Albert Camus: Ο ασυμβίβαστος

Albert Camus (part I)

Albert Camus

Το μυθιστόρημα “Ο Ξένος” (L’Étranger), 1942, είναι αυτό έκανε διάσημο τον συγγραφέα του, Albert Camus, πριν ακόμη συμπληρώσει τα 30 χρόνια του. Στην πρώτη του σελίδα, διαβάζουμε: Aujourdhui, maman est morte. Ou peuttre hier, je ne sais pas. (Σήμερα, η μαμά πέθανε. Ή ίσως χθες, δεν ξέρω.).

Γράφει η Λιάνα Ζωζά

Αυτή, είναι η ανατριχιαστικά αδιαφορη ομολογία του ήρωα του βιβλίου, του Μερσό, ενός νεαρού ιδιωτικού υπαλλήλου που ζει μόνος του σε ένα διαμέρισμα κάπου στο Αλγέρι, δεν θρηνεί ούτε στο ελάχιστο για την απώλεια της μητέρας του και δεν μετανιώνει καθόλου, για τον φόνο του Άραβα που διαπράττει στη συνέχεια. Παρ’όλα αυτά, ο Μερσό φαντάζει στα μάτια μας συμπαθής και  μοναδικά αληθινός σαν χαρακτήρας, μιας και κινείται σε ένα κοινωνικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από άκρατο συντηριτισμό, κοινωνικές συμβάσεις και υποκριτικά πρέπει.

Ο ίδιος ο Camus, δηλώνει πως με τον “Ξένο”, εξερευνά την “τρυφερή αδιαφορία του κόσμου” ενώ για τον ήρωά του: “Χωρίς ευαισθησία για κανέναν και για τίποτα, τον οδηγεί ένα επίμονο πάθος για την αναζήτηση της απόλυτης αλήθειας”. Ο “Ξένος” εκφράζει απόλυτα τη φιλοσοφία του παραλόγου, μέσα από το θέμα που πραγματεύεται και δεν είναι άλλο από το ότι αν κάποιος δεν ανταποκρίνεται στα κοινωνικά πρότυπα και δεν μπαίνει σε καλούπια, τότε θεωρείται ξένος. Ο συγγραφέας συνεχίζει: “ … συνόψισα τον “Ξένο” πολύ καιρό πριν, με μία παρατήρηση που παραδέχομαι πως ήταν εξαιρετικά παράδοξη: Στην κοινωνία μας κάθε άνθρωπος που δεν κλαίει στην κηδεία της μητέρας του διατρέχει το ρίσκο να καταδικαστεί σε θάνατο. Ήθελα απλώς να πω ότι ο ήρωας του βιβλίου είναι καταδικασμένος, επειδή δεν παίζει το παιχνίδι.”

Ο διάσημος φιλόσοφος, συγγραφέας και δημοσιογράφος Albert Camus (1913 – 1960), γεννήθηκε στην Αλγερία και πρόλαβε να ζήσει μόνο 46 χρόνια μέχρι τον τραγικό του θάνατο σε αυτοκινηστικό δυστύχημα τον Ιανουάριο του 1960, επιστρέφοντας στο Παρίσι από την Προβηγκία με το αυτοκίνητο του φίλου και εκδότη του, Michel Gallimard. Ο θάνατός του ήταν ακαριαίος και τραγική ειρωνία ήταν το εισιτήριο του τρένου για την επιστροφή του στο Παρίσι, που βρέθηκε στην τσέπη του σακακιού του, μαζί με χειρόγραφες σελίδες του κατεξοχήν αυτοβιογραφικού του μυθιστορήματος με τίτλο “Ο Πρώτος Άνθρωπος” που έμεινε ημιτελές. “Τελικά, θα μιλήσω για κείνους που αγαπούσα” γράφει ο Albert Camus, σε μια σημείωση του για τον “Πρώτο Άνθρωπο”.

Τον πατέρα του δεν πρόλαβε να τον γνωρίσει, γιατί τραυματίστηκε στη μάχη της Marne, στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και πέθανε λίγο αργότερα. Μεγάλωσε με τη μητέρα του, που ήταν ισπανικής καταγωγής, στο Αλγέρι και σε συνθήκες αρκετά δύσκολες. Η σχέση του μαζί της ήταν ιδιαίτερη μιας και όλα τα βιβλία του ήταν αφιερωμένα σ’εκείνη, πάντα με την ίδια αφιέρωση “σ’αυτήν που δεν θα μπορέσει να το διαβάσει ποτέ”, γιατί ήταν αναλφάβητη.

Ασχολείται με τον αθλητισμό, στα μαθητικά του χρόνια και πιο συγκεκριμένα με το ποδόσφαιρο, το οποίο συνεχίζει και στα φοιτητικά του χρόνια, όπου δέχεται σημαντικές προτάσεις από επαγγελματικές ομάδες, τις οποίες και απέρριψε. Πολύ πιθανόν λόγω της φυματίωσης από την οποία προσβλήθηκε και που επίσης του στέρησε τη δυνατότητα να διδάξει. Σπουδάζει φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο και πολύ νωρίς γράφει και δημοσιεύει φιλοσοφικά κείμενα, ενώ παράλληλα κάνει διάφορες δουλειές για να μπορέσει να επιβιώσει.

Το 1935, προσχωρεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας, για να μπορέσει να βοηθήσει στην καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων στην Αλγερία, αλλά το 1937 τον αποβάλουν με την κατηγορία του τροτσκιστή και εκείνος συνδέεται με το γαλλικό αναρχικό κίνημα. Η κυβέρνηση της Αλγερίας, μετά από έντονες αντιδράσεις που προκαλούνται από άρθρα του στην εφημερίδα “Λαϊκό Μέτωπο”, απαγορεύει την κυκλοφορία της, το 1940, και φροντίζει να μην ξαναβρει δουλειά, ο Camus.

Ο δύσκολος δρόμος τον οδηγεί στο Παρίσι και στην εφημερίδα “Paris-Soir”, αλλά και στον  γάμο με την πιανίστα Francine Faure που γίνεται η δεύτερη σύζυγός του. Ακόμη και όταν αποκτά δίδυμα μαζί της, το 1945, συνεχίζει να αστειεύεται με τους φίλους του πως δεν του ταιριάζει ο έγγαμος βίος. Εξάλλου, ήταν κοινό μυστικό το πάθος του για την ηθοποιό Maria Casares.

Ένας έρωτας που κράτησε δεκαπέντε περίπου χρόνια και επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από την κόρη του Camus και τις πάνω από 860 ερωτικές επιστολές που ανταλλάχτηκαν μεταξύ τους και δημοσιεύονται από τον εκδοτικό οίκο Gallimard. “Όπου κι αν γυρίσω βλέπω νύχτα. Χωρίς εσένα έχω χάσει τη δύναμή μου. Θέλω να πεθάνω”, έγραφε ο Camus στην Casares μετά από έναν χωρισμό τους και ενώ ήταν πάντα παντρεμένος με την Faure. Η τελευταία επιστολή του είχε ημερομηνία 30 Δεκεμβρίου 1959 – πέντε ημέρες πριν από το θάνατό του.