Ο ζωγράφος Ευάγγελος Παπαγιάννης γεννήθηκε στον Αυλώνα Αττικής το 1956 και σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με καθηγητές τον Δημήτρη Μυταρά και τον Γιάννη Μόραλη. Έχει παρουσιάσει ατομικές και ομαδικές εκθέσεις από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και συνεχίζει μια σταθερή πορεία στο πεδίο της αφηρημένης ζωγραφικής, με έμφαση στη σύνθεση και στο χρώμα.
Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη

-Κύριε Παπαγιάννη, πώς ήταν ο Ιωάννης Μόραλης ως δάσκαλος μέσα στη Σχολή;
-Ο Ι. Μόραλης ήταν ένας πραγματικός κύριος μέσα στο εργαστήριό του στη Σχολή. Ερχόταν πάντα στην ώρα του και φορούσε την άσπρη ιατρική ρόμπα που είχε κρεμασμένη σε μια γωνιά του εργαστηρίου. Στο δεξί του χέρι –επειδή έγραφε με το αριστερό– κρατούσε μια μικρή πινακίδα με λευκά χαρτιά, πάνω στα οποία σχεδίαζε την ώρα που ανέλυε το έργο κάποιου φοιτητή.
Ερχόταν δίπλα σου, στεκόταν μπροστά στο καβαλέτο σου και σε καθοδηγούσε σε ζητήματα σύνθεσης, χρώματος και χώρου: οριζόντιοι, κάθετοι και πλάγιοι άξονες· θερμά και ψυχρά χρώματα. «Έχεις βάλει ένα θερμό; Δίπλα του θα βάλεις ένα ψυχρό», έλεγε. Αυτό ήταν ο βασικός κορμός της διδασκαλίας του.
Με τον Δημήτρη Μυταρά, στο προκαταρτικό εργαστήριο, μέσα από τις συνθέσεις που έστηνε, προσπαθούσε να μας εισαγάγει στο νόημα της σύνθεσης, του χρώματος, του φωτός, της σκιάς και του χώρου, και στον ρόλο τους στη ζωγραφική πράξη.

-Πότε αρχίσατε να πειραματίζεστε με την αφηρημένη ζωγραφική;
Από το τελευταίο έτος σπουδών μου στη Σχολή Καλών Τεχνών άρχισα να πειραματίζομαι με την αφηρημένη ζωγραφική, χωρίς βέβαια να εγκαταλείψω τις συμβατικές μελέτες μου. Πολλές φορές, μάλιστα, είχα και εξπρεσιονιστικά ξεσπάσματα —όπως σε μια έκθεση του 2001 στις Αίθουσες Τέχνης «Επίπεδα», που περιλάμβανε εξπρεσιονιστικές προσωπογραφίες.
Η αφηρημένη ζωγραφική, ωστόσο, παραμένει για μένα κάτι συναρπαστικό, καθώς σου παρέχει απόλυτη ελευθερία στην έκφραση, στη σύνθεση και στο χρώμα.
-Πώς θα περιγράφατε τη ζωγραφική σας;
-Η ζωγραφική μου δεν είναι καθαρά χειρονομιακή. Είναι υποταγμένη στα πρωτογενή στοιχεία της σύνθεσης και του χρώματος. Η πινελιά εντάσσεται κι αυτή στα γενικότερα στοιχεία της σύνθεσης και της πλαστικότητας του έργου.
Το ζήτημα για μένα δεν είναι η χειρονομία, αλλά η εναρμόνιση όλων των πλαστικών στοιχείων σε ένα αρμονικό και ισορροπημένο σύνολο.

-Μιλήσατε για το συναίσθημα που θέλετε να πηγάζει από το έργο. Τι εννοείτε;
-Θέλω το συναίσθημα να πηγάζει από την ίδια την πλαστικότητα του έργου και όχι από την απεικόνιση. Να γεννιέται μέσα από τους κραδασμούς των χρωματικών σχέσεων, των ισορροπιών και των αντιθέσεων.
Αν, για παράδειγμα, ζωγραφίσω ένα ηλιοβασίλεμα ή ένα βάζο με άνθη, αυτά έχουν από μόνα τους μια συναισθηματική αξία. Δεν επιδιώκω αυτό το απεικονιστικό συναίσθημα, αλλά εκείνο που προκύπτει από την πλοκή των πλαστικών στοιχείων του έργου.
Θέλω ο θεατής να νιώθει όπως ένας ακροατής που απολαμβάνει μια συμφωνία ή μια σύνθεση του Μότσαρτ, του Μπετόβεν, του Ιάννη Ξενάκη, του Ανέστη Λογοθέτη ή οποιασδήποτε άλλης μουσικής δημιουργίας.
-Τι είναι αυτό που σας ελκύει τόσο στην αφαίρεση;
-Ένας λόγος είναι η ελευθερία που σου προσφέρεται. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό· είναι και κάτι βαθύτερο, σχεδόν φιλοσοφικό. Συνδέεται με το κενό που παρατηρώ στα πιστεύω και τις ηθικές αξίες της εποχής μας.

-Τι σημαίνει για εσάς η ρήση «τέχνη για την τέχνη» του Όσκαρ Ουάιλντ και ο διάλογος με τον Πάμπλο Πικάσο;
-Όταν ο Όσκαρ Ουάιλντ είπε τη γνωστή ρήση «η τέχνη για την τέχνη», φαντάζομαι είχε στόχο να απαλλάξει τον καλλιτέχνη από το άγχος της εμπορικότητας του έργου τέχνης — να δημιουργεί ελεύθερα, χωρίς να τον επηρεάζει το ερώτημα αν θα πουληθεί το έργο του. Ο Πικάσο, με την αφοπλιστική διατύπωση «οι άλλοι κάνουν έργα που πουλάνε, εγώ πουλάω αυτά που κάνω», θέτει μια άλλη πλευρά: ότι ο δημιουργός πρέπει να παραμένει πιστός στο έργο του, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι η αγορά ακολουθεί ή όχι.
Πιστεύω ότι η τέχνη και η εμπορικότητα είναι δύο διαφορετικά πράγματα· πάνω απ’ όλα είναι η τέχνη — η εμπορικότητα έρχεται σε δεύτερο πλάνο. Βέβαια, δεν θεωρώ κακό να πουλιέται ένα έργο. Στην Ελλάδα όμως έχουμε μεγάλη παραγωγή αλλά μικρή αγορά, και είναι δύσκολο να ζει ένας καλλιτέχνης μόνο από τη ζωγραφική του. Πιστεύω ότι θα έπρεπε να δίνονται επιδοτήσεις από την πολιτεία για την αγορά έργων τέχνης, ώστε να ενισχυθεί η αγορά και να υποστηριχθούν οι δημιουργοί.
-Τι εννοείτε όταν λέτε ότι ένα έργο είναι «χωρίς τίτλο»;
Όταν ένα έργο παρουσιάζεται χωρίς τίτλο σημαίνει ότι δεν υπάρχει ούτε μυθοδιηγητική ούτε περιγραφική διάθεση, αλλά μόνο αισθητική που απορρέει από το πλάσιμο του έργου — με πρωταγωνιστικά στοιχεία τη σύνθεση και το χρώμα.
Στο χωρίς τίτλο επιδιώκω την καθαρή αισθητική προσέγγιση του θεατή στην έκφραση και την ωραιότητά του, χωρίς να παρασύρεται από έναν τίτλο σε φανταστικές περιγραφές και απεικονίσεις.

-Πόσο σημαντικό είναι για εσάς το χρώμα στο έργο σας;
Το χρώμα δεν είναι απλώς ένα στοιχείο· είναι αυτό που δίνει στο έργο την έκφραση και τη δυναμική που θέλω να αποδώσω. Δεν είναι το εξαρχής πρωταγωνιστικό στοιχείο όσο η σύνθεση, αλλά είναι αυτό που κάνει το έργο εκφραστικό και δυναμικό.
-Ολοκληρώνετε σχεδόν πάντα τα έργα σας;
-Σχεδόν πάντα ολοκληρώνεται ένα έργο.
-Προσχεδιάζετε την εξέλιξη των έργων σας ή προκύπτει αυθόρμητα;
-Πιστεύω ότι αυτό δεν προδιαγράφεται ούτε προσχεδιάζεται, διότι την εξέλιξη δεν την προσχεδιάζεις· πρέπει αυτή να έρχεται σαν συνέπεια και συνέχεια σε αυτό που κάνεις. Σήμερα, με τόσες θεωρίες και τεχνοτροπίες, κάποιος θα μπορούσε να πει «τώρα θα κάνω κυβισμό, τώρα φουτουραλισμό ή μινιμαλισμό». Αλλά αυτό θα ήταν πολύ τεχνικό και συνταγολογικό. Η εξέλιξη πρέπει να έρχεται και να απορρέει από τις αναζητήσεις της τρέχουσας εργασίας, δηλαδή να είναι μια φυσική συνέπεια της πράξης της ζωγραφικής.




