Γράφει ο Κώστας Ευαγγελάτος,
Ζωγράφος, Λογοτέχνης, θεωρητικός της τέχνης
Ο Πωλ Σινιάκ / Paul Signac γεννήθηκε το 1863 στο Παρίσι. Προερχόταν από μια μεσοαστική παρισινή οικογένεια και πέρασε τα πρώτα του χρόνια στη Μονμάρτρη, σε ένα καλλιτεχνικά ακμάζον περιβάλλον. Όταν πέθανε ο πατέρας του, η μητέρα του μετακόμισε στο καινούργιο τότε προάστιο του Παρισιού, το Asnières. Η περιοχή όμως δεν άρεσε στον Σινιάκ που νοίκιασε δωμάτιο στη Μονμάρτρη. Έτσι μοίραζε τον χρόνο του μεταξύ του Asnières και του Παρισιού. Πάντως η φύση του Asnières τον ενέπνευσε για τα πρώιμα έργα του. Την ίδια περίοδο άρχισε να ασχολείται με την ιστιοπλοΐα. Το πρώτο σκάφος, που απέκτησε στα 16 του, ήταν ένα κανό, που ονόμασε «Μανέ, Ζολά, Βάγκνερ» από τα τρία είδωλά του στη ζωγραφική, στη λογοτεχνία και στη μουσική αντίστοιχα.

Στη Μονμάρτρη συναναστράφηκε με ανερχόμενους ζωγράφους και μπήκε σε λογοτεχνικούς κύκλους. Γνώρισε επίσης τους τεχνοκριτικούς Gustave Kahn και Félix Fénéon. Πολλοί από αυτούς έγιναν αργότερα ένθερμοι υποστηρικτές του έργου και της τεχνοτροπίας του. Οι πρώτοι πίνακες του Σινιάκ χρονολογούνται την περίοδο 1881-1882. Πέραν του ότι είχε λάβει κάποια στοιχειώδη δωρεάν εκπαίδευση στο στούντιο του ζωγράφου Émile Bin, ήταν ουσιαστικά αυτοδίδακτος. Στράφηκε με αφοσίωση στη μελέτη των πινάκων κορυφαίων ιμπρεσιονιστών, συμπεριλαμβανομένων των Μονέ, Μανέ και Ντεγκά.

Ένα από τα αγαπημένα του παραλιακά μέρη για ζωγραφική εκ του φυσικού ήταν το Port-en-Bessin. Μέχρι τότε είχε υιοθετήσει πλήρως το ιμπρεσιονιστικό στυλ, όπως το είχε αναδείξει τεχνοτροπικά ο Μονέ. Το 1884, στο πρώτο Salon des Artistes Indépendants, συναντήθηκε με τον Ζωρζ Σερά. Με τον Σερά έγιναν φίλοι, υποστήριζαν την χρωματική θεωρία του Michel-Eugène Chevreul καθώς και θεωρίες σχετικά με την οπτική, σε σχέση με την νέα αισθητική της τέχνης.

Ο όρος «νεοϊμπρεσιονισμός» προτάθηκε αρχικά από τον Γάλλο κριτικό τέχνης Félix Fénéon, ο οποίος θέλησε να κάνει τον συσχετισμό με το κίνημα του ιμπρεσιονισμού, τονίζοντας με το πρόθεμα «νεο-» τις διαφορές των δύο τάσεων. Ο όρος επικράτησε έναντι του χαρακτηρισμού «division» («διαίρεση» ή «ντιβιζιονισμός») που υπερασπιζόταν ο Σινιάκ, όπως και έναντι του «πουαντιγισμού», που είχε αρχίσει να εμφανίζεται στις εφημερίδες, αλλά κρίθηκε ακατάλληλος από τους καλλιτέχνες του κινήματος, καθώς περιέγραφε αποκλειστικά την στιγμογραφική διαδικασία. Το 1886 ο Σινιάκ γνωρίστηκε με τον Βαν Γκόγκ στο Παρίσι και οι δύο καλλιτέχνες ανέπτυξαν φιλική σχέση, πηγαίνοντας συχνά μαζί σε τοποθεσίες όπως το Asnières, για να ζωγραφίσουν τόσο εσωτερικούς χώρους, όσο και εξωτερικές σκηνές. Αργότερα ο Σινιάκ επισκέφθηκε τον Βαν Γκογκ στην Άρλ, που νοσηλευόταν μετά τον αυτοακρωτηριασμό του.

Ο πρόωρος θάνατος του πρωτεργάτη και θεμελιωτή του νεοϊμπρεσιονισμού Ζώρζ Σερά, το 1891 σε ηλικία 31 ετών, άνοιξε ένα δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο, μακριά από το Παρίσι, στις ακτές της Μεσογείου. Ο Σινιάκ, επικεφαλής πλέον της ομάδας των νεοιμπρεσιονιστών, την οδήγησε προς νέους ορίζοντες, τόσο γεωγραφικούς, όσο και καλλιτεχνικούς. Όπως διαπιστώθηκε και από τις σημαντικές εκθέσεις με έργα νεοιμπρεσιονιστών στο Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή ο Σινιάκ έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του πιστός στη νεοϊμπρεσιονιστική τεχνική.
Το νεοϊμπρεσιονιστικό στυλ του Σινιάκ στο φως της Μεσογείου είχε γίνει πιο εκφραστικό. Καθώς τα υλικά ζωγραφικής που ήθελε αργούσαν να φτάσουν από το Παρίσι, δοκίμασε την ακουαρέλα που του πρόσφερε μια ρευστότητα και ελευθερία, αμεσότερη από τη μέχρι τότε δουλειά του με τα λάδια. Ο Σινιάκ καταπιάστηκε με την ακουαρέλα μετά την προτροπή του Καμίλ Πισαρό. Αρχικά δυσκολεύτηκε πολύ να οικειοποιηθεί το μέσο, ωστόσο, μέσα από αυτή την τεχνική κατάφερε να απελευθερωθεί από τους καταναγκασμούς του ντιβιζιονισμού, να συλλάβει την στιγμή και όχι μόνο να την απαθανατίσει. Οι απελευθερωμένες ακουαρέλες του τον απομάκρυναν από τις ρεαλιστικές δεσμεύσεις. Επιδίωκε να τις εκθέτει μαζί με τις ελαιογραφίες του και έγιναν ελκυστικές για τους λάτρεις της ζωγραφικής.

Στην πορεία αποφάσισε ότι αυτός πλέον ήταν «ο τόπος του», και αγόρασε την έπαυλη La Hune. Σύντομα έγινε τόπος συνάντησης ζωγράφων που διερευνούσαν το χρώμα. Τα καλοκαίρια προσκαλούσε τους φίλους του στο Σεν-Τροπέ, αφού ήταν ο «φάρος» των νεοϊμπρεσιονιστών και ο θεωρητικός του κινήματος. Από το 1892 μέχρι το 1895 ο Σινιάκ ζωγράφιζε τις ομορφιές του Σεν-Τροπέ. Ζούσε σε έναν τόπο που τον μάγευε και τον ενέπνεε, σε ένα σπίτι που έσφυζε από ζωή, ανάμεσα σε καλλιτέχνες που δούλευαν τα καλοκαίρια μαζί του και εμπνέονταν από το δυνατό φως και την ειδυλλιακή φύση. Στο σπίτι του κατασκεύασε ένα μεγάλο στούντιο, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1898. Εκεί παρήγαγε μερικά από τα πιο πολύχρωμα και γνωστά έργα του στυλ του, ιδιαίτερα έργα με σκάφη, παραλίες και θαλασσινά τοπία, εντυπωσιακές συνθέσεις της πλούσιας παραγωγής του. Συνέχισε να ταξιδεύει με το μικρό του σκάφος σε όλα σχεδόν τα λιμάνια της Γαλλίας, στην Ολλανδία και γύρω από την Μεσόγειο μέχρι την Κωνσταντινούπολη, κάνοντας, πολύχρωμες ακουαρέλες εκ του φυσικού, σκιαγραφημένες γρήγορα, με ζωτική ατμόσφαιρα.

Ο έντονος ρυθμός της καλλιτεχνικής παραγωγής του δεν σταμάτησε καθώς μεγάλωνε. Στις πρώτες δεκατίες του 20ού αιώνα εξακολουθούσε να φιλοτεχνεί, ακουαρέλες, ελαιογραφίες και σχέδια. Το 1902 εξέθεσε πολλές ακουαρέλες στο Maison de l’ Art Nouveau, στο Παρίσι. Το 1915 πήγε στην Αντίμπ, όπου διορίστηκε Επίσημος Ναυτικός Ζωγράφος. Επίσης από το 1908 μέχρι τον θάνατό του από σηψαιμία το 1935 υπήρξε πρόεδρος των ανεξάρτητων καλλιτεχνών. Συνέβαλε καθοριστικά στην απαλλαγή των καλλιτεχνών και της εικαστικής έκφρασης από τις συμβάσεις που είχαν επιβληθεί από την Ακαδημία και τα Salons. Η καλλιτεχνική, ριζική καινοτομία που έφερε στη συνθετική ανάπλαση ο Σινιάκ είχε τεράστια επιρροή στους Ματίς και Ντερέν, τους κορυφαίους «φοβιστές», που εφάρμοσαν δυναμικά την χρήση φωτεινών, εκφραστικών χρωμάτων. Σύμφωνα με τον Σινιάκ «το να ζεις σήμαινε να ζωγραφίζεις και το να ζωγραφίζεις να ζεις».




