπής στη δημιουργία, τη νυχτερινή κουλτούρα που επηρέασε το έργο του και την ανάγκη να φανταστεί κόσμους όπου ο άνθρωπος επανασυνδέεται με τη φύση.
-Άρη, πώς επηρέασαν τα παιδικά σου βιώματα στα Ιωάννινα και η επαφή σου με τα δάση και τα βουνά της Ηπείρου τη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής σου ταυτότητας;
-Μεγάλωσα έχοντας άμεση επαφή με τα βουνά και τα δάση της Ηπείρου. Οι αμέτρητες οικογενειακές ορειβασίες αποτέλεσαν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας. Κάποια στιγμή ένιωσα ότι ανέπτυξα μια ιδιαίτερη σχέση με αυτά τα τοπία· ίσως πιο έντονη από τους υπόλοιπους γύρω μου. Κάθε φορά που έμπαινα σε ένα δάσος, ειδικά στα σκοτεινά δάση του Ανατολικού Ζαγορίου με τα πανύψηλα μαύρα πεύκα, είχα την αίσθηση ότι περνούσα σε έναν άλλο, σχεδόν παραμυθένιο κόσμο. Ήταν σαν ένα είδος προσκυνήματος — έτσι τουλάχιστον αστειεύονταν οι γονείς μου. Αυτή η βιωματική σύνδεση με τη φύση με διαμόρφωσε βαθιά και μου δημιούργησε την ανάγκη να μοιραστώ όσα ένιωθα μέσα από τη δημιουργία. Μέχρι σήμερα, αυτή η σχέση με βοηθά να συνδέομαι με κάτι μεγαλύτερο από την καθημερινότητα.
-Στο έργο σου συνυπάρχουν το φυσικό και το αστικό τοπίο. Τι συμβολίζει για σένα αυτή η διαρκής «σύγκρουση» ή συνύπαρξη των δύο κόσμων;
-Δεν νιώθω ότι υπάρχει πραγματικά κάποιο αστικό στοιχείο στο έργο μου. Υπάρχει όμως σίγουρα κάτι βαθιά ανθρώπινο, κάτι κατασκευασμένο από τον άνθρωπο ως αίσθηση. Όλα προέρχονται από τη ζωή μου και τις εμπειρίες μου. Η νύχτα, η techno μουσική, το clubbing, όλα αυτά έχουν περάσει με κάποιον τρόπο στα τοπία που δημιουργώ. Η φύση παραμένει πάντοτε κυρίαρχη, είτε πρόκειται για τοπία που έχω ζήσει είτε για τοπία που έχω φανταστεί. Συχνά εμπνέομαι και από τα ζώα, τα οποία αγαπώ να ζωγραφίζω. Δεν βλέπω λοιπόν μια σύγκρουση ανάμεσα στους δύο κόσμους, αλλά περισσότερο μια προσπάθεια συμφιλίωσης ανθρώπου και φύσης.

-Οι υβριδικές μορφές και τα πλάσματα που εμφανίζονται στους πίνακές σου μοιάζουν να ανήκουν σε έναν ονειρικό κόσμο. Από πού γεννιούνται αυτές οι εικόνες;
-Μεταφέρω βιώματα από τις πόλεις σε έναν παράλληλο κόσμο όπου ο άνθρωπος, όπως τον γνωρίζουμε, δεν υπάρχει. Για να ενταχθεί εκεί, χρειάζεται να μεταμορφωθεί, να ενωθεί με άλλα όντα, να παραμορφωθεί. Οι μορφές αυτές γεννιούνται αρκετά διαισθητικά. Έχουν κάτι παγανιστικό και συχνά αποτελούν μια ένωση ανθρώπου και ζώου, επηρεασμένη άλλοτε από τη σκανδιναβική και άλλοτε από την αρχαιοελληνική μυθολογία. Με ενδιαφέρει η ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν είναι τόσο αποκομμένος από τη φύση όσο πιστεύουμε. Ίσως γι’ αυτό οι φιγούρες μου μοιάζουν να ανήκουν ταυτόχρονα και στους δύο κόσμους.
-Πώς λειτουργεί η μουσική μέσα στη ζωγραφική σου διαδικασία — και αντίστροφα; Υπάρχει κοινός πυρήνας ανάμεσα στις δύο μορφές έκφρασης;
-Η μουσική είναι εξαιρετικά σημαντική για μένα. Το ένα μέσο τροφοδοτεί το άλλο. Κατά καιρούς με έχουν αποκαλέσει μουσικό, ζωγράφο, γλύπτη, γραφίστα ή DJ, αλλά ποτέ δεν ένιωσα την ανάγκη να περιοριστώ σε έναν τίτλο. Για μένα η δημιουργική διαδικασία είναι σχεδόν ίδια σε όλα τα μέσα. Γι’ αυτό και στις εκθέσεις μου προσπαθώ συχνά να δημιουργώ ένα ολοκληρωμένο οπτικοακουστικό περιβάλλον, ώστε ο θεατής να εισέρχεται πλήρως στον κόσμο που έχω φτιάξει.
-Το project Forvitinn έχει μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, σχεδόν κινηματογραφική. Ποιες είναι οι βασικές σου επιρροές στη μουσική;
-Με ελκύει πολύ η αγριότητα στη μουσική, αλλά και τα ορχηστρικά, μινιμαλιστικά ambient έργα και οι χορωδίες. Μεγάλωσα ακούγοντας Warp Records, Boards of Canada, Autechre, αλλά και συγκροτήματα όπως οι Sigur Rós, παράλληλα με την κλασική μουσική. Αγαπώ ιδιαίτερα όργανα όπως το πιάνο και το τσέλο, τα οποία χρησιμοποιώ και στο προσωπικό μου μουσικό project. Με ενδιαφέρει πάντα η συνύπαρξη του ονειρικού και ατμοσφαιρικού στοιχείου με κάτι πιο ωμό, άγριο και έντονο.

-Έχεις συνεργαστεί με σημαντικούς καλλιτέχνες και ομάδες, όπως η Gyða Valtýsdóttir και η Constanza Macras. Τι κρατάς περισσότερο από αυτές τις συνεργασίες;
-Αυτό που κρατώ περισσότερο είναι η εμπιστοσύνη που μου έδειξαν άνθρωποι τους οποίους ήδη θαύμαζα. Η Constanza Macras, για παράδειγμα, μου έδωσε απόλυτη ελευθερία να πειραματιστώ και να εισφέρω κάτι απολύτως προσωπικό στο έργο της. Η Gyða Valtýsdóttir ερμήνευσε με τσέλο και φωνή μια δική μου σύνθεση για πιάνο, ενώ ο Ruxpin με ενέταξε στη δισκογραφική του και συνέβαλε καθοριστικά στο mastering της δουλειάς μου. Αυτές οι συνεργασίες με βοήθησαν να εξελιχθώ δημιουργικά και να εμπιστευτώ περισσότερο τη δική μου φωνή.
-Πώς βιώνεις τη διαφορά ανάμεσα στην καλλιτεχνική σκηνή της Αθήνας και εκείνη του Βερολίνου;
-Το Βερολίνο διαθέτει μια πολύ μεγαλύτερη καλλιτεχνική σκηνή και, σε μεγάλο βαθμό, χώρο για όλους. Εκεί νιώθω ότι δεν υπάρχει τόσο έντονη η ανάγκη να εξηγήσεις ποιος είσαι, τι κάνεις ή πόσο γνωστός είσαι. Στην Αθήνα αισθάνομαι συχνά ότι χρειάζεται να αποδείξω περισσότερα πράγματα. Παρ’ όλα αυτά, γενικά αποφεύγω να κινούμαι έντονα μέσα στους καλλιτεχνικούς κύκλους. Όταν επισκέπτομαι μια έκθεση, προτιμώ να μην πηγαίνω στα εγκαίνια. Δεν με ενδιαφέρει τόσο η κοινωνική διάσταση της τέχνης όσο η προσωπική εμπειρία της συνάντησης με ένα έργο. Για μένα η τέχνη είναι ένα παράθυρο στον εσωτερικό κόσμο κάποιου άλλου. Παρ’ όλα αυτά, η Αθήνα διαθέτει πολλούς αξιόλογους χώρους και εξαιρετικά ενδιαφέροντες καλλιτέχνες.
-Στα έργα σου υπάρχει έντονο συναισθηματικό στοιχείο, αλλά ταυτόχρονα μια αυστηρή, λιτή αισθητική. Είναι κάτι που προκύπτει αυθόρμητα ή το επιδιώκεις συνειδητά;
-Νομίζω ότι σχετίζεται αρκετά με τον τρόπο που υπάρχω ως άνθρωπος. Βιώνω τα πράγματα έντονα και απορροφώ εμπειρίες, αλλά ταυτόχρονα έχω μάθει να θέτω όρια και να προστατεύω τον εαυτό μου όταν χρειάζεται. Ίσως εκεί να βρίσκεται και αυτή η αντίθεση που εμφανίζεται στο έργο μου. Με επηρεάζουν εξίσου η ρομαντική τοπιογραφία και ο μινιμαλισμός, η κλασική μουσική και η techno, τα ορχηστρικά έργα και η IDM. Δεν είναι κάτι που επιδιώκω συνειδητά· προκύπτει αυθόρμητα. Μου αρέσουν οι εικόνες με μεγάλη πληροφορία, αλλά αισθάνομαι πάντα την ανάγκη να αφήνω μέσα τους χώρο και σιωπή.
-Δουλεύεις με διαφορετικά υλικά — ακρυλικά, κάρβουνο, παστέλ, πηλό, πορσελάνη. Πώς αποφασίζεις ποιο μέσο ταιριάζει κάθε φορά σε μια ιδέα;
-Μεγάλωσα μέσα σε ατελιέ. Ο πατέρας μου ασχολούνταν με τη ζωγραφική, το γραμμικό και ελεύθερο σχέδιο, ενώ η μητέρα μου με το σχέδιο και τον πηλό. Από μικρός ήθελα να δοκιμάσω τα πάντα και ακόμη νιώθω το ίδιο. Η επιλογή των υλικών γίνεται σχεδόν πάντα διαισθητικά. Καθώς δουλεύω ένα έργο, καταλαβαίνω τι χρειάζεται εκείνη τη στιγμή. Μου αρέσει να συνδυάζω διαφορετικές τεχνικές και υλικά, γιατί το καθένα προσφέρει τη δική του υφή, ενέργεια και ένταση. Ο πειραματισμός είναι βασικό κομμάτι της δουλειάς μου.

-Ποιον ρόλο παίζει η σιωπή στο έργο σου, τόσο στη μουσική όσο και στα εικαστικά;
-Η σιωπή είναι θεμελιώδης στη δημιουργική διαδικασία. Μπορεί να δουλεύω ασταμάτητα πάνω σε έναν πίνακα, αλλά αν δεν υπάρξει μια παύση, υπάρχει κίνδυνος να χαθεί η ισορροπία του έργου. Χρειάζεται μια στιγμή ηρεμίας, καθαρότητας και απόστασης, όπου απλώς παρατηρώ και καταλαβαίνω ότι ένα έργο έχει πραγματικά ολοκληρωθεί, ανεξάρτητα από το αν θα προσθέσω ή θα αφαιρέσω κάτι ακόμη. Είναι μια διαδικασία που μοιάζει πολύ με τον διαλογισμό.
-Υπάρχει κάποιο έργο ή περίοδος της δημιουργικής σου πορείας που θεωρείς σημείο καμπής για σένα;
-Ίσως η πιο καθοριστική περίοδος να ήταν εκείνη που ακολούθησε την ψυχοθεραπεία. Τότε άρχισα να βλέπω πιο καθαρά τον εαυτό μου και τις δυνατότητές μου. Ήταν μια εμπειρία παρόμοια με τη στιγμή ησυχίας που χρειάζεται για να ολοκληρωθεί ένας πίνακας, μόνο που αυτή τη φορά ο ίδιος ήμουν το έργο. Εκείνη την περίοδο βίωσα μια μεγάλη δημιουργική έκρηξη, με συνεχείς εκθέσεις, συνεργασίες και νέα εγχειρήματα. Είχα απομακρύνει πολύ θόρυβο από τη ζωή μου και αυτό μου έδωσε χώρο να δημιουργήσω.
-Τι σε εμπνέει περισσότερο σήμερα και προς ποια κατεύθυνση αισθάνεσαι ότι εξελίσσεται το έργο σου τα επόμενα χρόνια;
-Σήμερα με εμπνέει περισσότερο από ποτέ το δάσος. Όσο παρατηρώ τη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο γύρω του, τόσο περισσότερο απομακρύνομαι δημιουργικά από τον ανθρωποκεντρισμό. Κατά την περίοδο της καραντίνας, για παράδειγμα, στράφηκα στους πλανήτες και στις αχανείς διαστάσεις του σύμπαντος, δημιουργώντας το μουσικό project Planets. Η πανδημία με έκανε να αισθανθώ εγκλωβισμένος σε μια πραγματικότητα που καθοριζόταν από τον ανθρώπινο φόβο και ένιωσα την ανάγκη να κοιτάξω πολύ πιο μακριά. Δεν σκέφτομαι ιδιαίτερα το μέλλον του έργου μου. Προσπαθώ να παραμένω πιστός σε ό,τι αισθάνομαι κάθε στιγμή και να συνεχίζω να δημιουργώ. Είμαι ανοιχτός σε νέα μέσα, νέες ιδέες και διαφορετικές μορφές έκφρασης. Ποτέ δεν ξέρεις πού μπορεί να σε οδηγήσει η έμπνευση.

Who is who
Ο Άρης Χαντζόπουλος (Forvitinn) γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1982. Η σχέση του με τα δάση και τα βουνά της Ηπείρου, αλλά και αργότερα με τα τοπία της Κεντρικής Ευρώπης, αποτελεί σταθερή πηγή έμπνευσης και βασικό άξονα της καλλιτεχνικής του δημιουργίας.
Δραστηριοποιείται ως ζωγράφος, έχοντας παρουσιάσει έργα σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Αθήνα, το Βερολίνο και σε διοργανώσεις όπως το Synch Festival, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το Med Curare Art Movement στο Malmö και η «Skopje Biennale 2009».
Παράλληλα ασχολείται με τη μουσική μέσα από το project Forvitinn, δημιουργώντας συνθέσεις για θεατρικές και χοροθεατρικές παραγωγές, καθώς και προσωπικές κυκλοφορίες. Η μουσική του, που συνδυάζει ηλεκτρονικά στοιχεία με ακουστικά όργανα, έχει παρουσιαστεί σε χώρους όπως το Schaubühne Berlin, το Suicide Circus Berlin, το BIOS και το Six D.O.G.S. Έχει κυκλοφορήσει έργα μέσω της ισλανδικής Raftonar Records και έχει συνεργαστεί με καλλιτέχνες όπως η Gyða Valtýsdóttir (Múm), ο Ruxpin και η Constanza Macras.
Για χρόνια υπήρξε ενεργό μέλος της underground ηλεκτρονικής σκηνής της Αθήνας και του Βερολίνου ως DJ και διοργανωτής μουσικών events, εμπειρία που επηρέασε βαθιά τόσο τη μουσική όσο και το εικαστικό του έργο.
Στη ζωγραφική του κυριαρχούν υβριδικές μορφές εμπνευσμένες από την αρχαιοελληνική και τη σκανδιναβική μυθολογία, οι οποίες συνυπάρχουν με δασικά και υδάτινα τοπία. Το έργο του κινείται ανάμεσα στη φύση, τον μύθο, τη νύχτα και τη συλλογική εμπειρία, συνδυάζοντας ρομαντικά, σκοτεινά και τελετουργικά στοιχεία.
Εργάζεται κυρίως με ακρυλικά, κάρβουνο και ξηρά παστέλ, ενώ παράλληλα πειραματίζεται με τη γλυπτική, χρησιμοποιώντας πηλό και πορσελάνη.




