Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη
Στον κόσμο του Χρήστου Κωτσούλα, η τέχνη δεν λειτουργεί ποτέ μονοσήμαντα. Αντίθετα, κινείται σε μια ιδιότυπη ισορροπία ανάμεσα στο παιχνίδι και τη βαθιά υπαρξιακή παρατήρηση, εκεί όπου το χιούμορ συναντά την αιχμηρή κριτική. Ο ίδιος, γεννημένος στην Πρέβεζα, ακολούθησε μια ασυνήθιστη διαδρομή: από αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και κυβερνήτης πλοίου, στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου διαμόρφωσε τη σύγχρονη εικαστική του ταυτότητα.
Το ψευδώνυμο «Capten» – όπως αντιλαμβάνεστε- δεν είναι τυχαίο. Είναι ένα αποτύπωμα αυτής της διπλής ζωής, μιας διαρκούς μετάβασης ανάμεσα στην πειθαρχία και τη φαντασία. Στο έργο του, υλικά, σύμβολα και αφηγήσεις συνυπάρχουν σε ένα ιδιότυπο σύμπαν όπου ακόμη και οι κατσαρίδες —ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα μοτίβα του— μετατρέπονται σε φορείς μνήμης, επιβίωσης και μεταμόρφωσης.
Με περισσότερες από πενήντα συμμετοχές σε ομαδικές εκθέσεις και μια πρακτική που εκτείνεται από τη ζωγραφική μέχρι τις εγκαταστάσεις και τα αντικείμενα, ο Capten έχει διαμορφώσει μια εικαστική γλώσσα που αρνείται τη σοβαροφάνεια χωρίς να χάνει τη στοχαστική της δύναμη. Το έργο του αντλεί από τη μυθολογία, τη θρησκεία, την καθημερινότητα και την εμπειρία, δημιουργώντας εικόνες που συχνά μοιάζουν παιγνιώδεις, αλλά κρύβουν πολυεπίπεδες αναγνώσεις.
Σε μια εποχή όπου η εικόνα «καταναλώνεται» γρήγορα, ο Capten επιμένει σε μια τέχνη που έχει απαιτήσεις και ζητά χρόνο, παρατήρηση και —κυρίως— συμμετοχή από τον θεατή.

-Χρήστο, από πού ξεκινάει συνήθως ένα έργο σου: από μια εικόνα, μια ιδέα ή ένα υλικό;
-Όλα μου τα έργα ξεκινούν από μια ιδέα που μπορεί να παράξει εικόνες και αυτές με τη σειρά τους να παράξουν ιδέες.
-Υπάρχει κάποιο μοτίβο ή σύμβολο που επιστρέφει εμμονικά στη δουλειά σου;
-Ήδη από τα χρόνια μου στη σχολή ξεκίνησα φτιάχνοντας έργα με εικόνες που είχα μέσα μου απ’ το Πολεμικό Ναυτικό. Στολές, πηλίκια, γαλόνια. Αυτές οι εικόνες αφενός έχουν μια γοητεία και εμπεριέχουν μια αίγλη, αφετέρου κρύβουν μέσα τους ένα βάσανο και το σπόρο της ματαιότητας, κάτι σαν από το «Άσμα ηρωικό και πένθιμο, για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», «…Ήταν γενναίο παιδί. με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του…. ».
Θυμάμαι κάποτε είχα κάνει μια έκθεση με σκοπό να φτιάξω την «κηδεία του Capten». Αντ΄αυτού προέκυψε «ο Δαίμων των θαλασσών», με ένα γιγαντιαίο κοστούμι του Capten. Δουλεύω με τις εμμονές μου, σα να με στοιχειώνουν, τις απωθώ μα επανέρχονται.
Άλλη μεγάλη εμμονή «Οι κατσαρίδες», όπου πρωτοεμφανίζονται σε έργα μου το 2006 και το 2021 είναι το υλικό για τη μεγάλη έκθεση- εγκατάσταση «COCKROACHES». Και εκεί που λέω ο κύκλος τους έκλεισε, φεύ! μεγάλο μέρος του προηγούμενου έτους πέρασε φτιάχνοντας τη νέα σειρά….

29×62 (cm) 2012 κέντημα
-Τι σε οδήγησε στην ιδέα της συγκεκριμένης έκθεσης;
-Τα έργα της έκθεσης είτε είναι παλαιότερα, είτε είναι ιδέες που ήρθαν στην επιφάνεια μετά τις περιπέτειες με τις κατσαρίδες, όπου έψαχνα κάτι πιο χαρούμενο και ανάλαφρο για να «παίξω».
Έτσι προέκυψαν οι «Pin Up Ladies» σαν συνέχεια προηγούμενων έργων μάλλον αιρετικών, η σειρά «ο Capten και η Βάγια εν τη κοιλία του κήτους» και κάποια ακόμη έργα που δεν είχαν δειχτεί.

-Ποιο είναι το νήμα που ενώνει τα έργα μεταξύ τους;
-Ρίζα αυτών των έργων αποτελεί το έργο μου, αναφορά στο «Ο ήλιος στο καβαλέτο», του Ντε Κίρικο, «Capten d΄ après de Chirico», το οποίο είναι δουλεμένο με χαρτόνια σε επάλληλες συναρμογές ώστε να δημιουργείται χωρικότητα στις τρεις διαστάσεις.
Στα υπόλοιπα έργα αυτής της «ιδιοσυγκρασίας», οι τσόχες αντικατέστησαν τα χαρτόνια προσθέτοντας καθαρές χρωματικές επιφάνειες. Ο τίτλος της έκθεσης «Σαν ψέματα» παραπέμπει ασφαλώς στα πρωταπριλιάτικα εγκαίνιά της αλλά και στα έργα που είναι λίγο πολύ σαν ψέματα με έντονο το ερωτικό στοιχείο, την αποιεροποίηση και τη σάτιρα.
-Πώς δουλεύεις τη σχέση ανάμεσα στο χιούμορ και την κριτική στο έργο σου;
-Αβίαστα ! Ουσιαστικά είναι ο τρόπος που σκέφτομαι και βλέπω τον κόσμο. Με χιούμορ και φαντασία, πράγματα τελείως κοινότυπα όπως ένα σκουμπρί ή μια κουτσομούρα μπορούν να πάρουν μυθικές διαστάσεις, αλλά και να «υποσκάψεις τα θεμέλια της καθεστηκυίας τάξης», όπως έλεγε ο Πάμπλο, με τρόπο γοητευτικό

-Πόσο βιωματικό είναι τελικά αυτό που βλέπουμε στα έργα σου;
-Έχει δόσεις βιωμένης σάτιρας, φαντασιακού ερωτισμού , καταφυγή στην Ιστορία και τον Μύθο φλερτάροντας με το kitsch και ερωτοτροπώντας με το sacré. Όταν μου γεννήθηκε το ερώτημα «για ποιο πράγμα θέλεις να μιλήσεις», είδα γύρω μου ένα χάος και εκεί αποφάσισα πως θα μιλούσα για όσα μου είναι πιο κοντά, επομένως για όσα αισθάνομαι και για αυτά που βιώνω.
-Δουλεύεις περισσότερο με σχέδιο ή με αυτοσχεδιασμό;
-Όλα ξεκινούν απ’ το σχέδιο. Για κάθε έργο υπάρχουν από πίσω σχέδια. Έχω πάντα μαζί μου τις σημειώσεις μου, άλλοτε καταγράφοντας κάτι που μου κίνησε το ενδιαφέρων, άλλοτε κάνοντας την παραμονή μου διαφυγή από μη αρμόζουσες καταστάσεις, άλλοτε σημειώνοντας το επόμενο έργο και άλλοτε τις λίστες με τα ψώνια…

26×20 (cm) 2020 μεικτή τεχνική
-Υπάρχει στιγμή που καταλαβαίνεις ότι ένα έργο έχει «τελειώσει»;
Ναι! Είναι μια στιγμή μαγική! Σχεδόν συγκινητική!
-Τι ρόλο παίζουν τα υλικά στη σκέψη σου — είναι απλώς μέσο ή συνδιαμορφώνουν το αποτέλεσμα;
-Η σκέψη είναι η σύλληψη του έργου. Τα υλικά είναι ο τρόπος που θα δώσω υπόσταση στην αρχική ιδέα – σχέδιο. Η υλοποίηση του έργου ξετυλίγεται σαν ένα παιγνίδι γοητείας για την αναζήτηση και τη συνεύρεση των κατάλληλων υλικών που θα συνδιαμορφώσουν το αποτέλεσμα.
Όπως έχει περιγράψει τη δουλειά μου ο συγγραφέας Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης, «τα έργα είναι λεπταίσθητα και φτιαγμένα με διάθεση λειτουργίας, με έναν μόχθο που είναι παιγνιώδης και πείσμων, με έναν πανηγυριώτικο post pop οργασμό φαντασίας και επίμονης/επίπονης καλλιτεχνικής εργασίας».

μεικτή τεχνική (χρωματιστές τσόχες-fetrin σε βελούδο )
-Πώς έχει αλλάξει η δουλειά σου τα τελευταία χρόνια;
-Αλλάζοντας εγώ ίσως αλλάζει και η δουλειά μου, αλλά εγώ δεν ξέρω αν μπορώ να αντιληφθώ τις αλλαγές αυτές. Η θειά Μαρίκα στα ογδόντα της μού λέγε «όταν γεράσω δεν θέλω να πάω στο γηροκομείο», πέθανε στα 96 χωρίς να γεράσει.
Έχω μια αίσθηση συνέχειας στο έργο μου σαν να συμπληρώνω διαρκώς ψηφίδες σ ένα τεράστιο ψηφιδωτό, σε ένα αέναο project που έχει να κάνει με τη διαρκή έκπληξη της ζωής.
-Αισθάνεσαι πιο πολύ καλλιτέχνης ή καπετάνιος;
-Όταν κάποτε με σύστησαν στο Γιάννη Κουνέλη του είπαν, από δω ο Capten που είναι καπετάνιος και καλλιτέχνης κι ο Κουνέλης με την ιδιωματική προφορά του μου λέει, «όλοι οι καπετάνιοι είναι καλλιτέχνες».




