Γράφει ο Κώστας Ευαγγελάτος
Ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ / David Hockney γεννήθηκε στην Bόρεια Αγγλία, στην βιομηχανική πόλη Μπράντφορντ το 1937. Από μικρή ηλικία ασχολήθηκε με την τέχνη και στη Σχολή Καλών Τεχνών μελέτησε ανατομία και προοπτική της παραδοσιακής ζωγραφικής με έμφαση στο σχέδιο. Επιμελής και παραγωγικός δούλευε συνεχώς με βασική του εντρύφηση στην διερεύνηση των τεχνικών. Το 1957 κλήθηκε στον στρατό, αλλά δήλωσε αντιρρησίας συνείδησης και τελικά υπηρέτησε ως νοσοκομειακός βοηθός.

Το 1959 συνέχισε τις σπουδές του στο Royal College of Art στο Λονδίνο και διδάχτηκε από καλλιτέχνες, όπως οι Ρότζερ ντε Γκρέι και Σέρι Ρίτσαρντς. Το 1963 εξέθεσε για πρώτη φορά στην γκαλερί του Τζον Κάσμιν κι ένα χρόνο αργότερα ταξίδεψε στο Λος Άντζελες, όπου γνώρισε γνωστές προσωπικότητες της τέχνης και της κοινωνικής ζωής, συμπεριλαμβανομένων του Κρίστοφερ Ίσεργουντ και του σχεδιαστή Όσι Κλαρκ. Τα επόμενα χρόνια, διέμεινε σχεδόν μόνιμα στην Καλιφόρνια, διδάσκοντας σε μεγάλα Πανεπιστήμια όπως το Berkeley και το UCLA, ενώ ταξίδευε διαρκώς στην Αμερική και την Ευρώπη.
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ζωγράφισε μερικά από τα πιο γνωστά έργα του, συμπεριλαμβανομένου του «A Bigger Splash», 1967. Ενώ άρχισε να σχεδιάζει σκηνικά για το μπαλέτο, την όπερα και το θέατρο. Η φιλία του τυπογράφου Μορίς Πέιν με τον Χόκνεϊ ξεκίνησε στο Λονδίνο όταν δούλεψαν μαζί για την μνημειώδη έκδοση: Illustrations from Fourteen Poems από τον CP Cavafy, 1967. Ο Πέιν είχε επίσης στούντιο εκτυπώσεων στο Λος Άντζελες και συνεργάστηκαν με τον Χόκνεϊ σε πολλά καινοτόμα έργα του, πειραματιζόμενοι με νέες τεχνικές και ασυνήθιστα εργαλεία. Στη δεκαετία του 1980 έκανε μια σειρά έργων με μηχανές Polaroids για να δημιουργήσει ένα πορτραίτο ανανεώνοντας την έννοια του κυβισμού, στον οποίο το αισθητικό αντικείμενο προσλαμβάνεται ταυτόχρονα από διάφορες απόψεις. Έφτιαξε έτσι ασύνδετα πορτρέτα και τοπία που ταξίδευαν στον χρόνο και στον χώρο. Πειραματίστηκε επίσης με φαξ και φωτοτυπικά μηχανήματα. Δεκαετίες αργότερα, όταν κυκλοφόρησαν τα iPad, τα χρησιμοποίησε κι αυτά για να κάνει τέχνη.

Ο Χόκνεϊ μετακόμισε στο Λος Άντζελες το 1964, όπου εμπνεύστηκε τις πολύχρωμες, αστικές σκηνές του, που ζωγράφισε χρησιμοποιώντας ακρυλικά, ένα σχετικά νέο είδος χρώματος εκείνη την εποχή. Στην Καλιφόρνια τον γοήτευσε το κλίμα της πειραματισμού, της εξερεύνησης και της εικονοκλασίας. Σε μια εποχή όπου η ομοφυλοφιλία ήταν ακόμα παράνομη στις Η.Π.Α. και την Βρετανία, οι ομοερωτικές σχέσεις του και η χρήση ναρκωτικών, προσέλκυσαν την προσοχή των Μ.Μ.Ε.
Ξεκίνησε μια ερωτική σχέση με τον Πίτερ Σλέσινγκερ, που συχνά του πόζαρε ως μοντέλο. Το 1973 μετακόμισε στο Παρίσι όπου παρέμεινε μία διετία και τότε εδραιώθηκε η φήμη του. Η κρίση του AIDS άλλαξε τον κόσμο της τέχνης για πάντα και είχε όπως ήταν επόμενο βαθιά επίδραση και στον Χόκνεϊ. Το 1988 απειλούσε να ακυρώσει την αναδρομική του έκθεση στην Tate Gallery του Λονδίνου, ως διαμαρτυρία για την προτεινόμενη αντιομοφυλοφυλική νομοθεσία που είχε προταθεί να ψηφιστεί στην Βρετανία. Η δεκαετία του 1990 ήταν μια πολύ παραγωγική περίοδος για τον καλλιτέχνη, με έναν τεράστιο αριθμό αναδρομικών εκθέσεων σε όλο τον κόσμο και μία συντροφική σχέση, με τον Τζον Φίτζερμπερτ, πρώην σεφ, που κράτησε 25 χρόνια. Ένα από τα πιο σημαντικά μεγάλης κλίμακας έργα του, το «A Closer Grand Canyon», ολοκληρώθηκε το 1998. Την ίδια εποχή δημιουργεί νέα φωτογραφικά κολλάζ, σκηνικά όπερας, σχέδια φαξ. Ασχολείται επίσης με την μελέτη της καλλιτεχνικής ιστορίας των οπτικών συσκευών, των παλιών δασκάλων της τέχνης.

Την περίοδο 2000-01 διεξήγαγε έρευνα κι έγραψε ένα βιβλίο για τους ζωγράφους της Αναγέννησης, αναπτύσσοντας την αμφιλεγόμενη θεωρία, ότι χρησιμοποίησαν ένα είδος φωτογραφικής μηχανής, πολύ νωρίτερα από ό,τι πιστευόταν. Για την έρευνά του, συγκέντρωσε φωτοαντίγραφα έργων από την βυζαντινή τέχνη έως και τον Βαν Γκογκ σε έναν τεράστιο τοίχο στο στούντιό του στο Λος Άντζελες. Το 2012 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο το οποίο για ένα διάστημα επηρέασε την ομιλία του. Λίγους μήνες αργότερα, ένας βοηθός του, ο Ντόμινικ Έλιοτ, πέθανε στο σπίτι του από υπερβολική δόση ναρκωτικών. Είχε σχέση με τον πρώην σύντροφο του, που ακόμα κατοικούσε μαζί τους. Στην δικαστική έρευνα κλήθηκε να καταθέσει αποδείξεις ότι δεν επρόκειτο για δολοφονία.

Στην αρχή της πανδημίας του COVID-19 ταξίδεψε στη Γαλλία, με την πρόθεση να αποτυπώσει την έλευση της άνοιξης χρησιμοποιώντας ένα ipad, συνεχίζοντας τους πειραματισμούς που ξεκίνησε το 2010. Πέρασε τις ημέρες του, εξετάζοντας και καταγράφοντας τις διακριτικές, καθημερινές αλλαγές στα φυτά και το φως. Αυτή η προσέγγιση ήταν ιδιαίτερα κατάλληλη για την προσπάθειά του λόγω των συνδέσεων της Νορμανδίας με την αρχή του Ιμπρεσιονισμού. Στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Τόκιο παρουσιάστηκε μία μεγάλη αναδρομική του έκθεση. Ο Χόκνεϊ, είχε δηλώσει στους «Times»: «Δεν με νοιάζει τι λένε οι κριτικοί για μένα».

Ήδη από την δεκαετία του 1980 με είχαν γοητεύσει οι εκδόσεις τέχνης και οι φωτογραφίες του Χόκνευ, που είχα δει σε εκθέσεις και εκδόσεις. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή, μέσα στην μεγάλη της απλότητα, είναι και η σκηνογραφική του δουλειά για σπουδαίες παραστάσεις. Το 1984, σπουδαστής στη Νέα Υόρκη είδα το ευρηματικά μινιμαλιστικό σκηνικό του στην ΜΕΤ, στο ανέβασμα του οπερατικού ορατορίου του Ιγκόρ Στραβίνσκυ «OIDIPPUS REX». Ο Χόκνεϊ με τις βιωματικά αστικές εικόνες του και το ενσυνείδητο ναίφ ύφος του όπως και άλλοι καλλιτέχνες της Pop Art, αναζωογονεί ανά τον κόσμο την παραστατική ζωγραφική με ένα στυλ που απορρέει από την εικαστική γλώσσα της διαφήμισης. Αυτό που τον διαφοροποιεί όμως, είναι η εμμονή του με τον Κυβισμό, τις συλλήψεις και τεμαχίσεις φωτογραφικών σωμάτων στο χώρο. Συνδυάζει διάφορες σκηνές για να δημιουργήσει ένα σύνθετο οπτικό αποτέλεσμα, επιλέγοντας περίπλοκους χώρους, όπου η αντίληψη του βάθους είναι ήδη μια νοητική πρόκληση.




