Μια γυναίκα, μια φλόγα. Η Έντνα Σεντ Βίνσεντ Μιλέυ (1892—1950) – γνωστή σε φίλους και θαυμαστές απλώς ως Βίνσεντ – δεν ήταν απλώς η πρώτη γυναίκα που απέσπασε το Βραβείο Πούλιτζερ για την ποίηση. Ήταν μια σπάνια περίπτωση ποιήτριας, δραματουργού, φεμινίστριας και ακτιβίστριας που σημάδεψε την αμερικανική λογοτεχνία και κοινωνία του 20ού αιώνα. Ζώντας αντισυμβατικά και γράφοντας με πάθος, η Μιλέυ έγινε σύμβολο της μποέμ θηλυκής ελευθερίας, σε μια εποχή όπου η κοινωνία ακόμα δίσταζε να δεχτεί τέτοιες φωνές.
Η Ποιήτρια των Βουνών και των Καταιγίδων
Γεννημένη στο Ρόκλαντ του Μέιν το 1892, η Έντνα μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον γεμάτο λογοτεχνία αλλά γεμάτο και δυσκολίες. Μετά το χωρισμό των γονιών της, η μητέρα της Κόρα – μια φτωχή αλλά πνευματικά πλούσια γυναίκα – ταξίδευε με τις τρεις κόρες της και μια βαλίτσα γεμάτη Σαίξπηρ, Μίλτον και Χόθορν.
Η Βίνσεντ έγραψε το πρώτο της ποίημα στο μικρό σπίτι στο Κάμντεν, στη μέση ενός λιβαδιού. Και εκεί ξεκίνησε μια ζωή λέξεων που δε θα σταματούσε ποτέ.
Το Σκάνδαλο της «Αναγέννησης»
Το 1912, το ποίημα Renascence προκάλεσε θύελλα στον λογοτεχνικό κόσμο. Αν και δεν κέρδισε το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό Lyric Year, θεωρήθηκε ευρέως το καλύτερο. Η φήμη της Μιλέυ απογειώθηκε – και μαζί της άνοιξαν πόρτες. Χάρη σε μια θαυμάστρια, γράφτηκε με υποτροφία στο Vassar College, όπου έγινε ταυτόχρονα θαυμάστρια και… «πονοκέφαλος» για τις αρχές.
Η Φωνή του Γκρίνουιτς Βίλατζ
Μετά την αποφοίτησή της, η Μιλέυ εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, στο Γκρίνουιτς Βίλατζ – την καρδιά της καλλιτεχνικής και αντικομφορμιστικής ζωής. Εκεί, μέσα από έρωτες, λογοτεχνικές συνεργασίες και πολιτική συμμετοχή, αναδείχθηκε σε εμβληματική μορφή της εποχής της. Το 1923, τιμήθηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ για τη συλλογή The Harp-Weaver and Other Poems, και έγινε η πρώτη γυναίκα που έλαβε τη διάκριση αυτή για ποίηση.
Φλόγα που Καίει
Η προσωπική της ζωή ήταν τολμηρή όσο και η ποίησή της. Ανοιχτές σχέσεις, έρωτες με άνδρες και γυναίκες, ένας ελεύθερος γάμος με τον Eugen Boissevain και ένας θυελλώδης δεσμός με τον νεότερό της ποιητή George Dillon. Από τα καφέ του Παρισιού μέχρι τα βράδια της στο Cherry Lane Theater, η Μιλέυ έζησε τη ζωή σαν σκηνή θεάτρου – με πάθος, κίνδυνο και ελευθερία.
«Το κερί μου καίει και από τις δύο άκρες»
Το ποίημα First Fig, με τους αθάνατους στίχους:
My candle burns at both ends,
It will not last the night,
But ah, my foes, and oh, my friends —
It gives a lovely light.
έγινε το μανιφέστο μιας ολόκληρης γενιάς που ήθελε να ζήσει έντονα – έστω και για λίγο. Και η Μιλέυ το εννοούσε.
Υποστηρίκτρια της Δημοκρατίας
Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Μιλέυ πήρε θέση υπέρ των συμμάχων, γράφοντας υπέρ της δημοκρατίας. Παρά την αξιέπαινη πρόθεση, η στάση της δέχθηκε αυστηρή κριτική – ίσως επειδή ήταν γυναίκα, ίσως επειδή η ίδια δεν χαρίστηκε ποτέ σε κανέναν.
Το 1943, της απονεμήθηκε το Μετάλλιο Φροστ, η υψηλότερη τιμή για Αμερικανό ποιητή. Ήταν η δεύτερη γυναίκα που το λάμβανε.
Τέλος μιας Εποχής
Το 1950, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του συζύγου της, η Μιλέυ πέθανε από πτώση στη σκάλα του σπιτιού της, στο Steepletop, υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Ήταν μόλις 58 ετών.
Σήμερα, το Steepletop έχει γίνει τόπος προσκυνήματος – ένα μονοπάτι οδηγεί στον τάφο της γυναίκας που τόλμησε να γράψει, να ζήσει και να αγαπήσει χωρίς συμβιβασμούς.
The Ballad of the Harp-Weaver



