Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη
Η ζωγραφική για τον Μίλτο Γκολέμα δεν γεννήθηκε απλώς από μια αισθητική αναζήτηση. Γεννήθηκε σε μια πολύ τρυφερή ηλικία από την ανάγκη της εικόνας ως παράθυρο ελευθερίας. Από τα πρώτα του χρόνια —όταν οι παιδικές του μνήμες διασταυρώνονταν με τη σκιά της δικτατορίας και τις εμπειρίες που σημάδεψαν μια ολόκληρη γενιά— η εικόνα έγινε τρόπος επιβίωσης. Οι πρώτες ζωγραφιές που αντίκρισε δεν ήταν απλώς παιδικά σχήματα, αλλά σύμβολα ενός έξω κόσμου που του προσφερόταν μέσα από πράξεις τρυφερότητας και αντίστασης.
Μεγαλώνοντας, οι αγροτικοί ορίζοντες της παιδικής του ηλικίας, η επαφή με την εργατική τάξη, τα βιομηχανικά τοπία, ο μόχθος και το ίχνος της ανθρώπινης παρουσίας πάνω στο μέταλλο και στη γη, μετατράπηκαν σε σταθερούς άξονες της εικαστικής του γλώσσας. Στην συγκλονιστική αυτή ενότητα του έργου του με τίτλο , «Οροπέδιο» το τοπίο δεν λειτουργεί απλώς ως αναπαράσταση, αλλά ως φορέας μνήμης, εμπειρίας ακόμα και υποσυνείδητης πολιτικής διάστασης.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο Γκολέμας μιλά για τις ρίζες της έμπνευσής του, για τη σχέση του με τη μνήμη και τον τόπο, αλλά και για τη νέα ενότητα των έργων, όπου το προσωπικό βίωμα μετατρέπεται σε ζωγραφικό πεδίο στοχασμού για τον ίδιο και ψυχική ανάταση για τον θεατή.

– Από πού αντλείτε τα ερεθίσματά σας για τη ζωγραφική σας και πώς διαμορφώνεται η θεματολογία σας με τα χρόνια;
Για τη ζωγραφική μου παίρνω ερεθίσματα παρατηρώντας τον κόσμο που με περιβάλλει. Με τα χρόνια η θεματολογία αλλάζει, όπως αλλάζω κι εγώ, όπως αλλάζουν οι αναζητήσεις μου και τα ερεθίσματα που μου κεντρίζουν το ενδιαφέρον.
Άλλοτε με τραβούν οι μεγάλοι βιομηχανικοί χώροι, άλλοτε πιο σύνθετες δομές, όπως οι ξυλότυποι των οικοδομών, κι άλλοτε το φυσικό τοπίο, η βλάστηση, τα λουλούδια, το φως. Η ανθρώπινη μορφή στα έργα μου άλλοτε είναι παρούσα, άλλοτε υπονοείται.
Σκοπός μου δεν είναι να αντιγράψω αυτό που παρατηρώ. Με ενδιαφέρει να το ζωγραφίσω όπως το βιώνω ο ίδιος. Προσπαθώ να μετατρέψω ένα απλό φυσικό σκηνικό σε ένα έργο που να διατηρεί μνήμη, συναίσθημα και αισθητικές αξίες.
Η σύλληψη του θέματος είναι αφορμή για ένα ταξίδι. Ένα μοναχικό, μαγικό ταξίδι από τον λευκό καμβά έως την ολοκλήρωση του έργου. Όταν αρχίζω ένα έργο, περνά από πολλά στάδια και πολλές εκδοχές μέχρι να είμαι σίγουρος για το αποτέλεσμα. Στόχος μου είναι να αναδείξω την ομορφιά· να φτάσω σε ένα αποτέλεσμα τόσο πλήρες, ώστε η τέχνη μου να μου δίνει ικανοποίηση, απόλαυση και μια αίσθηση γαλήνης.
– Είστε αισιόδοξος άνθρωπος; Πόσο ο ψυχικός σας κόσμος επηρεάζει το έργο σας;
Θα έλεγα πως μάλλον όχι από τη φύση μου. Αν είμαι ειλικρινής, κουβαλώ περισσότερο μια απαισιοδοξία. Όμως πάντα υπάρχει κάπου ένα φως. Ένα φωτάκι που σε κρατάει όρθιο και σε κάνει να συνεχίζεις.
Η ζωγραφική για μένα είναι μια μοναχική διαδικασία. Μια διαρκής, σιωπηλή συνδιαλλαγή με τον εαυτό μου. Όταν κοιτώ ένα τοπίο, κοιτώ προς τα έξω· ύστερα είναι σαν να στρέφω το βλέμμα μέσα μου. Προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτό που πραγματικά με αγγίζει, να φιλτράρω όσα βλέπω και όσα νιώθω και να τα ξαναστήσω στον καμβά με τον δικό μου τρόπο.
Δεν ξέρω αν φαίνεται πάντα καθαρά ο ψυχικός μου κόσμος στη δουλειά μου, αλλά σίγουρα περνά μέσα από αυτόν. Ζωγραφίζω τον κόσμο που με περιβάλλει όπως τον αισθάνομαι. Και ναι, κάποιες φορές τα ίδια πράγματα μπορεί να τα νιώθεις αλλιώς από τους άλλους. Ίσως εκεί, σε αυτή τη διαφορά, να βρίσκεται και ο λόγος που θέλω να τα ζωγραφίζω.

– Ποια είναι η μεγαλύτερη δυσκολία στη ζωγραφική; Υπάρχει έργο που σας φοβίζει περισσότερο από τα άλλα;
Για μένα η πιο δύσκολη δουλειά είναι η κάθε επόμενη. Η ζωγραφική είναι μια διαρκής και δύσκολη άσκηση. Μια εξερεύνηση. Μια συνεχής αναζήτηση της ομορφιάς και της αρμονίας. Κι όσο ανιχνεύω και ανακαλύπτω πράγματα, τόσο πιο απαιτητική γίνεται.
Λόγω της μοναχικής της φύσης αναμετράσαι καθημερινά με τον εαυτό σου. Θέτεις διαρκώς νέους στόχους. Καλείσαι να πάρεις στιγμιαίες αποφάσεις σε άγνωστα πεδία. Ο λευκός καμβάς είναι πάντα μια ευκαιρία και μια πρόκληση για ένα μαγικό ταξίδι χρωμάτων, υφών, σκέψης, λογικής και συναισθήματος, από το πρώτο ίχνος που θα αφήσει το πινέλο έως την ολοκλήρωση του έργου.
Κάθε φορά που ολοκληρώνεται μια ενότητα, θέλω στην επόμενη να προχωρήσω ένα βήμα παρακάτω. Να ζήσω καινούριες περιπέτειες. Υπάρχουν έργα που τα ξεκινώ και μένουν ατέλειωτα για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και χρόνια, μέχρι να βρεθεί η λύση.

– Μπορεί η τέχνη να αποκοπεί από το παρελθόν της; Ή είναι καταδικασμένη να συνομιλεί μαζί του;
Η σύγχρονη ελληνική ζωγραφική βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με την παράδοση και την ιστορία της. Εξελίσσεται και μεταβάλλεται συνεχώς, κι έτσι το παρελθόν γίνεται εργαλείο έρευνας, κριτικής, πειραματισμού και εξέλιξης.
Η πορεία στον χρόνο μοιάζει με σκυταλοδρομία. Οι βασικοί άξονες της ζωγραφικής — σύνθεση, σχέδιο, χρώμα, μορφή — παραμένουν σταθεροί ως αξίες. Θα μπορούσαμε να πούμε πως όλα είναι παραλλαγές πάνω σε διαχρονικά θέματα.
– Ποιοι καλλιτέχνες σάς έχουν διαμορφώσει; Ποιοι είναι οι “σιωπηλοί συνομιλητές” του εργαστηρίου σας;
Θα έλεγα πως ο Κλοντ Μονέ είναι ένας ζωγράφος που θαυμάζω ιδιαίτερα. Γενικότερα οι ιμπρεσιονιστές. Ωστόσο, υπάρχουν αρκετοί καλλιτέχνες από διαφορετικές χρονικές περιόδους και ρεύματα που λειτουργούν σαν «σιωπηλοί συνομιλητές». Έτσι μεγαλώνει η παρέα.
Υπάρχουν και μεμονωμένα έργα ζωγράφων που με συγκλονίζουν και λειτουργούν σαν φάροι. Και επειδή η ζωγραφική είναι μοναχικό επάγγελμα, τις ώρες της δημιουργίας συντροφεύει η μουσική.
Το εργαστήριο είναι ανοιχτό σε επισκέψεις: ο Γιοχάνες Βερμέερ, ο Βίνσεντ βαν Γκογκ, ο Σπύρος Παπαλουκάς, ο Μαρκ Ρόθκο, ο Τζάκσον Πόλοκ.
Και από τη μουσική, ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς, ο Σεργκέι Ραχμάνινοφ, οι Pink Floyd, ο Keith Jarrett.
Από την ποίηση, ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Γιάννης Ρίτσος.
Κάποιοι μένουν για μεγαλύτερο διάστημα. Άλλοι περνούν απλώς για ένα «γεια» και συνεχίζουν το ταξίδι τους.
– Θυμάστε ένα περιστατικό από τα φοιτητικά σας χρόνια που σας σημάδεψε; Κάτι που λειτούργησε ως καμπή;
Μετά την καλοκαιρινή προσπάθεια για την εισαγωγή στη σχολή — όλο το καλοκαίρι στο φροντιστήριο του Ν. Στέφου σχεδιάζοντας με βελόνα και κάρβουνο — ήρθε επιτέλους το πρώτο έτος στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, στο εργαστήριο του Παναγιώτης Τέτσης.
Μας έβαλε να πάρουμε ένα τελάρο 160×90 εκ., να τελαρώσουμε στρατσόχαρτο με αλευρόκολλα και να σχεδιάζουμε γυμνό μοντέλο σε φυσικό μέγεθος με κάρβουνο. Ξανά βελόνα, ξανά κάρβουνο. Νέος και ανίδεος, περίμενα κάτι διαφορετικό: πινέλα, χρώματα, σπουδαία έργα.
Μετά τις γιορτές άρχισα να μην παρακολουθώ. Είχα νοικιάσει ένα μικρό εργαστήριο, αλλά έκανα ελάχιστα. Μέχρι το Πάσχα δεν πήγα ούτε μία μέρα. Τέλη Απριλίου εμφανίστηκα, πιστεύοντας πως οι εξετάσεις θα ήταν τον Ιούνιο. Μπήκα στην αίθουσα του ισογείου στο νεοκλασικό της Πατησίων και Αγίου Μελετίου. «Πού είσαι; Σε ψάχνει!» μου είπαν οι συμφοιτητές.
Πήρα ένα καβαλέτο και άρχισα να σχεδιάζω μανιωδώς. Ο δάσκαλος μπήκε, μιλούσε για τις εξετάσεις, με είδε και σταμάτησε. «Πού είσαι εσύ;» Νεκρική σιγή. «Είχα την ανάγκη να δουλέψω στο εργαστήριο», ψέλλισα. «Τότε κακώς μπήκες στη Σχολή!» απάντησε. Οι εξετάσεις ξεκινούσαν σε δύο εβδομάδες.
Ενώ οι άλλοι ετοίμαζαν παρουσιάσεις, εγώ ξεκινούσα από το μηδέν. Είχα μόνο το πορτρέτο ενός φίλου. Αποφάσισα να το επεκτείνω σε τρίπτυχο με θέμα έναν θρήνο. Έστησα σκηνή με φίλους ντυμένους στα μαύρα, έναν «νεκρό» σε ντιβάνι, τον δεκάχρονο αδελφό μου όρθιο με άσπρη μπλούζα. Τους φωτογράφισα, παρήγγειλα τελάρα και άρχισα να δουλεύω ασταμάτητα.
Έδειχνα Δευτέρα. Δούλεψα χωρίς ύπνο μέχρι την Κυριακή το βράδυ. Δημιουργήθηκε ένα τρίπτυχο τρεισήμισι μέτρων: μαύρα ρούχα σε μαύρο φόντο, μόνο τα πρόσωπα, τα χέρια και η άσπρη μπλούζα φωτεινά. Κοιμήθηκα δύο-τρεις ώρες. Στις επτά το πρωί ήμασταν έξω από τη Σχολή.
Με άφησε να δείξω τελευταίος. Παρουσίασα ό,τι είχα: σχέδια από το φροντιστήριο, δύο ατελείωτες σπουδές γυμνού αντί για εννέα. Έδειξα τα προσχέδια του θρήνου — τα βρήκε ενδιαφέροντα. Πήρα θάρρος. «Να σας δείξω και το έργο;»
Το βάλαμε στο γραφείο. Δεν χωρούσε. «Όχι, όχι! Έξω!» είπε. Πάγωσα. «Έξω, στον διάδρομο να το δούμε».
Το στήσαμε. Τα χέρια μου ήταν μαύρα, το χρώμα νωπό. Το κοίταξε προσεκτικά. «Φίλος σου;» «Ναι… σκοτώθηκε. Γι’ αυτό είχα την ανάγκη να δουλέψω». «Με μηχανάκι;» «Ναι». «Α, τον βλάκα!»
Του άρεσε. Είπε να το υπολογίζω για την έκθεση του έτους. Μιλούσε για βερνίκια και τεχνικές. Εγώ δεν άκουγα πια τίποτα. Είχα ήδη περάσει μέσα μου την εξέταση.
Το έργο αργότερα καταστράφηκε. Έμεινε μόνο το αριστερό κομμάτι με το πορτρέτο. Τα προσχέδια χάθηκαν μετά την έκθεση. Έτσι πέρασα το πρώτο έτος.
Μετά από εκείνο το γεγονός, στρώθηκα πραγματικά στη δουλειά
-Τα πρώτα σας βιώματα συνδέονται με μια ιδιαίτερα φορτισμένη ιστορική περίοδο. Πώς διαμόρφωσαν οι εμπειρίες της παιδικής σας ηλικίας —και ειδικά τα χρόνια που περάσατε μαζί με τη μητέρα σας, πολιτική κρατούμενη στις Φυλακές Αβέρωφ— τη σχέση σας με την εικόνα και, αργότερα, με τη ζωγραφική;
Δεν ξέρω αν από παιδί ήθελα συνειδητά να γίνω ζωγράφος. Ξέρω όμως πως οι εικόνες μπήκαν πολύ νωρίς στη ζωή μου — σχεδόν πριν από τις λέξεις. Τα τρία πρώτα χρόνια τα πέρασα μαζί με τη μητέρα μου, πολιτική κρατούμενη στα χρόνια της δικτατορίας, στις Φυλακές Αβέρωφ. Εκεί, μέσα σ’ έναν χώρο περιορισμένο και σκληρό, οι συγκρατούμενές της ζωγράφιζαν για μένα ήλιους, βουνά, λουλούδια, θάλασσες, καραβάκια, ζωάκια. Ήταν το δικό τους παράθυρο προς τον έξω κόσμο — και το δικό μου πρώτο παράθυρο στη φαντασία.
Στα τρεισήμισι, όταν έφυγα για να ζήσω με τη γιαγιά μου στο χωριό, πήρα μαζί μου ένα χειροποίητο άλμπουμ. Σε χοντρά χαρτόνια, δεμένα με κορδονάκι στη ράχη, κάθε γυναίκα είχε φιλοτεχνήσει από μία ζωγραφιά. Ήταν το πιο πολύτιμο αντικείμενο της παιδικής μου ηλικίας. Στο σπίτι της γιαγιάς παρατηρούσα με τις ώρες τα κεντήματα, τις λιγοστές εικόνες στους τοίχους, οτιδήποτε είχε σχέδιο ή χρώμα.
Αργότερα, όποιο βιβλίο κι αν έπιανα στα χέρια μου, αναζητούσα πρώτα τις εικόνες. Μπορεί να μην διάβαζα το κείμενο, μα στεκόμουν στις λεζάντες και χανόμουν μέσα στις παραστάσεις, σαν να ταξίδευα. Έτσι άρχισα να ζωγραφίζω κι εγώ. Στην αρχή όπως όλα τα παιδιά — αυθόρμητα. Ύστερα με περισσότερη επιμονή, μεγαλύτερη προσήλωση. Οι γύρω μου μιλούσαν για ταλέντο. Εγώ απλώς ζωγράφιζα γιατί μου άρεσε. Ήταν κάτι που μπήκε φυσικά στην καθημερινότητά μου· και τελικά με καθόρισε.

– Η ζωγραφική για εσάς λειτουργεί ως προσωπικό καταφύγιο ή και ως πεδίο ευρύτερου στοχασμού; Πού συναντιέται η εσωτερική σας ανάγκη δημιουργίας με την κοινωνική και, ενδεχομένως, πολιτική διάσταση της τέχνης;
Η ζωγραφική είναι για μένα καταφύγιο. Ένας αυστηρά προσωπικός χώρος. Όταν δουλεύω, ο χρόνος και ο χώρος γύρω μου αλλάζουν, χάνουν την ακρίβειά τους — σαν να μπαίνω σε ένα σύννεφο. Συγκεντρώνομαι, απομονώνομαι, συνομιλώ σιωπηλά με τον εαυτό μου. Είναι ένας τρόπος να ψάχνω βαθύτερα μέσα μου. Συχνά ξεκινώ από ένα τοπίο· στην πορεία όμως αυτό μεταμορφώνεται σε κάτι πιο εσωτερικό, πιο βιωματικό.
Παράλληλα, πιστεύω πως η τέχνη, ως πολιτιστικό αγαθό, δεν υπάρχει μόνο για να προσφέρει ευδαιμονία. Οφείλει να θέτει ερωτήματα, να ανοίγει διαλόγους, να προκαλεί σκέψη, να εκπαιδεύει. Με αυτή την έννοια, το έργο του ζωγράφου μπορεί να ιδωθεί και ως πολιτική πράξη — όχι απαραίτητα με κομματικούς όρους, αλλά ως στάση απέναντι στον κόσμο.
-Πόσο έχουν επηρεάσει οι μνήμες και τα βιώματά σας τη θεματολογία και την εικαστική σας γλώσσα;
Αν θεωρήσουμε ότι είμαστε οι αναμνήσεις μας, τότε ναι, με έχουν καθορίσει και με επηρεάζουν άλλοτε συνειδητά κι άλλοτε με τρόπο ασυνείδητο. Οι μνήμες μου με εμπνέουν.
Το τοπίο που αντίκρισα στη Φιλιαδώνα σαν παιδί έχει εντυπωθεί μέσα μου. Απέραντο αγροτικό τοπίο γεμάτο σπαρτά, κυρίως σταχοχώραφα, και ανθρώπους που πάλευαν με τις αντιξοότητες της φύσης. Όταν βρέθηκα στην Αθήνα, η οικογένεια ήταν πάντοτε κοντά στην εργατική τάξη. Παρατηρούσα συχνά αφίσες που αναδείκνυαν τη δύναμη και την επαναστατικότητα των εργατών, τους χώρους δουλειάς, τον μόχθο.
Νομίζω από εκεί προήλθαν και οι ενότητες «Πλωτές Δεξαμενές», «Τοπία Σκουριάς και Αρμύρας» — έργα όπου ο ιδρώτας και η εργασία αφήνουν ορατά ίχνη. Επισκέφθηκα αρκετές φορές τα Ναυπηγεία Ελευσίνας όταν άρχισα να δουλεύω τις δεξαμενές και με γοήτευσε το βιομηχανικό τοπίο: το μέταλλο, η σκουριά, η άμμος, οι εργάτες. Το ίδιο συνέβη και στην ενότητα «Υπό Κατασκευήν», με τα περίπλοκα καλούπια και τον ξυλότυπο μιας ανεγειρόμενης οικοδομής. Κάπως έτσι μπλέκονται οι μνήμες με τα βιώματα — και μετατρέπονται σε ζωγραφική ύλη.
-Η νέα σας ατομική έκθεση σηματοδοτεί έναν σημαντικό κύκλο συνεργασίας. Τι σημαίνει για εσάς η ενότητα «Οροπέδιο»;
Με τη νέα μου ατομική έκθεση στη Γκαλερί Ζουμπουλάκη κλείνουν είκοσι χρόνια συνεργασίας — κάτι που από μόνο του έχει ιδιαίτερη σημασία για μένα. Η ενότητα τιτλοφορείται «Οροπέδιο» και αφορά έναν τόπο που κουβαλώ μέσα μου από παιδί, αλλά και από αργότερα, όταν έζησα εκεί για έναν χρόνο δουλεύοντας πάνω στη διπλωματική μου εργασία.
Το οροπέδιο λειτουργεί σαν σκηνή, ένα πεδίο όπου ξετυλίγονται τα έργα. Είναι μια ματιά στη φύση που δεν περιορίζεται σε αυτό που βλέπεις, αλλά επεκτείνεται σε αυτό που αισθάνεσαι. Με ενδιαφέρει να μεταφέρω το βίωμα μέσα από τη ζωγραφική όχι απλώς ως εικόνα, αλλά ως συνολική εμπειρία: τον ήχο, τον παλμό, την κίνηση, μέχρι να ξεκουραστεί το βλέμμα στην ηρεμία του ορίζοντα.
Σε αυτή την ενότητα δούλεψα εντατικά την τεχνική, επιδιώκοντας μια πιο προσωπική, ανάγλυφη γραφή στην απόδοση της υφής. Είναι μια απαιτητική διαδικασία, αλλά θεμελιώδες στοιχείο της δουλειάς μου. Η πρόθεσή μου είναι να παρουσιάσω μια δική μου πρόταση στην τοπιογραφία. Βλέπω κομμάτια του εαυτού μου μέσα στα έργα — και ίσως γι’ αυτό κάποιες φορές αισθάνομαι πως λειτουργούν σχεδόν σαν αυτοπροσωπογραφίες.
INFO Έκθεσης
Μίλτος Γκολέμας, «Οροπέδιο» | Επιμέλεια: Χριστόφορος Μαρίνος | Γκαλερί Ζουμπουλάκη | Εγκαίνια: Πέμπτη 22/1, 18:00 με 21:00 | Διάρκεια έως 21/2



