Γράφει ο Κώστας Ευαγγελάτος
Ο Ονορέ Ντωμιέ / Honoré-Victorin Daumier γεννήθηκε στη Μασσαλία το 1808. Πατέρας του ήταν ένας φτωχός λογοτέχνης. Από είκοσι χρόνων άρχισε να δημοσιεύει γελοιογραφίες στις παρισινές επιθεωρήσεις La Caricature και Le Charivary, ενώ οι τέσσερις χιλιάδες λιθογραφίες του στα σαρανταπέντε δημιουργικά χρόνια του απαρτίζουν εύγλωττα και καυστικά την «ανθρώπινη κωμωδία» της εποχής του.
Από το 1839 απεικόνιζε ομάδες ανθρώπων σε δημόσιους χώρους και σταθμούς επιβιβάσεων μέσα στις νέες συνθήκες κοινωνικών και εργασιακών αλλαγών της βιομηχανοποίησης. Οι συνθέσεις του αυτές κυριολεκτικά κορυφώνονται ποικιλότροπα μετά το 1860.

Ο Ντωμιέ ήταν ζωγράφος, λιθογράφος, γλύπτης και από τους μεγαλύτερους γελοιογράφους του 19ου αιώνα. Οι κοινωνικές του ευαισθησίες είχαν αναπτυχθεί και καλλιεργηθεί από τα παιδικά του χρόνια. Η φτώχεια, η αδικία και οι ανισότητες επηρέασαν καθοριστικά την ζωή και το έργο του. Ειλικρινής, συνειδητός δημοκράτης και τίμιος άνθρωπος, υπήρξε διεισδυτικός κοινωνικός σχολιαστής, παρατηρητής των πολιτικών, οικονομικών, δικαστικών και συζυγικών ηθών της εποχής του.
Ήρθε σε σύγκρουση πολλές φορές με το καθεστώς του Λουδοβίκου-Φιλίππου και του Ναπολέοντα Γ’. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση για την γελοιογραφία του ο «Γαργαντούας» που παρίστανε έναν βασιλιά να καταβροχθίζει προϋπολογισμούς. Στα σατιρικά σκίτσα του παρουσιάζει την τραγωδία της ανθρώπινης ζωής, τις ιδιοτροπίες, την τρέλα αλλά και το ευτράπελο στοιχείο που χαρακτηρίζει πολλές ανθρώπινες δραστηριότητες. Σε περιόδους όπου ήταν απαγορευμένη η πολιτική σάτιρα, διάλεγε τους στόχους για τις γελοιογραφίες του από την μεσαία τάξη, και σατίριζε τις νεοκλασικές τάσεις της εποχής του μέσα από τα ομηρικά έπη.

Από τις πιο χαρακτηριστικές λιθογραφίες του είναι η Βουλή «Νομοθετική Κοιλιά», στην οποία τοποθέτησε ημικυκλικά τους πατέρες του έθνους, που όλοι τους είχαν φυσιογνωμίες διεστραμμένων τύπων, ηλίθιων και εγκληματιών.
Σε λιθογραφία που συγκλόνισε την Γαλλία το 1834 εικονογράφησε έναν πεθαμένο πια πολιτικό κατάδικο και γύρω του τους δήμιους του, τον εισαγγελέα με την τήβεννό του, δεσποτικό και ασυγκίνητο και τον βασιλιά που κρατά τον σφυγμό του νεκρού και διατάζει «αυτόν απολύστε τον». Το σατιρικό στοιχείο είναι επίσης κυρίαρχο στα δύο γλυπτά του και τις ξυλογραφίες για τις εικονογραφήσεις βιβλίων όπως ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες.

Όσο ζούσε ο καλλιτέχνης οι πίνακες του δεν είχαν εκτιμηθεί δεόντως. Η τεχνοτροπία τους αν και ρεαλιστική είχε και κάποια εξπρεσιονιστικά στοιχεία. Εκδηλώνεται σε αυτούς το ενδιαφέρον και η κατανόηση για την υπομονετική στωικότητα των κατώτερων στρωμάτων του παρισινού πληθυσμού. Η συνέπεια της κοινωνικής του συνείδησης αποτυπώνεται στις πολυσχιδείς συνθέσεις του, οι οποίες παρουσιάζουν σκηνές εξεγέρσεων, πορτρέτα εργατών, σκηνές κωμωδίας κ.ά. Σε όλα τα έργα του Ντωμιέ πίσω από τη γελοιογραφική απεικόνιση υπάρχει η δραματικότητα των κοινωνικών καταστάσεων και η οξυδερκής παρατηρητικότητά του.
Ένα από τα πλέον αντιπροσωπευτικά και γνωστά έργα του είναι «Η πλύστρα» (1863), ένα έργο μικρών διαστάσεων, με την τεχνική της ελαιογραφίας πάνω σε ξύλο, το οποίο βρίσκεται στο Παρίσι στο μουσείο Ορσέ. Παρά τις μικρές του διαστάσεις η επιβλητικότητα του έργου είναι μοναδική, η κεντρική φιγούρα της πλύστρας και η εκφραστική δύναμη της τεχνικής είναι καθηλωτική.
Το έργο παρουσιάζει την φτωχή εργαζόμενη ύστερα από μια μέρα σκληρής δουλειάς. Στο αριστερό της χέρι κρατά τα ρούχα που έχει πλύνει ενώ με το δεξί κρατάει το χέρι της μικρής της κόρης καθώς την βοηθάει να ανέβει τις σκάλες. Μια μητέρα με μια κόρη χωρίς την παρουσία πατέρα. Ο Ντωμιέ αποτυπώνει αυτή την σκηνή πολλές φορές και δείχνει την κοπιαστική ζωή των φτωχών και των περιθωριακών.

Εμβληματική είναι η σύνθεση του «Το βαγόνι τρίτης θέσης» (1862 – 64) που βρίσκεται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Πρόκειται για έργο κοινωνικά διεισδυτικό όπου αποτυπώνει το ταξίδι μιας φτωχής οικογένειας σε ασφυκτικά γεμάτο βαγόνι. Τα σκοτεινά χρώματα και τα ταλαιπωρημένα πρόσωπα μας μεταφέρουν μια ζοφερή και απαισιόδοξη ατμόσφαιρα καρτερίας.

Τα ζωγραφικά του τράβηξαν την προσοχή μερικών σπουδαίων διανοούμενων, όπως ο Μπωντλαίρ και ο Μπαλζάκ, που ενδιαφέρθηκαν για τα θέματά του αλλά και για την αυθεντικότητα των δημιουργιών του. Πολλά από τα έργα είχαν περιεχόμενο κοινωνικής κριτικής. Από την παιδική του ηλικία ήταν πολύ συναισθηματικός, ευσυγκίνητος και είχε έντονα συναισθήματα αλληλεγγύης για τους αδικημένους της κοινωνίας του, για αυτόν τον λόγο τα περισσότερα έργα του βιωματικά σχετίζονται με αυτό το θέμα.
Ο Ντωμιέ με συνέπεια και ζωτική φλόγα παρουσιάζει με οξύ και εμπεριστατωμένο ύφος του τόπους και στιγμές τις καθημερινής ζωής ενός ταπεινού και φτωχού κόσμου. Ζωγραφίζει τις φιγούρες με έντονα τα σημάδια της κούρασης στο πρόσωπο τους και φθαρμένα ρούχα με ξεθωριασμένα χρώματα. Αναφέρεται στους εργάτες του Παρισιού αλλά και ολόκληρης της Γαλλίας.

Μέσα από τα έργα του διακρίνεται μια διάθεση συμπαράστασης και βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα, ενίοτε και θρησκευτικά, για όσους υπέφεραν από κοινωνική αδιαφορία και δυστυχία. Η εκφραστική του ευαισθησία είναι έντονη στους πίνακες του, είτε σαν ζωγράφος του πονεμένου λάου, είτε σαν σκληρός γελοιογράφος τις κυρίαρχης αστικής τάξης. Επιπλέον, ήταν παρατηρητικός, διεισδυτικός με έντονα επικριτική ματιά στην υφιστάμενη πολιτική πραγματικότητα. Υπήρξε ιστορικά από τους πρώτους που με τις γελοιογραφίες του χλευάζει με δεινό τρόπο τα αξιώματα και την έπαρση δίνοντας ξεκάθαρο μήνυμα υποστήριξης των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των ηθικών αξιών.
Ένα χρόνο πριν τον θάνατο του ο συλλέκτης τέχνης Paul Durand Ruel συγκέντρωσε τα έργα του για να τα εκθέσει στις γκαλερί του. Την περίοδο της έκθεσης ο Ντωμιέ είχε τυφλωθεί και πέθανε τελικά στο Βαλμοντουά το 1879.
Η οπτική του Ντωμιέ είχε επίδραση στο έργο του Σεζάν, του Ρουώ καθώς και του Πικάσο, ειδικά στις συνθέσεις του με σαλτιμπάγκους και ουσιαστικά διαδραμάτισε σαν ρεαλιστικό εφαλτήριο σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της σύγχρονης τέχνης και της κριτικής της δυναμικής.




