Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη
Η συνέντευξη με την Τζούλια Ανδρειάδου, μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της ελληνικής εικαστικής σκηνής, αποτυπώνει με ενάργεια την πολυδιάστατη προσέγγιση της καλλιτέχνιδας στην τέχνη, την κοινωνία και τις εξελίξεις του κόσμου γύρω της.
Η Ανδρειάδου είναι μία από εκείνες τις φυσιογνωμίες που δεν περιορίζονται σε μία μόνο κατηγορία δημιουργίας, με την πορεία της να εκτείνεται από τη ζωγραφική και την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων, έως τη συμμετοχή στον κινηματογράφο ως μακιγιέζ. Μέσα από την καλλιτεχνική της ματιά, αναδεικνύει την έντονη κοινωνική παρατήρηση και την αφηγηματική δύναμη, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί ένα προσωπικό πορτραίτο του αστικού τοπίου.
Η συζήτησή μας δεν περιορίζεται μόνο στο έργο της, αλλά επεκτείνεται και στη σχέση της τέχνης με τον κόσμο των νέων μέσων, την ψηφιακή τέχνη, την κοινωνική πολιτική και ταυτόχρονα στις δυσκολίες και τις αντιφάσεις του σύγχρονου εικαστικού πεδίου.
Η Τζούλια Ανδρειάδου, με την πλούσια εμπειρία και τη βαθιά κατανόηση των μεταμορφώσεων που διέρχεται η τέχνη, καταθέτει μια κριτική ματιά στην υπερπληθώρα καλλιτεχνικών έργων και καλλιτεχνών, προειδοποιώντας για τους κινδύνους της επιφανειακής αντίληψης που επικρατεί στο διαδίκτυο και στην κοινωνία. Στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, αναγνωρίζει τη δύναμη των νέων μέσων αλλά ταυτόχρονα και την ανάγκη για μία πιο ουσιαστική και ζωντανή επικοινωνία με το κοινό.
Αυτή η συνέντευξη είναι το β΄μέρος της συνομιλίας μας και αποτελεί μία πρόσκληση για μια βαθύτερη ανασκόπηση της τέχνης ως αναγκαίου πεδίου έκφρασης, τόσο για τον καλλιτέχνη όσο και για τον θεατή, στο πλαίσιο των ραγδαίων αλλαγών που βιώνει η κοινωνία μας.
–Κυρία Ανδρειάδου, η τεχνολογία και τα νέα μέσα, όπως η ψηφιακή τέχνη και οι εγκαταστάσεις, έχουν αναδειχθεί ως ισχυρά εργαλεία για τους σύγχρονους καλλιτέχνες.
Ποιες είναι οι δικές σας σκέψεις σχετικά με τη χρήση αυτών των μέσων στην ελληνική σκηνή; Είναι κάτι που θα θέλατε να εξερευνήσετε εάν συνεχίζατε να δημιουργείτε;
-Η κοινωνικοπολιτική κατάσταση μοιάζει κινούμενη άμμος, αφού είναι μέρος του παγκόσμιου τοπίου. Άρα θα μπορούσε να επηρεαστεί από αυτό. Δεν νομίζω ότι σχολιάζουν τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες εικαστικοί τα ελληνικά δρώμενα, πλην των σκιτσογράφων.
Στις δεκαετίες 1960 – 2000 μας ενδιέφεραν οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις, αλλά αν θυμάμαι καλά αυτό το ενδιαφέρον γλίστρησε από την δεκαετία του ’80 προς μια έκφραση ψευδο-ευτυχίας που ήταν κι αυτή ξενόφερτη.
Στο νου μου έρχεται μια περίοδος που έβραζε δημιουργικά, αυτή της μεταπολίτευσης μετά τη χούντα. Το γεγονός πως η Ελλάδα είχε ένα προβάδισμα και προκαλούσε το ενδιαφέρον στον κόσμο της Δύσης ήταν μια ευκαιρία να βγει από τα σύνορα της. Το άξιζε, αλλά δεν τα κατάφερε. Μεμονωμένα μόνο βγήκε. Με εξαίρεση φυσικά τα καθιερωμένα ονόματα που κατέγραψαν μέσα από το έργο τους στη σύγχρονη τέχνη εποχές που σημάδεψαν τον τόπο. Αυτός ο κύκλος ολοκληρώθηκε πάλι εντός των τειχών.

Χάρη στην τεχνολογία γνώρισε το κοινό παλαιότερους, σημαντικούς καλλιτέχνες όπως τον Μαλέα, τον Οικονόμου, τον Παπαλουκά, τον Κόντογλου, τον Τσαρούχη
-Πώς βλέπετε την σχέση της τέχνης με το κοινό στην εποχή των κοινωνικών δικτύων και της άμεσης επικοινωνίας; Πιστεύετε ότι τα μέσα αυτά προσφέρουν νέες ευκαιρίες για την τέχνη ή αντίθετα περιορίζουν τη βαθύτερη κατανόηση και εμπειρία της;
-Χάρη στην τεχνολογία και τα νέα μέσα γνώρισε το κοινό τους παλαιότερους, σημαντικούς καλλιτέχνες όπως τον Μαλέα, τον Οικονόμου, τον Παπαλουκά, τον Κόντογλου, τον Τσαρούχη φυσικά κι άλλους που παραμένουν ακλόνητοι στην ελληνική τους ταυτότητα, μια και αναφερθήκαμε σε αυτό.
Πόσοι όμως γνωρίζουν το αξιόλογο έργο της η Ρέας Λεονταρίτου;

Το έργο της το γνώρισα πρόσφατα μέσα από το διαδίκτυο. Την ίδια την είχα γνωρίσει στις φιλόξενες Δευτέρες στο σπίτι του Κώστα Χατζιάρα και της αδελφής του Νόνης. Ήταν συλλέκτες και φίλοι των καλλιτεχνών! Θυμάμαι την Λεονταρίτου που η παρουσία της ανέδιδε αξιοπρέπεια, ήταν μια προσωπικότητα χαμηλών τόνων. Αυτόματα οι συνειρμοί με προσγειώνουν στο σήμερα.
Το σήμερα το ευγνωμονούμε που μας άνοιξε πόρτες και παράθυρα, να χαιρόμαστε πολλά, γνώσεις και πληροφορίες, μεταξύ αυτών και την γνωριμία με πλήθος αξιολόγων έργων από Μουσεία, Ιδρύματα και ιδιώτες.
Είναι όντως ισχυρά εργαλεία και αλλάζει το παιχνίδι της τέχνης. Παρόλα αυτά κρύβεται ένας κίνδυνος να ξεγελάει ο άσχετος –δήθεν καλλιτέχνης για να πείθει ότι είναι αυθεντικός. Σε κάποια έργα –κραυγαλέα αντίγραφα φωτογραφίας– κολλάνε από κάτω την ετικέτα «ζωγραφική». Επίσης υπάρχουν απόψεις που υποστηρίζουν κάθε ηλιθιότητα ως τέχνη και μπορούν να παρασύρουν διαδικτυακά ένα μεγάλο πλήθος ακολούθων.
Έχουν δημιουργηθεί από χρόνια από λίγους εικαστικούς πολύ ωραίες δουλειές, σημαντικά έργα – σταθμοί που αφορούν π.χ. στο περιβάλλον και την καταστροφή του όπως την ζούμε. Αυτά εμπιστεύομαι.
Θα ήθελα να συνεχίζω στα παλιά μονοπάτια, ν’ αναζητώ μέσα από το τυχαίο που βγαίνει στη ζωγραφική και τη μεικτή τεχνική, αλλά όλα αυτά μεταφράζονται σε «μπορώ». Όταν μπορώ δουλεύω μόνο έργα μικρών διαστάσεων.


–Πώς βλέπετε την σχέση της τέχνης με το κοινό στην εποχή των κοινωνικών δικτύων και της άμεσης επικοινωνίας;
Πιστεύετε ότι τα μέσα αυτά προσφέρουν νέες ευκαιρίες για την τέχνη ή αντίθετα περιορίζουν τη βαθύτερη κατανόηση και εμπειρία της;
-Πολλοί καλλιτέχνες κάθε κατηγορίας καταθέτουν τέχνη σήμερα με παλιά και με σύγχρονα μέσα, η κάθε μία, ο κάθε ένας με τον τρόπο του. Το τολμούνε είτε με τα κλασικά και διάφορα υλικά, είτε με τα νέα μέσα, με μεγάλες εγκαταστάσεις. Λέω «το τολμούνε», επειδή σήμερα χρειάζεται τόλμη να δηλώνεις «καλλιτέχνης» και να περιμένεις να ζήσεις απ’ αυτό. Επειδή εμπλέκεται και η « δήθεν τέχνη» ως επίμονο παράσιτο.
Η σύγχρονη τεχνολογία έχει φέρει τα πάνω – κάτω παντού, όχι μόνο στην άμεση επικοινωνία, το αναγνωρίζουμε ακόμα και όσες, όσοι έχουμε γεράσει, άρα έχουμε ζήσει σε άλλους καιρούς. Βγαίνει εύκολα το συμπέρασμα πως μιλάμε για ένα διαφορετικό, διχασμένο κοινό ως προς την ηλικία και ως προς τις δυνατότητες κατανόησης. Πολλά μας δυσκολεύουν, μας απωθούν επειδή φαίνονται περίπλοκα.
Αναφέρομαι στο κοινό των 65+ που πιστεύω πως γενικά προτιμάει την απλή, άμεση επικοινωνία και στη σχέση του με την τέχνη. Το άλλο κοινό που ξεκινάει από βρέφος την επικοινωνία με τα κοινωνικά δίκτυα δεν παίζεται! Είναι σα να ζούμε σε διαφορετικούς πλανήτες.

Θα προκύψουν νέες κατηγορίες επαγγελμάτων όπως το τατουάζ, νέες ευκαιρίες. Ίσως κάπου μέσα σ’ αυτές να στριμώξουν και την τέχνη. Φυσικά περιορίζουν την βαθύτερη κατανόηση της που χρειάζεται να εκπέμπει και να δέχεται ζωντανά , ως πομπός και δέκτης. Παρακολουθούμε πλέον τις εκθέσεις από απόσταση μέσα στο διεθνή διαδικτυακό χάρτη. Εκεί ανακαλύπτω και σημαντικές γυναίκες εικαστικούς που δεν γνώριζα.
Για εδώ, έχω βρει πλατφόρμες στους επίσημους φορείς όπως το search culture-persons κι άλλους. Ως προς την βαθύτερη κατανόηση δεν το νομίζω. Ο κόσμος γίνεται ολοένα πιο επίπεδος. Η μαύρη αλήθεια είναι ότι ζούμε ένα παιχνίδι που χάνεται μέσα σ’ ένα Κόσμο που μεταμορφώνεται διαρκώς!

Ας κοιτάξουμε τη μαύρη αλήθεια κατάματα. Επείγει! Να ξεκολλήσουμε από το «εμείς». Άσχετα από τάσεις ή επιδράσεις, το μέγα πρόβλημα της τέχνης στην Ελλάδα είναι η υπερπληθώρα των καλλιτεχνών και των έργων τέχνης! Δεν περιλαμβάνεται στις πιο πάνω ερωτήσεις, αλλά παραμένει άλυτο. Πιθανόν να καταλήξει σε «Χωματερή έργων τέχνης». Είναι αποκαρδιωτικό.
Είχα ξεκινήσει πέρσι να γράφω ένα άρθρο για το artviews.gr πάνω στο θέμα «Δημοσκοπήσεις». Έγραφα τις αρχικές μου σκέψεις με στυλό, τις έσκιζα, επανερχόμουν μετά από λίγο καιρό, ξανά το ίδιο. Τελικά το εγκατέλειψα. Κράτησα μόνο τον τίτλο, επειδή αφορούσε όχι μόνο τα καθημερινά θέματα και προβλήματα όλων μας που καίνε, αφορούσε και στην τέχνη και τους καλλιτέχνες, ως μια κατηγορία που ωθείται στα αζήτητα. Πόση απελπισία κρύβεται μέσα σε μια ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΗ ;;;;;

Τζούλια Ανδρειάδου: Οι τάσεις εκπορεύονται από το Σύστημα προς την κατεύθυνση που εκείνο στοχεύει



