Γράφει ο Κώστας Ευαγγελάτος
Ο Πιέρ Πυβί ντε Σαβάν / Pierre Puvis de Chavannes γεννήθηκε το 1824 στη Λυών. Ήταν γιος μηχανικού ορυχείων και καταγόταν από παλιά ευγενή οικογένεια της Βουργουνδίας. Αργότερα πρόσθεσε στο όνομά του το προγονικό «ντε Σαβάν». Σπούδασε στο κολέγιο της Αμιένης και στο Λύκειο Ερρίκος Δ΄ στο Παρίσι, αποκτώντας πρότυπη κλασική μόρφωση. Σκόπευε να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του μέχρι που μια σοβαρή ασθένεια τον ανάγκασε, το 1844 και το 1845, να διακόψει τις σπουδές του.

Σε ένα ταξίδι του στην Ιταλία ανακάλυψε την καλλιτεχνική του κλίση και επιστρέφοντας στο Παρίσι το 1846, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να γίνει ζωγράφος. Δάσκαλοι του Πυβί ντε Σαβάν ήταν οι δόκιμοι κλασικιστές Ανρί Σεφέρ, ο Τομά Κουτύρ αλλά και ο κορυφαίος ρομαντικός Ευγένιος Ντελακρουά. Οι προσπάθειές του για έκθεση έργων του στο Σαλόν από το 1850 έως το 1859 ήταν αποτυχημένες, καθώς τα έργα του απορρίπτονταν από τις επιτροπές.
Έγιναν τελικά δεκτά από το 1859 και από το 1860 εξέθετε πλέον τακτικά στα Σαλόν του Παρισιού. Μερικά χρόνια αργότερα, όταν η κυβέρνηση της Γαλλίας απέκτησε ένα από τα έργα του, κέρδισε ευρεία αναγνώριση. Έγινε ο πρώτος πρόεδρος της Εθνικής Εταιρείας Καλών Τεχνών, που είχε ιδρυθεί το 1862, αποσχιζόμενη από το επίσημο Σαλόν, και αναβίωσε δυναμικά το 1890. Υπήρξε ο κυρίαρχος καλλιτεχνικός συνασπισμός εκείνη την εποχή και πραγματοποίησε εκθέσεις σύγχρονης τέχνης με έργα που επιλέγονταν από κριτική επιτροπή που απαρτιζόταν από τα στελέχη της Εταιρείας.

Η προσωπική ζωή του ήταν συνυφασμένη με τις αισθητικές επιλογές του. Στη Μονμάρτρη, είχε αναπτύξει έντονη ερωτική σχέση με ένα από τα μοντέλα του, τη Σουζάν Βαλαντόν. Η Βαλαντόν έγινε στη συνέχεια μια από τις κορυφαίες και τολμηρές ζωγράφους της εποχής σοκάροντας με τα κολοριστικά, εκφραστικά γυμνά της. Υπήρξε η μητέρα, δασκάλα και μέντορας του διάσημου πριμιτίφ ζωγράφου της Μονμάρτρης Μωρίς Ουτριλό. Από το 1856 ο Πυβί ντε Σαβάν είχε σχέση με τη Ρουμάνα πριγκίπισσα Μαρία Καντακουζηνού. Το ζευγάρι έζησε μαζί επί 40 χρόνια και παντρεύτηκαν λίγο πριν τον θάνατο τους το 1898.

Ο Πυβί ντε Σαβάν φιλοτέχνησε αλληγορικούς πίνακες και συνθέσεις παρνασσιστικών θεμάτων σε τεράστιους καμβάδες για τους τοίχους δημαρχείων, της Σορβόννης και πολλών άλλων δημόσιων κτηρίων σε όλη τη Γαλλία. Δεν εργαζόταν με την τεχνική της νωπογραφίας, αλλά ζωγράφιζε τα έργα του σε μεγάλους καμβάδες, τους οποίους ενσωμάτωνε μετά στους τοίχους.
Η επιρροή του Τζόττο και του Φρα Ατζέλικο είναι εμφανής στην εκφραστική του απλότητα, τη χάρη και την διαυγή πνευματικότητα. Ανέπτυξε μία τεχνοτροπία που χαρακτηρίζεται από απλοποιημένες φόρμες, ρυθμική γραμμή και ρευστά περιγράμματα με εξιδανικεύσεις θεμάτων από την Αρχαιότητα. Έχοντας αφομοιώσει τις προτροπές της ομάδας των Παρνασσιστών έδωσε μεγάλη σημασία στην τεχνική και την απόδοση του κάλλους.

Το 1861 ξεκίνησε μια σημαντική σειρά έργων ζωγραφικής που έγινε μέρος του διακοσμητικού σχεδίου, που ολοκληρώθηκε το 1882, για το μουσείο της Αμιένης. Μεταξύ των άλλων σημαντικών παραγγελιών που ανέλαβε είναι μια σειρά από διακοσμητικές συνθέσεις στο Πάνθεον του Παρισιού, που απεικονίζουν τη ζωή της Αγίας Ζενεβιέβ, που άρχισε το 1876 και ολοκληρώθηκε από τους μαθητές του μετά το θάνατό του.
Άλλες σημαντικές τοιχογραφίες του στο Παρίσι βρίσκονται στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης, στο Μεγάλο Αμφιθέατρο της Σχολής Γραμμάτων και Ανθρωπιστικών Επιστημών, που ζωγράφισε το 1887- 89 και στο Δημαρχείο του Παρισιού που ολοκληρώθηκε το 1893. Ζωγράφισε επίσης την σκάλα της Δημόσιας Βιβλιοθήκης στη Βοστώνη των ΗΠΑ από το 1894 έως το 1898. Ο Πιέρ Πυβί ντε Σαβάν πέθανε στο Παρίσι το 1898.

Θεωρείται βασικός πρόδρομος και σημαντικός εκπρόσωποςτου εικαστικού συμβολισμού του 19ου αιώνα στη Γαλλία μαζί με τον Γκουσταβ Μορώ και τον Οντιλόν Ρεντόν. Η εκφραστική συμβολιστική του τεχνοτροπία έχει σε μεγάλο βαθμό συγγένεια με τις απόψεις των Παρνασσιστών που έδρασαν στο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό προσκήνιο του Παρισιού από τα μέσα μέχρι και την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα με βασικές αισθητικές αξίες την ανάδειξη του κάλλους, την τελειότητα της φόρμας, την έμπνευση από την ελληνορωμαική καθώς και ινδική αρχαιότητα.
Διακρίθηκαν για την προσοχή τους στην τελειότητα στην τεχνική απόδοση των συνθέσεων τους, η οποία όμως απέπνεε και ένα είδος ψυχρότητας. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, ποιητή και δημοσιογράφο Θεόφιλο Γκωτιέ, γενάρχη του κινήματος, υιοθέτησαν το δόγμα «η τέχνη για την τέχνη». Ο Σαβάν όπως ο Μορώ και ο Ρεντόν δεν ακολούθησε αυτή την αποστασιοποιημένη, ψυχρή και απαθή εκφραστική τους.

Ο όρος συμβολισμός διατυπώθηκε αρχικά σε μανιφέστο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Figaro από τον ελληνικής καταγωγής ποιητή Ζαν Μωρεάς το 1880. Η τάση θεμελιώθηκε στις προτροπές του ποιητή Αλμπέρ Ωριέ που διατύπωσε τις αρχές του για την έκφραση ιδεατών συμβολικών μορφών, με κατανοητό και διακοσμητικό τρόπο.
Το έργο του Πυβί ντε Σαβάν περιλαμβάνει πίνακες ζωγραφικής και μεγάλες διακοσμητικές συνθέσεις τοιχογραφιών για δημόσια κτήρια. Ήταν ωστόσο ο Σαβάν σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητος δημιουργός που επιλεκτικά οικειοποιήθηκε ιδέες από καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής του. θαυμάστηκε πολύ για την εκλεπτυσμένη ατμόσφαιρα των συνθέσεων του από κριτικούς, μεταξύ των οποίων ο Σαρλ Μπωντλαίρ και ο Τεοφίλ Γκωτιέ. Ο Εμίλ Ζολά επίσης εντυπωσιάστηκε από την λογική αρμονία των συνθέσεων του.

Ο Πυβί ντε Σαβάν, υπήρξε εκφραστής της συντηρητικής κίνησης, η οποία αντέκρουσε τόσο τον ακμάζοντα κοινωνικό και κριτικό ρεαλισμό των Μιλέ, Ντωμιέ, Κουρμπέ, όσο και τις εκφραστικές υπερβολές του συναισθηματικού ρομαντισμού, επιλέγοντας θεματογραφία γεμάτη συμβολικές και λογοτεχνικές κλασικιστικές ή θρησκευτικές αναφορές.
Η τέχνη του αποτέλεσε σημείο αναφοράς για όλους τους μεταγενέστερους συμβολιστές καλλιτέχνες, όπως ο Σερά, ο Γκωγκέν, ο Σερυζιέ κ.α καθώς και πολλούς σημαντικούς σύγχρονους του λογοτέχνες και στοχαστές.




