Γράφει η Μαρία Δήμου
Από τα μακρινά b-movies και τους τερατώδεις τους πρωταγωνιστές (μούμιες, λυκάνθρωποι, βαμπίρ, αόρατοι άνθρωποι και ούτω καθεξής), αυτό που έχει μεσολαβήσει για να έρθουμε στο σημερινό, μοντέρνο, συμπεριληπτικό, «εσωτερικό» σινεμά τρόμου που έχει θέσει ως στόχο να μιλήσει στην ψυχή και να απομυθοποιήσει ό,τι τυχόν γνωρίζαμε για το είδος έως τώρα, φαντάζει πελώριο. Στην πραγματικότητα όμως οι ταινίες τρόμου όπως και ο κινηματογράφος γενικότερα, έχουν υποστεί πλήγματα, ρωγμές, αναστηλώσεις και μια αδιαμφισβήτητη ανανέωση ανά τα χρόνια που δύσκολα το χρονικό πλαίσιο αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί απλώς ως «μεσοδιάστημα». Είτε για εκείνους που δηλώνουν φαν της νέας αυτής γενιάς ταινιών τρόμου είτε για τους πιο νοσταλγικούς, τα ερωτήματα «τι απέγινε η γνήσια ανατριχίλα των ταινιών της δεκαετίας του ‘80;» και «τι συνέβη στα πρακτικά εφέ που σε έκαναν να θες, αλλά και όχι, να πάρεις τα μάτια σου από πάνω τους;» ακόμη κατά έναν τρόπο αιωρούνται.
Φαινομενικά, για το δεύτερο ερώτημα η απάντηση κρύβεται στην εξέλιξη της τεχνολογίας και της ένταξης των ψηφιακών εφέ. Αλλά παρά τις τεχνικές που ξεπερνούν κατά πολύ τις προσδοκίες των παλαιότερων δημιουργών, οι πιστοί φανατικοί που είτε μεγάλωσαν με τις ταινίες τρόμου των 80’s είτε απλώς λατρεύουν να τις αναμοχλεύουν, θα συνειδητοποιήσουν ότι κατά τη θέαση των νεότερων genre ταινιών, η αδρεναλίνη έχει ένα ορατό «ταβάνι». Πρόκειται λοιπόν για αναμόχλευση ή για μια ειλικρινή αναζήτηση του «τρόμου» και ό,τι συνεπάγεται αυτού; Γιατί τον ρόλο της κορύφωσης παίρνει μια ουδέτερη υποπλοκή με ατελείωτη διάρκεια και μηδαμινές συγκινήσεις ή αναταράξεις;

Τα «τέρατα» στο σινεμά τρόμου της δεκαετίας του ‘80 και τα εμβληματικά πρακτικά εφέ που διαμόρφωσαν το είδος
Το διαφωτιστικό ντοκιμαντέρ του δημιουργού ταινιών και δημοσιογράφου David A. Weiner του 2019 «In Search of Darkness» αποτελεί μια διεξοδική ανάλυση της πορείας των ταινιών τρόμου από τη χρυσή για το είδος δεκαετία του ‘80 μέχρι τα τέλη του ‘90, ξεκινώντας από τις απαρχές του slasher και φτάνοντας μέχρι τη νέα εκδοχή αυτού, λίγο πριν τον ερχομό της νέας χιλιετίας. Παράλληλα, εξερευνεί την διαδρομή των «τεράτων» στην μεγάλη οθόνη, το μεταφυσικό και τους δαίμονες που ενδέχεται να κρύβονται μέσα στον καθένα μας. Εάν θέσουμε το «Dawn of the Dead» (1978) ως μια εισαγωγή στα τολμηρά πρακτικά εφέ στην πιο μοντέρνα τους εκδοχή, έκτοτε μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ‘90, οι δημιουργοί τους έχουν καταφέρει να τα κάνουν να διαπεράσουν την κινηματογραφική οθόνη, «σκίζοντας» με βία το πανί της, και να μείνουν ανεξίτηλα στη μνήμη μας.
Ονόματα-θρύλοι όπως ο Rob Bottin («The Thing»), ο Tom Savini («Dawn of the Dead», «Friday the 13th») και ο Rick Baker («An American Werewolf in London», «Planet of the Apes»), έχουν διαμορφώσει μια ολόκληρη γενιά πρακτικών εφέ μουσειακού χαρακτήρα. Φυσικά, όλα τα παραπάνω τα οφείλουμε στον «πατέρα» του μακιγιάζ και των προσθετικών, Dick Smith («The Exorcist»), που ξεχώρισε με το magnum opus του χρόνια νωρίτερα στο αριστούργημα του William Friedkin. Κούκλες, stop-motion, ευρηματικά κοστούμια, μηχανικές εκρήξεις που επέφεραν λουτρά αίματος, προσθετικά και μακιγιάζ σε συνεργασία με τους προαναφερθέντες άρχοντες του τρόμου, έχουν κατά γενική ομολογία, αφήσει εποχή.

Μεταμορφώσεις χωρίς τη βοήθεια των CGI, όπως η εμβληματική σκηνή μεταμόρφωσης του David στο «An American Werewolf in London», τα συναρπαστικά τερατουργήματα στην ταινία σταθμό του John Carpenter «The Thing» που κόβουν την ανάσα ή τα κορυφαία εφέ του «Aliens» (καθώς και η αρχή της σειράς το ‘79 με την περιβόητη σκηνή όπου το ον βγαίνει μέσα από την κοιλιά ενός εκ των μελών του πληρώματος την ώρα που γευματίζουν), είναι μόνο λίγες από τις αμέτρητες αναφορές μικρών και μεγάλων παραγωγών που δεν περιόρισαν τον τρόμο σε μια ιδέα αλλά επιχείρησαν να του δώσουν σάρκα και οστά. Σύμφωνα μάλιστα με τα λεγόμενα του Carpenter στο ντοκιμαντέρ του Weiner, οι κριτικοί αντέδρασαν αρνητικά στη βία και την τόσο γραφική απεικόνισή της στην ταινία «The Thing». Ήταν αποκρουστικό και αηδιαστικό. Τόσο που σε έκανε να παρεκκλίνεις από τα τεκταινόμενα και ίσως, η ιστορία να χάσει λίγο από την σοβαρότητά της.
Όμως ο Carpenter, όντας μεγάλος φαν της αυθεντικής ταινίας του Hawks («The Thing from Another World»), θέλησε να δώσει μορφή στην νοερή εικόνα που είχαμε χτίσει για το διαβόητο πλάσμα που κρύβεται στο Βόρειο Πόλο, δίνοντας ταυτόχρονα και μεγαλύτερη έμφαση στην ιδιότητά του να μεταμορφώνεται στον εκάστοτε ξενιστή του. Κάτι ιδιοφυές, που παρά τις αντιδράσεις, κατάφερε να αντέξει στο χρόνο όσο σχεδόν κανένα άλλο. Αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για μια πλειάδα ταινιών, σειρών, μυθιστορημάτων αλλά και βιντεοπαιχνιδιών και απέδειξε ότι το σινεμά τρόμου δεν είναι «παιδί ενός κατώτερου Θεού» και ότι ήρθε για να μείνει, εν αντιθέσει με την εικόνα που είχαν γι’ αυτό οι προηγούμενες δεκαετίες (60’s και 70’s). Και πράγματι, το έκανε! Μέχρι και σήμερα ο κόσμος έχει προσδοκίες από αυτού του είδους το σινεμά και δεν διστάζει να επιστρέψει στις ρίζες του για να ανακαλύψει την αληθινή του αξία.

Από τον ανατριχιαστικό τρόμο των 80’s στη μυστικιστική διέξοδο των 90’s και η Τριλογία της Αποκάλυψης του Carpenter
Όσο λοιπόν τα 80’s αποτελούσαν μια ευκαιρία για να ειπωθούν -και ιδίως να φανούν- πράγματα που δεν είχαν το θάρρος να πουν (ή να δείξουν) ταινίες που δεν ανήκαν στο είδος, με την άφιξη του ‘90, τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν και ο τρόμος που αποζητά ο κόσμος είναι πιο… εσωτερικός! Οι αποτρόπαιες εικόνες μυθικών πλασμάτων συνδέονται περισσότερο με το υποσυνείδητο και την ανάγκη να ψάξουμε βαθύτερα στον εαυτό μας για να βρούμε το «κακό». Μια εξέλιξη που είναι φανερή και στην Τριλογία της Αποκάλυψης του John Carpenter που ξεκινά με την ταινία «The Thing» το ‘82, συνεχίζει με το «Prince of Darkness» το ‘87 και ολοκληρώνεται με το «In the Mouth of Madness» το ‘94. Η προκείμενη τριλογία είναι με έναν μαγικό τρόπο εξαιρετικά δομημένη και συνοψίζει τις ανάγκες του είδους ανά τα χρόνια (ούτως ώστε να επιβιώσει μέσα σε αυτά) αλλά και εκείνες του ανθρώπου κατά τη διαδικασία εύρεσης των μεγαλύτερών του φόβων.
Στην πρώτη ταινία, οι πρωταγωνιστές δένονται τόσο συναισθηματικά, βρισκόμενοι σε μια παγωμένη φυλακή από την οποία τελικά δεν μπορούν καν να δραπετεύσουν. Εγκλωβισμένοι ενόσω αναζητούν μια εξωγήινη οντότητα, καταλήγουν να μην μπορούν να εμπιστευτούν κανέναν ανάμεσά τους, πράγμα που κάνει τον τρόμο ανθρώπινο και τόσο μεγάλο που ξεπερνά εκείνον κάθε τέρατος. Το ξένο είναι σίγουρα τρομακτικό, μα όταν εκείνο εισβάλλει στο «γνώριμο» γίνεται ανεξέλεγκτο. Σε δεύτερη φάση, ο σκηνοθέτης περνά στην σύγκρουση επιστήμης και θρησκείας. Το οικείο και η παράδοση σε σύγκρουση με κάτι αγνώστου προελεύσεως που εξαπλώνεται και μπορεί να ενσαρκώσει το κακό. Όσο για το φινάλε και την διασημότερη ταινία του Carpenter τη δεκαετία του΄90 που ακούει στο όνομα «In the Mouth of Madness», μελετά το αποτέλεσμα της αποξένωσης αυτής που πραγματεύεται η εισαγωγή της τριλογίας με μια πιο νιχιλιστική προσέγγιση.

Στην ταινία, ο John Trent (Sam Neill) κυνηγά την απάτη και στο επάγγελμά του αλλά -θα έλεγε κανείς- και στην ίδια του την ζωή. Ιδιωτικός ασφαλιστής και εξπέρ στο να ξεσκεπάζει απατεώνες που ζουν με αυτοσκοπό την εξαπάτηση του ανίδεου κόσμου, ο John έχει θέσει ως στόχο να «ξεγυμνώσει» έναν συγγραφέα τρόμου ονόματι Sutter Cane, φήμης που αγγίζει το όνομα του μετρ του είδους Stephen King, και να δώσει τέλος στην τοπική σύγχυση που έχει προκαλέσει η πένα του. Μια πόλη εξαθλιωμένη, ένα πελώριο πάρτι ημίτρελων που έχουν κινητοποιηθεί από τον «Θεό» τους, Cane, ο οποίος έχει ξεσηκώσει τα πλήθη και έχει μοιράσει απλόχερα μια απροσδιόριστη ψυχική ασθένεια που εξαπλώνεται επικίνδυνα.
Σκοπός του John, είναι να βρει την περιοχή Hobb’s End, μια μικρή πόλη μυθοπλασίας που απεικονίζεται στις σελίδες του τελευταίου βιβλίου του μυθιστοριογράφου που έχει σπείρει τον πανικό τον τελευταίο καιρό στην μεγαλούπολη της Νέας Υόρκης. Με συνοδοιπόρο του την επιμελήτρια του Cane, την Linda, ο John οδηγείται στην φανταστική τοποθεσία του Hobb’s End. Εκεί είναι που θα βιώσει και την πραγματική τρέλα, με τους ελάχιστους εναπομείναντες πολίτες να βρίσκονται σε μια ενδιάμεση κατάσταση ζωντανού-νεκρού, έρμαια ενός πρωτόγνωρου λοιμού, ανατριχιάζοντας τον πρωταγωνιστή ως το πετσί του καθώς φροντίζουν να περιπλέξουν την πραγματικότητα με την φαντασία, δημιουργώντας για εκείνον έναν ζωντανό εφιάλτη από τον οποίο όσο κι αν το παλεύει, αδυνατεί να βγει αλώβητος. Αλλά όσο δύσπιστοι κι αν στεκόμαστε πλάι στον ήρωα που παρακολουθεί τα αλλόκοτα δρώμενα να λαμβάνουν (βασανιστικά) χώρα, δεν θα ήταν δόκιμο να παραδεχτούμε πόσο πραγματικά συναρπαστικό θα ήταν να ζήσει κανείς μια νύχτα μέσα σε μυθιστόρημα του Stephen King;

Αν το «Thing» σηματοδότησε την αλλαγή το σινεμά τρόμου από τα b-movies των 50’s, την πορεία του στα 60’s και το απόγειό του στα 70’s, έως τις τολμηρές εικόνες των 80’s και την απελευθέρωση του είδους, έχοντας πλέον αποδείξει ό,τι χρειαστεί σε αυτό το σημείο προκειμένου να παρθεί στα σοβαρά, τότε το «In the Mouth of Madness» έχει μια άλλου είδους ιστορική σημασία. Εστιάζει στο πέρασμα μιας χαμένης αίγλης που μεσουρανούσε την ακριβώς προηγούμενη δεκαετία και αντικατοπτρίζει την ανησυχία του «αγνώστου» που επρόκειτο να έρθει με την αλλαγή της χιλιετίας, κάνοντας ένα βαθύ ταξίδι στην ψυχοσύνθεση και την τρέλα.
Παρόμοια προσέγγιση, όμως εδώ με κύριο θέμα τη μαγεία και την αναδίφησή της, έχει και το «Lord of Illusions» του Clive Barker αμέσως έναν χρόνο μετά. Ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Harry D’Amour (χαρακτήρας που εμφανίζεται αρκετά στα μυθιστορήματα του Barker αλλά ποτέ μέχρι τότε στο μεγάλο πανί) αναλαμβάνει μια φαινομενικά τυπική υπόθεση στο Λος Άντζελες. Στο μεταξύ, συναντά έναν ταχυδακτυλουργό ονόματι Philip Swann, που έχει την ίδια αγάπη για το υπερφυσικό που διαθέτει και ο πρωταγωνιστής. Βάζοντας πλώρη για τη λύση του μυστηρίου, ο D’Amour εμπλέκεται σε έναν αέναο κόσμο μεταξύ ψευδαίσθησης και πραγματικότητας, κάνοντας την κόλαση να μοιάζει με «παράδεισο» και την αλήθεια -παρ’ ότι βαρετή- ως τη μοναδική διέξοδο. Διέξοδος ακόμη και για το λύκειο…

Σινεμά τρόμου και λύκειο (the devil you know…)
Ενώ η ρουτίνα ενός συνηθισμένου λυκειόπαιδου ώρες ώρες μοιάζει για εκείνο μια αληθινή κόλαση, οι εφηβικές ταινίες τρόμου του ‘90 επιβεβαιώνουν πως αυτό που κρύβεται εκεί έξω όσο συναρπαστικό κι αν φαντάζει αρχικά, δεν αξίζει το ρίσκο του να το ανακαλύψεις. Από το «Scream» του Wes Craven, το «I Know What You Did Last Summer», το «Faculty», το «Craft» και το «Urban Legend» μεταξύ άλλων μέχρι και σήμερα υπάρχει μια κοινή συνισταμένη: η σύνδεση γενεών. Εδώ και χρόνια, επιμένουμε να αναδημιουργούμε εφηβικές (και όχι μόνο) ταινίες της λαμπερής δεκαετίας του ‘90, φέρνοντάς τες στα «μέτρα» και την εποχή μας. Με επιτυχία; Συνήθως όχι, όμως αυτή η τάση να ξαναφτιάξουμε αγαπημένα έργα των προηγούμενων γενιών και να τα μεταφέρουμε στις ανησυχίες, τα ενδιαφέροντα και τη μόδα της νεολαίας του σήμερα, είναι τουλάχιστον συγκινητικό. Αν μη τι άλλο, σε ό,τι εποχή κι αν βρισκόμαστε, οι έφηβοι δεν θα σταματήσουν να έχουν προβλήματα και το σχολείο δεν θα είναι ποτέ ευχάριστο, μα θα είναι σίγουρα η διαφυγή τους.

Από τα 90’s στο σήμερα
Τι συμβαίνει όμως γενικότερα στο σήμερα; Πολλοί σπεύδουν να σκεφτούν πως σήμερα φτάσαμε στο σημείο της απομυθοποίησης και της στιγμής που ό,τι κάποτε χτίστηκε σε σαθρά θεμέλια τώρα γκρεμίζεται με μεθοδικότητα. Όση ψυχαγωγία κι αν προσέφεραν οι ταινίες slasher με έναν μανιακό δολοφόνο να κυνηγάει νεαρές κοπέλες, πέραν των κατάξανθων μαλλιών της Marilyn Burns στο «Texas Chainsaw Massacre», ο θεατής θέλει να δει και μια Αφροαμερικανίδα πρωταγωνίστρια και την ομορφιά που εκείνη εκπέμπει στην οθόνη ως final girl. Όμως και αυτό συνέβη τη δεκαετία του ‘90, συγκεκριμένα το ‘95 στην ταινία «Demon Knight» στην οποία η Jada Pinkett Smith είναι η μοναδική επιζούσα και μάλιστα είναι… άγρια! Την ίδια χρονιά, ο Spike Lee χρηματοδότησε την ανθολογία τρόμου «Tales from the Hood», μια ταινία που αλλάζει τα δεδομένα της αρχικής της πηγής έμπνευσης («Tales from the Crypt», «The Vault of Horror»). Οι ιστορίες της δεν αφορούν τα προβλήματα των λευκών ή των γαλαζοαίματων, ούτε των Αφροαμερικανών πρωταγωνιστών της ή γι’ αυτά που μόνο οι ίδιοι αγωνίζονται, αλλά για πανανθρώπινα ζητήματα. Το κακό μπορεί να κρύβεται μέσα σε όλους μας, όπως και ο φόβος. Η ταινία μιλά για την αστυνομική και την ενδοοικογενειακή βία, τον ρατσισμό και την ηθική -που δεν κάνει φυλετικές διακρίσεις, απλώς υπάρχει.

Όλα λίγο ή πολύ σε αυτό το σημείο έχουν ήδη καταρρεύσει και αποκατασταθεί με τον έναν τρόπο ή τον άλλον. Κι όσο κι αν μας αρέσει να παρακολουθούμε διαμάντια του σινεμά τρόμου του παρελθόντος, δεν θα ήταν τίποτα ίδιο αν η μετέπειτα ιστορία του είδους δεν είχε επαναστάσεις και νέες ιδέες. Δεν θα ήταν ίδια η ματιά μας… Ωστόσο, με τον ερχομό του νέου μιλένιουμ, οι σχιζοφρενείς δολοφόνοι έχουν χάσει τη λάμψη τους, τα τέρατα χωρίς «βάθος» δεν αποτελούν πλέον απειλή και τα «πρέπει» και οι περιορισμοί έχουν γίνει πλέον πολλοί και βάναυσοι. Δυστυχώς μαζί με τα ανόητα «κλισέ» και τους κοινότυπους χαρακτήρες, έφυγε και η διάθεση και η ελευθερία ενός δημιουργού να κάνει μια ταινία κι ας αμφιβάλει για την πορεία της επιτυχίας της. Λείπει η ξεγνοιασιά και η ψυχαγωγική φύση του έργου χωρίς αυτό απαραίτητα να αναιρεί ότι μπορεί να σου προσφέρει και κάτι βαθύτερο εκτός από μια εφήμερη ευχαρίστηση. Όμως ο φόβος είναι ένα συναίσθημα που απλώς με την πάροδο του χρόνου εμπλουτίζεται ή αλλάζει στόχο, δεν σταματάει ποτέ να υπάρχει. Έτσι όπως οι ταινίες τρόμου δεν θα σταματήσουν να υπάρχουν και να βρίσκουν ξανά ζωή, ό,τι κι αν αλλάξει τριγύρω μας. Όσο για τα πρακτικά εφέ, πολλοί νέοι δημιουργοί παραμένουν πιστοί στα προσθετικά και το μακιγιάζ. Σε ταινίες μάλιστα όπως το βραβευμένο «Substance» της Coralie Fargeat, το «Terrifier» και το «When Evil Lurks», έχει ολοφάνερα γίνει αξιοθαύμαστη δουλειά.



