«Επτά μέρες στην κόλαση»: Ο Γιώργος Δήμος μιλάει για την πρώτη του συλλογή διηγημάτων

Ο Γιώργος Δήμος γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Δημιουργική Γραφή και Φιλοσοφία στο Pratt Institute, στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Από το 2019, ξεκίνησε να αρθρογραφεί σε περιοδικά και εφημερίδες στην Ελλάδα, όπως το Artviews, το MAXMAG, το Οδός Πανός και το Literature. Από το 2023, εργάζεται ως δημοσιογράφος και συντάκτης στην Athens Voice. Παράλληλα με τη δημοσιογραφική του καριέρα, δημοσίευσε διηγήματά του στο λογοτεχνικό περιοδικό «Μονόκλ», μερικά από τα οποία συμπεριλαμβάνονται στην πρώτη συλλογή διηγημάτων του, «Επτά μέρες στην κόλαση», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Ιωλκός.

Ένας άνθρωπος ξυπνά στο μέλλον και ανακαλύπτει πως είναι συνδεδεμένος με μια μηχανή που ρυθμίζει όλες τις βασικές του λειτουργίες. Ένα ξυράφι αποκτά συνείδηση και επιτίθεται σε εκείνον που το κρατά. Τον Αύγουστο του 1945, δύο πυρηνικά μανιτάρια υψώνονται στους ουρανούς της Ιαπωνίας. Ένας διαφημιστής ταξιδεύει σ’ ένα εξωτικό νησί για να συναντήσει, χωρίς να το ξέρει, τον ίδιο τον θάνατο. Αυτές είναι μερικές από τις υποθέσεις των δεκαπέντε διηγημάτων που εμφανίζονται στη συλλογή «Επτά μέρες στην κόλαση». Εδώ, η «κόλαση» που περιγράφεται δεν θυμίζει τόσο την Χριστιανική «Κόλαση» του Δάντη, όσο εκείνη των καταραμένων ποιητών του 19ου αιώνα. Πρόκειται για μια κόλαση προσωπική, απαλλαγμένη από δόγματα και θρησκευτικές ηθικολογίες· μια κόλαση που, αρκετές φορές φαντάζει ελκυστική και γεμάτη γοητεία.

Το έργο του εξωφύλλου φιλοτέχνησε ο ζωγράφος Τάσος Δήμος. Καλλιτεχνική επιμέλεια εξωφύλλου: Δημήτρης Κουρκούτης

-Οι «Επτά μέρες στην κόλαση» είναι το πρώτο σου βιβλίο. Πώς ξεκίνησες να το γράφεις; Τα διηγήματα παρουσιάζονται με την χρονολογική σειρά που γράφτηκαν ή υπάρχει κάποια άλλη, νοηματική συνέχεια;

Οι «Επτά μέρες στην κόλαση» γράφτηκαν σταδιακά, σε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Κάποια από τα διηγήματα ξεκίνησα να τα γράφω όσο ήμουν ακόμα φοιτητής, στο Pratt Institute, ενώ μερικά κυκλοφόρησαν στο ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό «Μονόκλ», από το 2022 μέχρι το 2024. Συνεπώς, όχι, τα διηγήματα δεν παρουσιάζονται με την χρονολογική σειρά με την οποία γράφτηκαν. Υπάρχει κάποια νοηματική συνέχεια; Δεν είμαι σίγουρος, όμως όλα τα διηγήματα της συλλογής έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους και αποτελούν μία ενότητα. Είναι ιστορίες φαντασίας, με κάποιες από αυτές να ανήκουν περισσότερο στην λογοτεχνία τρόμου. Γράφοντας τα διηγήματα αυτά, ήμουν επηρεασμένος από τα διηγήματα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, του Αμπρόουζ Μπηρς, του Άρθουρ Μάχεν και του Χ. Φ. Λάβκραφτ, για να αναφέρω μερικά σημαντικά ονόματα.

-Τα περισσότερα διηγήματα της συλλογής δεν έχουν έκταση μεγαλύτερη από 3-4 σελίδες. Πρόκειται για ένα είδος διηγημάτων που δεν διαβάζουμε συχνά στα ελληνικά. Τι σε έκανε να επιλέξεις τη συγκεκριμένη φόρμα;

Είναι ένα είδος που στην Αμερική το αποκαλούν «flash fiction», αν και, όταν ξεκίνησα να γράφω τα συγκεκριμένα διηγήματα, δεν είχα διαβάσει πολλή τέτοια λογοτεχνία. Ήμουν περισσότερο επηρεασμένος από τα «ποιήματα σε πρόζα» του Σαρλ Μπωντλαίρ, «Paris Spleen» (Η Μελαγχολία του Παρισιού) (1862), που λένε μια ιστορία ή μεταδίδουν μια εικόνα από την αστική ζωή στη Γαλλία, μέσα σε μία ή δύο σελίδες. Από την άλλη, τα περισσότερα διηγήματα του Μπηρς, όπως το διάσημο «Περιστατικό στη γέφυρα του Άουλ Κρικ» (1890), είναι αρκετά σύντομα, αλλά διαθέτουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία προκειμένου να κατανοήσει ο αναγνώστης την πλοκή και ταυτόχρονα να δημιουργηθεί η κατάλληλη ατμόσφαιρα μυστηρίου. Σίγουρα, δεν έχουμε πολλά τέτοια παραδείγματα στην ιστορία της ελληνικής βιβλιογραφίας. Ίσως, τα σατιρικά διηγήματα του Δημοσθένη Βουτυρά να αποτελούν μια εξαίρεση. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποιοι νέοι συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί με αυτό το είδος, ο οποίοι μάλιστα γράφουν διηγήματα τρόμου. Τέτοια παραδείγματα είναι οι πολύ επιτυχημένες συλλογές διηγημάτων «Γκιακ» (2014), του Δημοσθένη Παπαμάρκου και οι «Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας» (2017), του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη.

-Πώς ξεκινάς να γράφεις ένα τέτοιο διήγημα; Από πού αντλείς, συνήθως, την έμπνευσή σου;

Με εμπνέουν διάφορα πράγματα: Μπορεί να είναι μια ταινία που έχω δει ή ένα βιβλίο που έχω διαβάσει, ή ακόμα ένα τραγούδι που έχω ακούσει ή ένα όνειρο που έχω δει. Κάποιες φορές, είναι και πράγματα που έχω ζήσει, αλλά στα συγκεκριμένα διηγήματα δεν περιγράφω βιώματά μου. Για παράδειγμα, στο διήγημα «Αναισθησία», ο γιατρός λέει στον κεντρικό χαρακτήρα: «Τώρα θα σε πνίξω», πριν αρχίσει να ψηλαφίζει τον λαιμό του. Αυτό, μου το είχε πει στ’ αλήθεια ένας γιατρός πριν εξετάσει τον λαιμό μου, αστειευόμενος βέβαια. Παρ’ όλα αυτά, μου φάνηκε ιδιαίτερα απειλητικό, ειδικά προερχόμενο από έναν γιατρό —που την ώρα της εξέτασης ασκεί μια εξουσία επάνω σου— και αποφάσισα να το προσθέσω στον διάλογο της ιστορίας. Τέτοια, μικρά πράγματα από τη καθημερινότητα, μπορεί να βρει κανείς στα διηγήματα αυτής της συλλογής. Τα όνειρα, επίσης, παίζουν σημαντικό ρόλο, όπως στο «Κάτω από το νερό», όπου το επαναλαμβανόμενο όνειρο που βλέπει ο πρωταγωνιστής δίνει τη λύση στο μυστήριο της ιστορίας. Ξεκινάω να γράφω όταν έχω τρεις ή τέσσερις ιδέες που να μπορούν με κάποιο τρόπο να συνδυαστούν. Ποτέ δεν ξεκινάω από μία ιδέα, γιατί σύντομα ξέρω πως θα «κολλήσω» και δεν θα μπορέσω να την ολοκληρώσω όπως πρέπει.

-Τα «Ψάρια από την Ιαπωνία» είναι το πρώτο διήγημα της συλλογής. Εδώ, μιλάς για την φρίκη του πυρηνικού ολέθρου, υιοθετώντας ένα αντιφατικό, σχεδόν χαρούμενο ύφος. Μίλησέ μας για αυτή σου την επιλογή.

Αυτή είναι, στην πραγματικότητα, μια πολύ παλιά τεχνική στην λογοτεχνία. Ένα από τα πρώτα παραδείγματα είναι το δοκίμιο του Τζόναθαν Σουίφτ, «Μια Ταπεινή Πρόταση» (1729), όπου ο Αγγλοϊρλανδός συγγραφέας και κληρικός προτείνει, με σοβαροφανές ύφος, στους φτωχούς Ιρλανδούς να αρχίσουν να τρώνε τα παιδιά τους, ούτως ώστε αφενός να εξαλειφθεί η πείνα στις κατώτερες τάξεις και αφετέρου να μειωθεί ο πληθυσμός τους, που έχει αρχίσει να αυξάνεται με προβληματικούς ρυθμούς.

Ο Σουίφτ, φυσικά, δεν εννοεί αυτά που γράφει, αλλά, αντιθέτως, καυτηριάζει την αδιαφορία της ανώτερης τάξης για τη φτώχεια στην Ιρλανδία. Παρ’ όλα αυτά, το ύφος του παρεξηγήθηκε εκείνη την εποχή, όπως συχνά παρεξηγείται η σάτιρα. Τα «Ψάρια από την Ιαπωνία» πραγματεύονται μια φρίκη τόσο απέραντη, που σχεδόν δεν μπορούμε να μιλήσουμε σοβαρά για αυτήν. Οι πόλεμοι ξεκινούν μετά από αποφάσεις των κυβερνήσεων και των ηγεσιών των κρατών, και σπάνια ο λαός έχει την δυνατότητα να ψηφίζει υπέρ ή κατά τους. Τα πυρηνικά όπλα, από τη στιγμή που αναπτύχθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά, στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, από την Αμερική εναντίον της Ιαπωνίας, αποτελούν πηγή τρομοκρατίας για όλους μας, και τα διάφορα κράτη και τα ΜΜΕ, φροντίζουν να μας τα θυμίζουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Ο Ζαν Μπωντριγιάρ είχε γράψει κάποτε ότι ο πραγματικός «πυρηνικός πόλεμος» είναι πλέον η τρομοκρατία της πυρηνικής απειλής, η οποία αναδιαμορφώνει σιωπηλά τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, ζούμε και εξουσιάζονται οι κοινωνίες. Δεν πιστεύω πως η πυρηνική απειλή είναι ένα «αστείο», αλλά αντίθετα ότι είναι κάτι τόσο σκοτεινό που δεν μπορεί να το διαχειριστεί ο ανθρώπινος νους.

-Ο «Άνθρωπος που συνάντησε τον θάνατο» είναι το εκτενέστερο διήγημα της συλλογής, και διαφέρει από τα υπόλοιπα, ως προς το περιεχόμενό του. Πώς προέκυψε η ιδέα για αυτό και ποια είναι τα κοινά του σημεία με τα υπόλοιπα διηγήματα;

Ο «Άνθρωπος που συνάντησε τον θάνατο» αποτίνει έναν φόρο τιμής στην «pulp» λογοτεχνία του α’ μισού του 20ου αιώνα. Επρόκειτο για φτηνά βιβλία «τσέπης», που ο καθένας μπορούσε να αγοράσει από το περίπτερο της γειτονιάς του, και συνήθως ανήκαν στο είδος της επιστημονικής φαντασίας, του αστυνομικού μυθιστορήματος, της περιπέτειας ή ακόμα και της ερωτικής λογοτεχνίας. Φυσικά, το διήγημα αυτό δεν είναι γραμμένο όπως θα ήταν ένα τέτοιο μυθιστόρημα από την δεκαετία του 1940, γιατί, καθώς το έγραφα, ήμουν πλήρως συνειδητοποιημένος σχετικά με τα σφάλματα και τις αδυναμίες αυτού του είδους λογοτεχνίας. Υπήρχαν, δηλαδή, πολλά ρατσιστικά και σεξιστικά στοιχεία σε αυτά τα «pulp» μυθιστορήματα, που εδώ τα σατιρίζω, επιχειρώντας έτσι μια μετα-μοντερνιστική προσέγγιση στο είδος αυτό.

Ο Σαξ Ρομέρ, για παράδειγμα, που δημιούργησε τον χαρακτήρα του Δρ. Φου Μαντσού, ήταν και στην πραγματικότητα ρατσιστής και πέθανε με ειρωνικό τρόπο, το 1959, από την ασιατική γρίπη. Από την άλλη, υπάρχει πολλή λογοτεχνία που σχετίζει τους Ναζί με την «occult», πράγμα το οποίο αναφέρω εδώ και πάλι σαν φόρο τιμής, αλλά και ταυτόχρονα με σατιρική διάθεση. Υπάρχει, λοιπόν, μια ειρωνική διάθεση, αλλά η λογοτεχνία αυτή με ενδιαφέρει, κυρίως για την ελευθερία της, και τις ιδέες που μας έδωσε τόσο απλόχερα. Στο μυαλό μου, το συγκεκριμένο διήγημα δεν διαφέρει και τόσο από τα υπόλοιπα της συλλογής, αν και ακολουθεί μια λίγο διαφορετική φόρμα.

-Ο τίτλος του βιβλίου μας παραπέμπει σε βιβλικές εικόνες, όμως, όπως διαβάζουμε και στο οπισθόφυλλο της έκδοσης, αυτός δεν ήταν ένας από τους στόχους σου. Σε τι αναφέρεται ο τίτλος και τι σε οδήγησε σε αυτόν;

Ο τίτλος της συλλογής ήταν αρχικά «Ταξίδι στην κόλαση», όπως ήταν και ο τίτλος του ομώνυμου διηγήματος, όταν αυτό κυκλοφόρησε στο «Μονόκλ». Τον δανείστηκα από ένα άλμπουμ μιας σχεδόν άγνωστης πλέον ψυχεδελικής μπάντας από την δεκαετία του 1960, τους C.A. Quintet, που λέγεται «Trip Thru Hell», και στο εξώφυλλο δείχνει ένα ερημικό τοπίο με ένα μεγάλο ξεραμένο δέντρο, κάπου στην Αμερική, και από κάτω μαζεμένους Ινδιάνους, που μάλλον χορεύουν τον «χορό της βροχής». Όσοι διαβάσουν το διήγημα «Επτά μέρες στην κόλαση», θα καταλάβουν την σύνδεση. Πότε, ωστόσο, δεν ήθελα να δώσω την εντύπωση στον αναγνώστη ότι το βιβλίο πραγματεύεται θέματα πίστης. Αν υπάρχει κάποια τέτοια νύξη, έχει μεγαλύτερη σχέση με τον Αρθούρο Ρεμπώ και την «Εποχή στην κόλαση» (1873), παρά με την Αγία Γραφή. Είναι μια κόλαση εσωτερική, άρα και μια κατάβαση, στο τέλος της οποίας βρίσκεται ο εαυτός του καθενός, τον οποίο οφείλουμε να ανακαλύψουμε.

-Αν έπρεπε να ονομάσεις πέντε λογοτεχνικές επιρροές σου, ποιες θα ήταν αυτές και γιατί;

Πέντε είναι πολύ λίγες. Νομίζω πως η καρδιά μου βρίσκεται πιο κοντά στη λογοτεχνία του 20ου αιώνα, οπότε αν έπρεπε να ξεχωρίσω τους αγαπημένους μου, θα έλεγα τον Τζέιμς Τζόυς, τον Αλμπέρ Καμύ, τον Λουί-Φερντινάν Σελίν, τον Ζαν Ζενέ και τον Ουίλιαμ Μπάροουζ, χωρίς η λίστα αυτή να είναι σε καμία περίπτωση πλήρης. Αν έπρεπε να πω ποιοι συγγραφείς με επηρέασαν σε αυτό το βιβλίο, θα έλεγα τον Πόε, τον Μπηρς, την Σάρλοτ Πέρκινς Γκίλμαν, τον Νικολάι Γκόγκολ και τον Άρθουρ Μάχεν, αλλά και εδώ υπάρχουν πολλοί τους οποίους αδικώ. Δεν μπορώ να απαντήσω πολύ εύκολα σε τέτοιες ερωτήσεις.

-Εκτός από την Δημιουργική Γραφή, οι σπουδές σου στη Νέα Υόρκη επικεντρώθηκαν και στην Φιλοσοφία. Πώς επηρεάστηκε η γραφή σου από τα όσα διδάχθηκες στο Pratt Institute;

Σίγουρα, στο πανεπιστήμιο έμαθα πολλά σχετικά με το πώς να γράφω καλά και βέβαια διάβασα πάρα πολύ τότε, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη περίοδο της ζωής μου —ενώ, γενικά, διαβάζω τουλάχιστον ένα βιβλίο την εβδομάδα. Τα πανεπιστήμια, ειδικά στο εξωτερικό, είναι πλέον πολύ εκμοντερνισμένα, και έτσι υπήρχε μέχρι και μάθημα όπου διαβάζαμε Φίλιπ Κ. Ντικ, Τόμας Πίντσον και Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας. Έμαθα πολλά πράγματα, τα οποία κρατάω μέχρι σήμερα, ενώ κάποια προσπαθώ ακόμα να τα αποβάλλω. Η Φιλοσοφία μου άρεσε, ίσως γιατί ήξερα ότι δεν θα γίνω ποτέ φιλόσοφος, και έτσι δεν με πίεζε καθόλου. Η Δημιουργική Γραφή πολλές φορές με προβλημάτιζε, γιατί μου μάθαινε πώς πρέπει να γράφω, και στην πορεία ανακάλυψα ότι δεν χρειάζεται να κρατήσει κανείς όλες τις συμβουλές που δέχεται, αλλά μόνο εκείνες που του χρησιμεύουν.

Γιώργος Δήμος. Φωτό: Θανάσης Καρατζάς

-Ως φοιτητής, τουλάχιστον, φαντάζομαι πως έγραφες στα αγγλικά. Πριν, παραδέχτηκες πως κάποια από τα διηγήματα ξεκίνησες να τα γράφεις παλιότερα. Σε ποια γλώσσα γράφτηκαν οι πρώτες εκδοχές των διηγημάτων που συμπεριλαμβάνονται σε αυτή τη συλλογή; Ήταν ορισμένα από αυτά γραμμένα πρώτα στα αγγλικά;

Ίσως ακουστεί παράξενο, αλλά όχι, τουλάχιστον οι πρώτες εκδοχές όλων των διηγημάτων που συμπεριλαμβάνονται σε αυτή τη συλλογή δεν ήταν γραμμένες στα αγγλικά, αλλά στα ελληνικά. Όλα τα διηγήματα της συλλογής γράφτηκαν πρώτα με στυλό σε τετράδιο και ύστερα τα πέρασα στον υπολογιστή. Στη συνέχεια, κάποια από αυτά τα μετέφρασα και αυτό με βοήθησε στο να τα διορθώσω. Μια διαφορετική εκδοχή του διηγήματος «Περί ψεύδους» συμπεριλήφθηκε στη συλλογή διηγημάτων μου, που υπέβαλλα σαν διπλωματική εργασία στο πανεπιστήμιο. Τα διηγήματα αυτά τα δουλεύω πολλά χρόνια, γι’ αυτό ίσως ένιωσα μεγάλη ικανοποίηση που τελικά κυκλοφόρησαν σε μια ενιαία συλλογή.

-Άρα, η εμπειρία σου στην Αμερική δεν σε έχει επηρεάσει καθόλου, όσον αφορά το συγκεκριμένο βιβλίο;

Όχι. Άλλωστε τα διηγήματα ή τα εκτενέστερα κείμενα που έχω γράψει για την Αμερική, τα συνέλαβα πρώτα στα αγγλικά. Είμαι λίγο ρομαντικός σε αυτό το θέμα. Νομίζω πως μια ιστορία που γράφεται για έναν τόπο, πρέπει να γράφεται στη γλώσσα που μιλάνε οι άνθρωποι που ζουν εκεί. Γι’ αυτό δεν θα διαβάσετε ποτέ από εμένα μια ιστορία για την Ινδία, για παράδειγμα. Δεν νομίζω πως έχω το δικαίωμα να πω μια τέτοια ιστορία. Τώρα, βέβαια, ίσως κάποια στιγμή να κυκλοφορήσουν οι «αμερικανικές ιστορίες» μου μεταφρασμένες στα ελληνικά, και αυτό γιατί δεν μπορώ να περιμένω μέχρι να καταφέρω να τις εκδώσω στην Αμερική. Άλλωστε, νομίζω πως τα πράγματα με τους εκδοτικούς εκεί έχουν γίνει πια πολύ δύσκολα και υπάρχει αρκετή πολιτική πίσω από την επιλογή του κάθε τίτλου που κυκλοφορεί.

-Πώς νιώθεις έχοντας πλέον εκδώσει το πρώτο σου βιβλίο; Ποιο είναι το κυρίαρχο συναίσθημα που ένιωσες όταν το έπιασες για πρώτη φορά στα χέρια σου;

Ήταν μια μοναδική στιγμή. Για να πω την αλήθεια, δεν ήμουν σίγουρος ότι επρόκειτο για δικό μου βιβλίο, αν και συνειδητά γνώριζα πως ήταν. Εκείνο που με εντυπωσίασε ήταν η ανταπόκριση από τον περίγυρό μου. Υπήρξε αμέσως ενθουσιασμός και πολλοί έσπευσαν να το αγοράσουν, χωρίς ακόμα να έχει γίνει παρουσίαση ή να το έχω καν διαφημίσει. Επίσης, νομίζω πως έγινε πολύ καλή δουλειά, όσον αφορά το εξώφυλλο και την επιμέλεια από τον εκδότη, τον Κωνσταντίνο Κορίδη. Είναι μια περιπέτεια γεμάτη εκπλήξεις, την οποία αξίζει κανείς να βιώσει.

-Είσαι έτοιμος για το επόμενο, ή θεωρείς ότι είναι ακόμα νωρίς για τέτοιες σκέψεις;

Δεν το σκέφτομαι καθόλου. Θέλω να δω πως θα πάει το πρώτο, γιατί λειτουργώ πάντα με γνώμονα την λογική. Αν δεν πάει καλά, ίσως να μην είναι για μένα το συγκεκριμένο σπορ. Νομίζω, όμως, πως έχει ήδη πάει καλά και θα πάει και καλύτερα. Δεν σκέφτομαι όμως ακόμα το επόμενο, γιατί δεν θεωρώ πως θα γίνω ποτέ ο συγγραφέας με τα εκατό βιβλία στο ενεργητικό του. Θεωρώ πως αυτά τα πράγματα θέλουν το χρόνο τους.

Γιώργος Δήμος. Φωτό: Θανάσης Καρατζάς

Παρουσίαση βιβλίου

Οι Εκδόσεις Ιωλκός σας προσκαλούν στην παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων «Επτά μέρες στην κόλαση» του Γιώργου Δήμου, την Κυριακή 7 Ιουνίου 2026 στις 19:00, στο cafe-bar «Βυσσινόκηπος» (Ζωοδόχου Πηγής 27, Αθήνα).

Share this
Tags
Zeta Tz
Zeta Tz
Zeta is active in translation, cultural journalism, and editorial direction within the arts and media landscape. With a strong presence in the cultural sector, she has also curated and organized visual art exhibitions and initiatives focused on social responsibility. Her work has been recognized with an honorary distinction from the Botsis Foundation 2022 for her contribution to cultural journalism. At Artviews.gr, she leads the editorial team, shaping the platform’s voice and curatorial direction with a keen eye for contemporary culture.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Εικαστική συμφωνία γυναικείων μορφών από την Ειρήνη Κανά στο Πολυκεντρικό Μουσείο των Αιγών

Μετά τον Χρήστο Μποκόρο, τον Γιώργο Ρόρρη και τον Στέφανο Δασκαλάκη, που παρουσιάστηκαν με σημαντικές περιοδικές εκθέσεις στην Πινακοθήκη του Μουσείου των Αιγών, η Ειρήνη...

Οι επιβλητικές προσωπογραφίες του Ζακύνθιου Νικόλαου Καντούνη

Γράφει ο Κώστας Ευαγγελάτος   Ο αγιογράφος και ζωγράφος Νικόλαος Καντούνης γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1768. Μαθήτευσε αρχικά κοντά στον λόγιο Αντώνιο Μαρτελάο. Σε μικρή ηλικία...

Η συμβολιστική έμπνευση των μορφών του Μορώ

Γράφει ο Κώστας Ευαγγελάτος   Ο  Γκυστάβ Μορώ / Gustave Moreau‎‎, γεννήθηκε στο Παρίσι το 1826. Από το 1846 μαθήτευσε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού, με...

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

More like this