Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη
Η Κιάρα Σουγκανίδου ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία δημιουργών που κινούνται με την ίδια άνεση ανάμεσα στις λέξεις και στις εικόνες. Δημοσιογράφος με μακρά πορεία στον έντυπο και περιοδικό Τύπο, αλλά και ζωγράφος με διεθνή παρουσία, δεν αντιμετωπίζει ποτέ τα δύο αυτά πεδία ως παράλληλες διαδρομές· αντιθέτως, τα βιώνει ως ένα ενιαίο, αδιάσπαστο σύστημα σκέψης και πράξης. Στο έργο της, η σιωπή της εικόνας συνομιλεί διαρκώς με τις παύσεις του λόγου, ενώ η χειρονομία αποκτά το βάρος μιας πρότασης που δεν χρειάζεται να ειπωθεί.
Με αφορμή την πρώτη ατομική της έκθεση στην Αθήνα, με τίτλο vis motrix, η Σουγκανίδου μιλά για την εσωτερική κινητήρια δύναμη που ενεργοποιεί τη ζωγραφική πράξη, για το ρίσκο, το τυχαίο και το όριο, για τη σωματικότητα της χειρονομίας και τη δυσκολία της αποσιώπησης της λογικής. Ανατρέχει στις πρώτες, παιδικές της εικόνες, εκεί όπου η τέχνη συστήθηκε ως παιχνίδι και ανάγκη ζωής, και εξηγεί πώς η δημοσιογραφία, η λογοτεχνία και η ζωγραφική συνδέονται σε μια ενιαία αφήγηση.
Η συζήτηση που ακολουθεί δεν επιχειρεί να «εξηγήσει» την αφηρημένη ζωγραφική ούτε να την περιορίσει σε ερμηνευτικά εργαλεία. Αντίθετα, λειτουργεί όπως και το ίδιο το vis motrix: ως πρόσκληση σε μια εμπειρία ελευθερίας, σε μια ανάσα που γεννιέται μπροστά στο έργο και, ιδανικά, συνεχίζει να συνοδεύει τον θεατή πολύ μετά την έξοδό του από τον εκθεσιακό χώρο.

–Ο τίτλος vis motrix παραπέμπει σε μια δύναμη εσωτερική, σχεδόν αθέατη. Πότε αντιλαμβάνεστε εσείς ότι αυτή η «κινητήρια δύναμη» έχει ενεργοποιηθεί μπροστά στον καμβά;
-Κινητήρια δύναμη ενυπάρχει σε κάθε μορφής ζωής. Στην πράξη αρχίζει από τη στιγμή που βλέπουμε το φως και τελειώνει τη στιγμή που παύουμε να το βλέπουμε. Επίσης η κινητήρια δύναμη είναι κάτι που μπορεί να εντοπιστεί στα πάντα, από τη φωτοσύνθεση και τις μηχανές μέχρι τις κοινωνίες και τους αλγόριθμους. Χωρίς αυτή δεν υπάρχει δράση. Αλλά και η δράση την τροφοδοτεί. Όσον αφορά εμένα προσωπικά και τη ζωγραφική ειδικά, νομίζω πως ένιωσα τι σημαίνει κινητήρια δύναμη την πρώτη φορά που με πήγε ο πατέρας μου στην Εθνική Πινακοθήκη. Τότε δεν ήξερα ακόμη να διαβάζω. Ούτε μπορούσα να εκφραστώ. Αλλά δεν θα ξεχάσω ποτέ την αίσθηση. Σαν να φυσούσε ένα απαλό αεράκι μέσα στο κεφάλι μου. Σαν να έβλεπα όλη την ομορφιά του κόσμου μαζεμένη σε ένα δωμάτιο. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν αυτά που έβλεπα.
Η ζωγραφική για μένα ήταν ένα παιδικό πράγμα. Δεν ήξερα ότι και οι μεγάλοι ζωγραφίζουν. Τότε ο πατέρας μου μού εξήγησε τι σημαίνει καλλιτέχνης. Και τότε εγώ θεώρησα ότι οι καλλιτέχνες είναι οι άνθρωποι που μπορούν σε όλη τους τη ζωή να παίζουν με τα παιχνίδια τους και να περνάνε ωραία και να φτιάχνουν όμορφα πράγματα. Μαζί με όλες αυτές τις σκέψεις, λοιπόν, μου καρφώθηκε στο μυαλό κι άλλη μία: θέλω να γίνω σαν κι αυτούς.

-Στα έργα σας το υλικό φαίνεται να προηγείται της εικόνας. Πόσο χώρο αφήνετε στο απρόβλεπτο κατά τη διάρκεια της δημιουργίας;
-Όλο τον χώρο. Εγώ επεξεργάζομαι τα υλικά. Το χαρτί και το χρώμα. Αρχίζω πάντα από το χαρτί. Αναλόγως με το είδος, την υφή, το βάρος, τα νερά της σύνθεσής του, προσπαθώ να βρω μια τεχνική για να αξιοποιήσω τα χρώματα πάνω σε αυτό. Δοκιμάζω, δεν ξέρω από πριν. Δεν ακολουθώ κάποιο εγχειρίδιο. Βοηθάει η εμπειρία ενδεχομένως, αλλά κι αυτή προσπαθώ να μην την αφήσω να με εμποδίσει.
Στόχος είναι να φέρω το χαρτί στο χείλος της καταστροφής και την τελευταία στιγμή, αν τα καταφέρω, να το σώσω. Εκείνη την τελευταία στιγμή μπορεί να γεννηθεί ένα έργο. Αν μου φύγει το όριο, πάει το έργο, χάθηκε…
Όλη η ιστορία είναι ένα παιχνίδι με το όριο. Κι άλλο ένα παιχνίδι με το τυχαίο. Σαν να ακροβατείς σε τεντωμένο σκοινί. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στη ζωή.
-Έχετε μιλήσει για τη ζωγραφική ως πράξη σωματική και διανοητική ταυτόχρονα. Πώς συνυπάρχουν αυτά τα δύο στο εργαστήριό σας;
-Απαιτείται ισχυρή διανοητική διεργασία για να μπορέσεις να αποκόψεις τη σκέψη από το χέρι. Να σβήσεις τη λογική, την αίσθηση του κινδύνου, τη γνώση, την εμπειρία, όλα όσα έχεις μέσα στο κεφάλι, από τη ζωγραφική πράξη. Είναι το πιο δύσκολο πράγμα.
Σε όλη μας τη ζωή μας λένε “βούτα τη γλώσσα σου μέσα στο μυαλό σου προτού μιλήσεις”. Και ξαφνικά εγώ πρέπει να κλείσω τον διακόπτη του μυαλού και να βουτήξω στο χάος του αγνώστου, για να δω αν αυτό το χάος έχει κάτι να μου πει.
-Η αφηρημένη ζωγραφική συχνά παρεξηγείται ως ελευθερία χωρίς όρια. Για εσάς, ποια είναι τα όρια –αν υπάρχουν– μέσα στη διαδικασία;
-Για μένα η αφηρημένη ζωγραφική είναι η ελευθερία χωρίς όρια. Γι’ αυτό την αγαπώ και θέλω να αναπνέω μαζί της. Και ως θεατής και ως ένας άνθρωπος που πράττει ζωγραφικά. Και μου αρέσει να τη βλέπω ως θεατής διότι μου επιτρέπει να χαθώ μέσα στο έργο και να ορίσω εγώ το νόημά του για μένα – μου αφήνει αυτό το περιθώριο ο καλλιτέχνης.
Όσο για τα όρια που θέτω στον εαυτό μου κατά τη ζωγραφική πράξη, είναι τα κλασικά: θέλω να υπάρχει δομή, τα χρώματα να βρίσκονται στη θέση τους και να αφηγούνται την ιστορία τους, η μέθοδος που ακολουθώ να έχει κάποιο νόημα –δηλαδή να δημιουργεί τις φόρμες– και φυσικά να έχει διασωθεί το χαρτί. Από την άλλη, το πρόβλημα για μένα όταν κοιτάζω ένα έργο μου είναι ότι, εξαιτίας της οικειότητας, δεν μπορώ να χαθώ μέσα σ’ αυτό – όπως χάνομαι όταν βλέπω τα έργα των άλλων. Μοιραία βλέπω τη ζωγραφική μου τεχνικά. Και διαρκώς αναρωτιέμαι: περνάει ή δεν περνάει.
-Η χειρονομία παίζει κεντρικό ρόλο στο έργο σας. Είναι κάτι που ελέγχεται ή κάτι που αφήνετε να συμβαίνει;
-Προσπαθώ να το αφήνω να συμβαίνει. Είναι αυτό που λέγαμε πριν: πώς γίνεται να διαχωρίσεις το χέρι από τη σκέψη. Όταν πάντως αυτό πετυχαίνει, το έργο έχει μια ελπίδα να βγει καλό. Κι όταν δεν πετυχαίνει, το έργο βγαίνει λάσπη. Ή μπανάλ.
-Προέρχεστε από έναν χώρο έντονα λεκτικό, αυτόν της δημοσιογραφίας. Πώς έγινε η μετάβαση από τις λέξεις στη σιωπή της εικόνας;
-Τις εικόνες τις βλέπεις πάντα μέσα στη σιωπή. Στις σιωπές του κειμένου κρύβεται η δύναμή του. Στη λογοτεχνία, για παράδειγμα. Αλλά και σε πολλά δημοσιογραφικά κείμενα. Για μένα, λοιπόν, δεν υπήρξε ποτέ μετάβαση. Άρχισα μια διαδρομή και τη συνεχίζω. Το πρώτο στάδιο ήταν η ζωγραφική, η οποία προηγήθηκε της λογοτεχνίας. Η λογοτεχνία με βοήθησε στη δημοσιογραφία. Η ζωγραφική μαζί με τη λογοτεχνία με βοήθησαν στα περιοδικά. Και η θέαση της ζωής μέσα από τα περιοδικά μού έδωσε εν τέλει το θέμα που αναζητούσα για τη ζωγραφική πράξη.
-Σήμερα αισθάνεστε ότι η ζωγραφική σάς επιτρέπει να πείτε πράγματα που δεν θα μπορούσαν να ειπωθούν με λόγια;
-Σε όλη την πορεία μου προσπαθώ να αναπτύξω τα εκφραστικά μέσα μου για να διατυπώσω με τη μεγαλύτερη δυνατή ενάργεια την ιστορία που θέλω να πω. Δεν διαχωρίζω τα λεκτικά από τα ζωγραφικά εκφραστικά μέσα.
Το πιο βασανιστικό ερώτημα για μένα είναι: αυτή την ιστορία που θέλω να πω έχει νόημα να την ακούσει κάποιος; Βεβαίως αυτό το ερώτημα μάλλον δεν θα απαντηθεί ποτέ. Αλλά χωρίς την προσπάθεια να πεις μια ιστορία η ζωή γίνεται μάταιη.

-Στο vis motrix κυριαρχεί η διαδικασία και όχι το αποτέλεσμα. Πότε γνωρίζετε ότι ένα έργο έχει ολοκληρωθεί;
-Δεν το γνωρίζω ακριβώς. Το βλέπω μπροστά μου ξαφνικά. Εκείνη τη στιγμή σκέφτομαι: μια ακόμα κίνηση και θα τα κάνεις όλα λάσπη. Όπως καταλαβαίνετε, η λάσπη είναι ο εφιάλτης μου. “Η λάσπη του μυαλού”, όπως έχει γράψει ο Νίκος Χουλιαράς.
-Πιστεύετε ότι ο θεατής χρειάζεται «εργαλεία» για να προσεγγίσει την αφηρημένη ζωγραφική ή ότι αρκεί η παρουσία του απέναντι στο έργο;
-Κανένα εργαλείο. Τα εργαλεία τα έχουν οι κριτικοί. Ο ακροατής δεν χρειάζεται να είναι μουσικοκριτικός για να απολαύσει ένα μουσικό κομμάτι. Ο αναγνώστης δεν χρειάζεται να είναι βιβλιοκριτικός για να απολαύσει ένα μυθιστόρημα ή ένα ποίημα. Το μόνο που χρειάζεται ο θεατής, ο ακροατής, ο αναγνώστης είναι να αφεθεί στην ελευθερία που του χαρίζει η τέχνη σε κάθε μορφή της. Στο κάτω κάτω η τέχνη υπάρχει παντού. Αν δεν υπήρχε η τέχνη, η ζωή θα ήταν γκρίζα και αφόρητη.
-Μετά από χρόνια διεθνούς παρουσίας, έρχεται η πρώτη ατομική σας έκθεση στην Αθήνα. Έχει διαφορετικό βάρος για εσάς αυτή η στιγμή;
-Φυσικά. Για πρώτη φορά θα δουν τι κάνω οι φίλοι μου, άνθρωποι που συνάντησα σε όλη την πορεία μου και που συνδέθηκα μαζί τους με διάφορους τρόπους. Επίσης θα δουν τι κάνω άνθρωποι που δεν γνωρίζω. Θα δουν τη δουλειά μου ενώ θα είμαι παρούσα – για πρώτη φορά θα κριθώ face to face. Κι αυτό με κάνει χαρούμενη. Διότι οι πλατφόρμες έχουν κάτι ψυχρό. Σε φέρνουν σε επαφή με ανθρώπους από παντού, αλλά ποτέ δεν κατάλαβα πώς κάποιος αποφασίζει να πάρει ένα έργο για το σπίτι του χωρίς να το έχει δει από κοντά.
-Νιώθετε ότι το ελληνικό κοινό προσεγγίζει διαφορετικά τη δουλειά σας σε σχέση με το κοινό του εξωτερικού;
-Πάνω κάτω το ίδιο γίνεται τελικά, αλλά υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στον Έλληνα θεατή και τον θεατή π.χ. από τη Βρετανία, τη Γαλλία, τον Καναδά. Και αυτή η διαφορά είναι θέμα πολιτικών αποφάσεων. Στο εξωτερικό τα μουσεία είναι τρόπος ζωής μέσα στην κοινωνία και συνεπώς ο κόσμος είναι εξοικειωμένος.
Στην Ελλάδα, όπου πολιτισμός σημαίνει προ πάντων αρχαία μνημεία, κείμενα κτλ., το πρώτο που ακούς όταν μιλάς για αφηρημένη ζωγραφική είναι “εγώ δεν είμαι ειδικός”. Ούτε ο Άγγλος θεατής είναι ειδικός. Όμως ο Άγγλος δεν το λέει ποτέ αυτό».
-Τελικά, τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο επισκέπτης φεύγοντας από το vis motrix — μια σκέψη, μια αίσθηση ή απλώς έναν ρυθμό;
-Ιδανικά θα ήθελα να απελευθερωθεί μέσα του μια ανάσα. Και αυτή η ανάσα να διαρκέσει και όταν θα βγει έξω στον δρόμο.
Η «Κινητήρια Δύναμη» της Κιάρας Σουγκανίδου στην Contemporary Athens



