Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη
Ο Τάσος Δήμος, σε αναδρομική έκθεση που παρουσιάζεται από τη Sotiropoulos Art Gallery με τίτλο «Τάσος Δήμος | Μικρή αναδρομή», προσφέρει μια συνοπτική αλλά ουσιαστική επισκόπηση της ζωγραφικής του διαδρομής, παραμένοντας από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 έως σήμερα σταθερά προσηλωμένος στην εσωτερική αλήθεια της εικόνας.
Η ζωγραφική του Τάσου Δήμου αναπτύσσεται ως πεδίο συναισθηματικής έντασης και υπαρξιακού στοχασμού, κινούμενη κυκλικά ανάμεσα στην ανθρώπινη μορφή και το τοπίο. Μέσα από χειρονομιακή γραφή, αφαιρετικές μορφές και χώρους ακαθόριστους, ο καλλιτέχνης μετατρέπει τη ζωγραφική πράξη σε μέσο ενσυναίσθησης και βιωματικής αφήγησης.
Επηρεασμένος τόσο από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό όσο και από τις εμπειρίες του τόπου και του ταξιδιού, ο Δήμος οικοδομεί έναν προσωπικό εικαστικό κόσμο, όπου το τοπίο λειτουργεί ως ψυχικός χώρος και η ανθρώπινη παρουσία —είτε εμφανής είτε υπαινικτική— παραμένει κεντρική. Η παρούσα έκθεση φωτίζει αυτή τη διαδρομή ως μια συνεχή, ειλικρινή αναμέτρηση με τον άνθρωπο και τη σχέση του με τον κόσμο.

-Τάσο, ο τίτλος «Μικρή αναδρομή» τι σημαίνει για εσάς; Πρόκειται για μια προσωπική «αποτίμηση» ή για μια επιμελητική σύνοψη της διαδρομής σας;
-Σκέφτηκα αυτόν τον τίτλο, αλλά είχα και έναν εναλλακτικό στο μυαλό μου —«Tempus fugit», το λατινικό ρητό που σημαίνει «ο χρόνος φεύγει» ή «πετάει». Κάθε αναδρομή ενός καλλιτέχνη στα παλαιότερα έργα του είναι μία ενδοσκόπηση και μία αποτίμηση.
Όμως, εδώ, θέλησα απλά να επιλέξω μια σειρά από αγαπημένα μου έργα, από διάφορες περιόδους της δουλειάς μου. Δεν θα τολμούσα να πω ότι η συγκεκριμένη έκθεση είναι ακριβώς «αναδρομική», γιατί όταν χρησιμοποιούμε αυτή τη λέξη στο μυαλό μας έρχονται μεγάλες εκθέσεις σε διεθνή ιδρύματα και γκαλερί, κάτι το οποίο δεν νομίζω πως είμαι ακόμα έτοιμος να κάνω.
Πρόκειται, ωστόσο, για μια «αναδρομή». Σίγουρα υπήρξε επιμέλεια, τόσο από εμένα, όσο και από τον επιμελητή της έκθεσης, τον Φώτη Σωτηρόπουλο. Είναι, θα λέγαμε, μια σύντομη «ματιά» στο παρελθόν, χωρίς αυτό να έχει απαραίτητα νοσταλγική χροιά. Άλλωστε, πρέπει κανείς να μπορεί να κοιτάξει πίσω του χωρίς φόβο, ούτως ώστε να μπορέσει να προχωρήσει μπροστά.

-Από την πρώτη σας έκθεση το 1989 έως σήμερα, ποιο θεωρείτε ότι είναι το σταθερό νήμα που διαπερνά το έργο σας;
-Αν υπάρχει κάποιο νήμα, θα ήθελα να αφήσω τον θεατή να το ανακαλύψει. Εγώ βλέπω περισσότερο μια πορεία, από τα σκοτεινά και συνήθως αφηρημένα έργα που έκανα ακριβώς μετά την Σχολή, σε πιο φωτεινά, λιγότερο «φορτωμένα» και με μεγαλύτερη παρουσία της ανθρώπινης φιγούρας καμβάδες. Πρόκειται για ένα εσωτερικό ταξίδι, όσο άλλωστε είναι και εξωτερικό, από τον θυμό και τις συναισθηματικές διακυμάνσεις της νιότης, στην σιγουριά και τον σταθερό βηματισμό της ωρίμανσης.
Τα έργα μου από την περίοδο του 2000 είχαν πολύ μικρή σχέση με εκείνα που έκανα στις αρχές της καριέρας μου. Σήμερα, η απόσταση φαίνεται, παραδόξως, να έχει μικρύνει, σαν να έχει γίνει μια κυκλική πορεία, η οποία ωστόσο εμπερικλείει και τα έργα της μέσης περιόδου. Για εμένα είναι ένα ταξίδι που συνεχίζεται χωρίς σταματημό.

-Συχνά γίνεται λόγος για τη «συναισθηματική αλήθεια» της ζωγραφικής σας. Πώς ορίζετε εσείς αυτή την αλήθεια μέσα στην πράξη της δημιουργίας;
-Καθώς, από τα χρόνια της Σχολής Καλών Τεχνών ακόμα, υπήρξα πολύ επηρεασμένος από τα κινήματα του Ιμπρεσιονισμού και του Εξπρεσιονισμού, εκείνο που ήθελα να αναδείξω μέσα από τα έργα μου ήταν μία «συναισθηματική» και όχι μία «ρεαλιστική» απεικόνιση της πραγματικότητας. Ένας πίνακας είναι πάντα ένας μικρός καθρέφτης του δημιουργού του. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως δεν αντλεί κανείς πράγματα από το περιβάλλον και τους ανθρώπους γύρω του. Όταν μια εποχή είναι δύσκολη και ο κόσμος έχει προβλήματα επιβίωσης, κλπ. είναι αδύνατον η ζωγραφική να μην επηρεαστεί από αυτό. Εκτός, όμως, από καθρέφτης, η Τέχνη είναι και μια πρόταση.
Προσωπικά, αποφεύγω να κάνω πολύ σκοτεινά έργα. Είναι κάτι το οποίο δεν επιλέγω ούτε για τον ίδιο μου τον εαυτό. Άλλωστε, πως μπορεί κανείς να ξεπεράσει μια δύσκολη κατάσταση αν τον πάρει από κάτω; Πρέπει η ζωγραφική να είναι πηγή αισιοδοξίας. Αυτό το υποστηρίζω με όλα μου τα έργα, από τα πρώιμα μέχρι τα σημερινά.

-Στο έργο σας η ανθρώπινη μορφή και το τοπίο επανέρχονται κυκλικά. Είναι δύο διαφορετικές ενότητες ή δύο όψεις της ίδιας υπαρξιακής αναζήτησης;
-Οι πίνακές μου λειτουργούν σχεδόν πάντα σαν το «πεδίο όρασης» του θεατή. Ακόμα και τα αφηρημένα έργα μου είναι τοπία στην πραγματικότητα, όμως μπορεί να είναι τυλιγμένα στο σκοτάδι ή μέσα σε ένα όνειρο. Όταν μια φιγούρα εμφανίζεται στο έργο, είναι σαν ο θεατής να παρατηρεί τους ανθρώπους γύρω του. Με αυτό το σκεπτικό εισήγαγα την φιγούρα στη ζωγραφική μου. Όντας μέρος μιας κοινωνίας δεν είναι δυνατό να βλέπει κανείς μόνο τοπία με θάλασσες ή βουνά. Κάποτε, το βλέμμα του θα πέσει σε μια γυναικεία ή μια αντρική φιγούρα και κάποτε θα δει τα παιδιά να παίζουν, ή έναν μικρό ζώο, όπως έναν σκύλο ή μια γάτα και τον τρόπο με τον οποίο αυτά συμπεριφέρονται στον χώρο.
Τα έργα μου προσφέρουν μικρές «ματιές» στο φυσικό τοπίο. Ίσως να πρόκειται για μια υπαρξιακή αναζήτησή μου, αλλά η βάση από την οποία ξεκινάω να ζωγραφίζω είναι πολύ πιο απλή.
–Η χειρονομιακή γραφή και η αίσθηση της αυτόματης κίνησης είναι έντονες στη ζωγραφική σας. Πόσο χώρο αφήνετε στον αυθορμητισμό και πόσο στον προσχεδιασμό;
-Ο προσχεδιασμός βοηθάει σε κάποιες περιπτώσεις, ειδικά όταν πρόκειται για ένα σύνθετο και ιδίως ένα ανθρωπογενές τοπίο, όπως ένα κτήριο ή ακόμα περισσότερο μια γωνιά της πόλης. Τα πρώτα χρόνια, χρησιμοποίησα τον προσχεδιασμό και για να αποτυπώσω τα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου προσώπου. Τώρα πια, βασίζομαι πολύ περισσότερο στην ελεύθερη πινελιά, τόσο για τα τοπία, όσο και για τις φιγούρες μου.
Νιώθω πως η ελευθερία της αφηρημένης πινελιάς μου τραβάει περισσότερο το ενδιαφέρον από ένα «στημένο» θέμα. Αν, λοιπόν, θα έπρεπε να διαλέξω, θα έλεγα πως προτιμώ την «ελεύθερη» ή την «αυτόματη» γραφή. Όμως και τα δύο είναι χρήσιμα, ανάλογα το αποτέλεσμα που θέλει κανείς να πετύχει.

-Από το 2000 και έπειτα παρατηρούμε ολιγοχρωματικές συνθέσεις, με κυριαρχία λευκών, γκρίζων και μαύρων τόνων. Ήταν μια συνειδητή επιλογή απογύμνωσης της εικόνας;
-Σίγουρα ήταν μια συνειδητή επιλογή. Από μια πανδαισία έντονων χρωμάτων που διακρίνει τα πρώιμα έργα μου —με κάποιες ιδιαίτερες αδυναμίες, όπως το τιρκουάζ και την ώχρα ή το πορτοκαλί— σιγά-σιγά άρχισα να αφαιρώ, μέχρι που το φόντο παρέμεινε σχεδόν «γυμνό» από χρώμα και οι φιγούρες, που πλέον είχαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στα έργα μου, αποτυπώνονταν μέσα από τα απολύτως απαραίτητα χαρακτηριστικά τους. Δεν έφτασα ακριβώς σε αυτό που λέμε «μινιμαλισμό». Ήταν σαν να σταμάτησα λίγο πριν. Δεν έχει νόημα για εμένα, εικαστικά μιλώντας, να αποτυπώνεται κάτι τόσο σύνθετο όσο μια ανθρώπινη ύπαρξη ως μια γραμμή ή μια τελεία. Ίσως αυτό να χρειάζεται ένα επίπεδο κυνισμού το οποίο δεν διαθέτω.
Μετά από ένα σημείο, εισήγαγα ξανά το χρώμα, κρατώντας όμως τις νέες αυτές φόρμες που είχα ανακαλύψει. Το χρώμα, έτσι, άρχισε να συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένα σημεία της σύνθεσης, συχνά με έντονα συμβολικό χαρακτήρα. Υπάρχουν έργα, για παράδειγμα, όπου μια παιδική ασπρόμαυρη φιγούρα αντιπαραβάλλεται με ένα έντονο κόκκινο.
-Τα έργα με τη μητέρα και το παιδί φέρουν μια ιδιαίτερη συγκινησιακή ένταση. Σε ποιο βαθμό αντλούν από προσωπικά βιώματα;
-Πολλά από τα έργα που έκανα μεταξύ των ετών 2000 και 2010 βασίζονται σε προσωπικά μου βιώματα. Όταν τα παιδιά μου άρχισαν να μεγαλώνουν, θέλησα να τα προσθέσω και αυτά μέσα στο έργο μου, σαν ένα σημαντικό μέρος της καθημερινότητάς μου. Η μητρική φιγούρα ήταν πάλι κάτι το οποίο έβλεπα —την σύζυγό μου που φρόντιζε τα παιδιά και τα μεγάλωνε με τον τρόπο που μόνο μια γυναίκα γνωρίζει. Υπάρχει συγκινησιακή ένταση, όμως εγώ δεν το έβλεπα ακριβώς με αυτόν τον τρόπο τότε. Άλλωστε, υπάρχει και κάτι το αρχέγονο στη σχέση μιας μητέρας με τα παιδιά της.
Όσον αφορά εμένα, ήταν απλά το βίωμά μου και είχα μεγάλο ενθουσιασμό στο να το προσθέσω και αυτό σε κάτι το οποίο αγαπούσα εξίσου —τη ζωγραφική μου. Ίσως σήμερα, βλέποντας αναδρομικά αυτή την περίοδο της καριέρας μου, να καταλαβαίνω καλύτερα αυτό που περιγράφετε.

-Η μαθητεία σας στην Hochschule der Künste του Βερολίνου και η επαφή με τον γερμανικό εξπρεσιονισμό πώς επηρέασαν τη χρωματική και μορφολογική σας εξέλιξη;
–Οι μεταπτυχιακές σπουδές μου στην HdK ήταν για εμένα μια μικρή αποκάλυψη. Δεν ήταν μόνο τα όσα έμαθα κοντά στον δάσκαλο Marwan Kassab-Bachi, τα οποία δεν θα ξεχάσω ποτέ, αλλά και τα όσα είδα στα μεγάλα μουσεία του Βερολίνου.
Για πρώτη φορά, είχα την δυνατότητα να δω από κοντά αναγεννησιακά αριστουργήματα, αλλά και σημαντικά έργα των Γερμανών Εξπρεσιονιστών τα οποία με είχαν ήδη συνεπάρει από τα βιβλία της Σχολής, όμως από κοντά ήταν το κάτι άλλο. Βλέποντας από κοντά ένα έργο, μπορείς σχεδόν να νιώσεις αυτό που ένιωθε ο καλλιτέχνης όταν το δημιουργούσε. Έρχεται κανείς σε επαφή με την «γλώσσα της ζωγραφικής», που από την μία είναι διεθνής και από την άλλη διαχρονική. Ήταν οπωσδήποτε μία από τις σημαντικότερες εμπειρίες της πρώιμης καριέρας μου στα εικαστικά.

-Στα μεταγενέστερα έργα σας, επηρεασμένα από τα Ιωάννινα και τη Σαντορίνη, διακρίνεται μια πιο ιμπρεσιονιστική διάθεση. Πρόκειται για στροφή ή για μια φυσική εξέλιξη της ζωγραφικής σας γλώσσας;
-Δεν θα έλεγα πως τα έργα με θέμα συγκεκριμένα και αναγνωρίσιμα τοπία είναι πιο ιμπρεσιονιστικά από τα παλαιότερά μου. Αν υπάρχει μια στροφή εδώ, είναι στο να ζωγραφίζω τοπόσημα, κάτι το οποίο αποτελεί (σχεδόν) μια σειρά έργων που έχουν αρχίσει να «ξεφυτρώνουν» τα τελευταία χρόνια. Στην αρχή δεν ήταν ακριβώς συνειδητή επιλογή, όμως μου φάνηκε ενδιαφέρουσα η πρόκληση να ζωγραφίσω τοπία, όπως την λίμνη Παμβώτιδα ή τα γραφικά σπίτια της Σαντορίνης, που το κοινό αναγνωρίζει αμέσως. Δεν θέλω να υπεραναλύσω τους λόγους αυτής της αλλαγής στη θεματολογία, όμως ζωγραφικά μιλώντας είναι μια εξέλιξη φυσική και όχι κάτι το βεβιασμένο.
-Έχετε περιγράψει τον κόσμο σας ως ιδωμένο μέσα από μια «σπηλιά». Τι συμβολίζει αυτή η εικόνα για εσάς;
-Υπάρχουν εδώ προεκτάσεις σε φιλοσοφίες και διαβάσματα, όπως τον Πλάτωνα ή τον Νίτσε, που με συνεπήραν κατά τα χρόνια της Σχολής. Νομίζω, ωστόσο, πως η «σπηλιά» την οποία αναφέρετε είναι μια εσωστρέφεια από την οποία προέρχομαι, τόσο λόγω χαρακτήρα, όσο και εξαιτίας των βιωμάτων μου.
Σταδιακά, βγήκα μέσα από αυτή την «σπηλιά» ή «μήτρα», χάρη στη ζωγραφική μου. Έχοντας αυτή την ιμπρεσιονιστική διάθεση, θέλω ίσως να δείξω και στον θεατή έναν τρόπο να βγει από το δικό του «κουκούλι» και ελεύθερος πια, να αποδείξει την πραγματική του αξία. Δεν υπάρχει διδακτική διάθεση στο έργο μου, όμως σε κάθε περίπτωση είμαι υπέρμαχος της ατομικής ελευθερίας.

–Αν έπρεπε να συνοψίσετε τη ζωγραφική σας σε μία έννοια, ποια θα ήταν αυτή — και γιατί;
-Με μία λέξη, η ζωγραφική μου είναι ένα «ταξίδι». Είτε πρόκειται για την πορεία από την εσωστρέφεια προς την εξωστρέφεια, είτε από το εφηβικό «angst» στην σιγουριά της ωριμότητας, εκείνο που έχει την πραγματική σημασία είναι, όπως έλεγε και ο Καβάφης στην «Ιθάκη», το «ταξίδι».
Η ζωγραφική μου είναι μία πορεία, αλλά και μία αναζήτηση ταυτόχρονα. Δεν υπάρχουν βεβαιότητες στο ταξίδι της ζωής ενός ανθρώπου και το ίδιο θα έπρεπε να συμβαίνει και στην Τέχνη. Δεν καταλαβαίνω τους καλλιτέχνες που έχουν αυστηρές «ατζέντες». Πρέπει το ταξίδι του καθενός να είναι ξεχωριστό και γεμάτο εκπλήξεις. Έτσι μόνο, άλλωστε, έχει κάποιο νόημα.
Ταυτότητα Εκδήλωσης:
ΕΓΚΑΙΝΙΑ: Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026 | ώρα 19:00
ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΚΘΕΣΗΣ: 10|02|2026- 26|02|2026
ΩΡΕΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ: Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή: 11:00 -20:30
Τετάρτη, Σάββατο: 10:00 -15:00
ΤΟΠΟΘΕΣΙΑ: Sotiropoulos Art Gallery |Μαυρομιχάλη 3 & Ακαδημίας – Αθήνα Τ.Κ. 106 79, Πανεπιστήμιο



