της Μαρίας Μπασμπαγιάννη (Instagram: ipolinstinplage)

Ο Πιερ Λαρί (Pierre Lary 1927-2019), είναι ένας απ’ τους πολλούς άγνωστους Γάλλους σκηνοθέτες, που εμφανίστηκαν για λίγο τις δεκαετίες του εβδομήντα και του ογδόντα, και μετά ξεχάστηκαν. Λογικό, αφού δεν πρόσφεραν κάτι αξιόλογο. Σε μια περίοδο που η κοινωνικά ευαίσθητη κωμωδία στη Γαλλία βρισκόταν στα καλύτερά της, και το θρίλερ είχε να δώσει ωραία δείγματα δουλειάς, είναι λογικό να μην αγάπησαν ιδιαίτερα πολλοί, τον Πιερ Λαρί.
Le diable dans la boîte (“Ο διάβολος στο κουτί”)
Ένας εργαζόμενος (Ζαν Ροσφόρ) απολύεται, γιατί η εταιρεία του θέλει να μειώσει το προσωπικό της. Μα, σε αντίδραση, κάνει απεργία πείνας. Άλλοι εργαζόμενοι συμμετέχουν στον αγώνα αργότερα.
Για τον Γκοντάρ (“Όλα πάνε καλά”), οι εργάτες σίγουρα θα αντιδράσουν λόγω των κακών συνθηκών εργασίας τους. Το σημαντικό είναι να μη συγκρουστούν μεταξύ τους για το πώς.
Για τον Καρμίτζ (“Coup pour coup”), παρομοίως. Καλό λοιπόν είναι να συζητήσουν από πριν, για να καταλήξουν σε έναν τρόπο δράσης, με τον οποίο όλοι συμφωνούν. Για τον Λαρί, η μη αντίδραση των εργαζομένων είναι δεδομένη. Θα σταματήσει, μόνο αφότου τα ΜΜΕ δημοσιοποιήσουν την απεργία ενός από αυτούς. Φοβούνταν οι άλλοι, πριν, την απόλυση – την απώλεια, άρα, της μόνης πηγής εισοδήματός τους; Και πήραν θάρρος τώρα, που έγιναν γνωστές οι τοξικές εργασιακές συνθήκες τους, για να τον στηρίξουν; Ο Λαρί δεν εξηγεί. Και το φιλμ του, ακόμη και στις πιο… “αγωνιστικές” στιγμές του, προχωρά με τέτοιο ήπιο ρυθμό, που γίνεται μια χαλαρωτική ταινιούλα, ιδανική για στιγμές… ανίας. Όχι μια καλή σάτιρα, που διασκεδάζει μα ταυτόχρονα ενεργοποιεί.
La revanche (“Η εκδίκηση”)
Μια συγγραφέας (Ανί Ζιραρντό) κερδίζει ένα βραβείο. Όμως, την προσοχή κερδίζει το ταυτόχρονο επαγγελματικό έργο του αστυνομικού άντρα της (Βικτόρ Λανού). Ο οποίος προσπαθεί, μάλιστα, να διεκδικήσει και τη νίκη της, με ψευδώνυμο! Αυτή, για να πάρει εκδίκηση, αποφασίζει να ληστέψει μια τράπεζα.
Ο Λαρί προσπαθεί εδώ να κριτικάρει την αδιαφορία για το έργο των γυναικών, αλλά το κάνει απλοϊκά. Μην καταλαβαίνοντας, δηλαδή, ότι μεγαλύτερη σημασία δίνεται στα εγκλήματα, παρά στα πολιτιστικά γεγονότα, ακόμα κι αν ο νικητής είναι – όντως – άντρας. Επειδή τα πρώτα σοκάρουν και φοβίζουν τον κόσμο. Παρότι θεωρεί αστεία την ιδέα της ηρωίδας, δεν εξηγεί ποτέ το γιατί, – θα θεωρούσε καλύτερη τη μη αντίδραση, ή το να απευθυνθεί αυτή σε μια φεμινιστική οργάνωση (ιδέα φίλης της);
Ο Λαρί αντιμετωπίζει εδώ την προσπάθεια των γυναικών για αναγνώριση σαν ένα απόλυτα προσωπικό ζήτημα. Κι ας φταίει κυρίως η υποτίμηση, περιφρόνηση και καταπίεση των γυναικών γενικά ανά τους αιώνες, που το έργο τους ακόμη αργεί συχνά να τιμηθεί. Μια υποπλοκή για την εμπλοκή του συζύγου της σε εμπόριο όπλων, δεν δίνει καμία σοβαρή εξέταση του φαινομένου. Μένει, αντίθετα, στην παρουσίαση χαρακτήρων-καρικατούρων. Αυτό που θα μπορούσε να’ναι μια ενδιαφέρουσα εξέταση αλληλοσυνδεόμενων κοινωνικών προβλημάτων (μιας σεξιστικής, εγωιστικής κοινωνίας επικεντρωμένης στο κέρδος. Της οποίας οι άντρες κάτοικοι έχουν στον νου μόνο το συμφέρον τους, βλάπτοντας άλλους• είτε γυναίκες είτε κατοίκους άλλων χωρών, οι οποίες αγοράζουν τα όπλα τους), γίνεται μια αποτυχημένη κωμωδία με καλές προθέσεις, μα εξαιρετικά επιφανειακή σεναριακά εκτέλεση.
L’indiscrétion (“Η αδιακρισία”)
Ένας άντρας ( ξανά ο Ζαν Ροσφόρ) βλέπει πως στο διαμέρισμα του γείτονά του έχουν βάλει κοριό. Η παράνοια σιγά σιγά τον κατακλύζει, μέχρι που ανακαλύπτει τα πολιτικά αίτια της παρακολούθησης. Η εμπλοκή ενός αθώου σε πολιτικά παιχνίδια, για να κατηγορηθεί αυτός, σε ένα θρίλερ χωρίς ένταση, με μοναδικό προτέρημα τις ερμηνείες του καστ και τη μουσική.
Η αδιάφορη φωτογραφία και σκηνοθεσία, έχουν ως αποτέλεσμα μια ταινία που παίρνει το μοτίβο αυτό του ανθρώπου που μπλέκεται σε πολιτικές υποθέσεις άθελά του, το οποίο είχαμε ήδη δει στον Χίτσκοκ (“Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων”), χωρίς την ένταση που είχε το αριστούργημά του. Ο Λαρί αλλάζει είδος, αλλά η δουλειά του στο θρίλερ δεν είναι πολύ καλύτερη από αυτή στην κωμωδία. Διότι, παρά το στέρεο σενάριο, υστερεί τόσο τεχνικά, που ξεχνιέται.



