Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη
Η ζωγραφική της Θεοδώρας Κανέλλη συγκροτείται ως εμπειρία χώρου και όχι ως αναπαράστασή του. Αντλώντας από τη διαδρομή της ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γαλλία, από την αρχιτεκτονική σκέψη, τη ζωγραφική πράξη και τη θεωρητική έρευνα, το έργο της διαμορφώνει ένα πεδίο όπου ο χώρος, η μνήμη και η αφήγηση συνυπάρχουν ως ρευστές κατασκευές.
Μέσα από στρώσεις, επικαλύψεις και χαρτογραφικές λογικές, η Κανέλλη δημιουργεί «εσωτερικές γεωγραφίες» που ενεργοποιούν την έννοια της μετακίνησης, της κατοίκησης και της επιστροφής. Η ζωγραφική λειτουργεί ως μια αυτόνομη γλώσσα, ικανή να εκφράσει όσα δεν αρθρώνονται με λόγια, και ως τόπος όπου διαφορετικές κλίμακες, χρόνοι και αφηγήσεις συναντιούνται.
Η παρούσα συνομιλία ανοίγει αυτό το πεδίο σκέψης, προσκαλώντας τον αναγνώστη να διασχίσει το έργο της όχι γραμμικά, αλλά ως μια διαδρομή σε διαρκή μετασχηματισμό.

Ζωγραφική: λάδι και μικτή τεχνική σε καμβά.
Διαστάσεις: 70 × 70 εκ.
Παρουσιάστηκε στην Galerie Jean-Creation (Natura Art Magistra, ομαδική έκθεση, 2021), Παρίσι,
καθώς και στην γκαλερί Ζήνα Αθανασιάδου (All together II, ομαδική έκθεση, 2023), Θεσσαλονίκη
–Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη, με σπουδές και καλλιτεχνική ωρίμανση κυρίως στη Γαλλία: πώς διαμόρφωσε αυτή η γεωγραφική και πολιτισμική μετακίνηση τον τρόπο που αντιλαμβάνεστε τον χώρο και την ταυτότητα στο έργο σας;
-Η μετακίνηση ανάμεσα σε πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, το Μονπελιέ, η Τουλούζη, το Παρίσι και η Αθήνα με έφερε σε επαφή με διαφορετικές κουλτούρες και τρόπους εκπαίδευσης, κάτι που με ενδιαφέρει κυρίως στη κοινωνική του διάσταση. Αυτό με έκανε να αντιλαμβάνομαι τον χώρο και την ταυτότητα ως κάτι ρευστό.
Η γλώσσα είναι για μένα ένας «τόπος»· είτε πρόκειται για τη μητρική μου είτε για τα γαλλικά και μου επιτρέπει να παίρνω απόσταση και να βλέπω αλλιώς τα ίδια ζητήματα. Η ζωγραφική λειτουργεί ως μια τρίτη «γλώσσα» ανάμεσα στις δύο, με δικό της λεξιλόγιο και κανόνες, που μου επιτρέπει να εκφράζω και να διερευνώ όσα δεν μπορούν να ειπωθούν με λόγια. Η μετακίνηση, το aller-retour, με βοηθά να αλλάζω οπτική και να παρατηρώ τις ίδιες καταστάσεις από διαφορετικές οπτικές γωνίες και αποστάσεις.

Περιλαμβάνει ζωγραφική με λάδι σε διάφανο χαρτί, τοιχογραφία, ζωγραφική σε ύφασμα, plexiglas, ρολό ταπετσαρίας και σχέδια A4.
Παρουσιάστηκε στην Beaux-Arts de Paris (Itinéraire d’une hybris, ατομική έκθεση στο πλαίσιο του διπλώματος DNSAP, 2018), Παρίσι
-Η αρχιτεκτονική υπήρξε η αφετηρία σας πριν περάσετε στις εικαστικές και τις πλαστικές τέχνες. Ποια στοιχεία αυτής της πρώτης εκπαίδευσης παραμένουν ενεργά στη σημερινή σας πρακτική;
-Η αρχιτεκτονική παραμένει ενεργή στη δουλειά μου, κυρίως, μέσα από τον τρόπο που σκέφτομαι τη σύνθεση και την κατασκευή του χώρου. Αντιμετωπίζω τον χώρο ως κάτι που δομείται, συναρμολογείται και αποδομείται.
Η ζωγραφική, όμως, αποτελεί το βασικό μου μέσο έκφρασης και με καθοδηγεί ως σημείο ή κόμβο μέσα σε έναν ευρύτερο, ενιαίο χώρο. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα η μετάβαση ανάμεσα σε διαφορετικές κλίμακες — από τη μικρή κλίμακα μιας μακέτας ή μιας ζωγραφικής χειρονομίας, μέχρι τον εκθεσιακό χώρο ή μια φαντασιακή γεωγραφία. Σε αυτές τις μεταβάσεις το σώμα γίνεται ενεργό μέτρο, καθώς η εμπειρία του έργου αλλάζει ανάλογα με το μέγεθος, την απόσταση και την κίνηση.
Η χαρτογράφηση, όχι ως εργαλείο ακριβείας αλλά ως αφηγηματική πρακτική, προέρχεται άμεσα από αυτή την αρχιτεκτονική σκέψη: χάρτες που δεν περιγράφουν μόνο έναν πραγματικό τόπο, αλλά οργανώνουν εμπειρίες, μνήμες και διαδρομές. Μέσα από αυτούς, με απασχολούν έννοιες όπως η οικειοποίηση του χώρου, η ρευστότητα και η μετακίνηση σε αντιδιαστολή με τον σταθερό χώρο, όπου διαφορετικά επίπεδα συνυπάρχουν και καθορίζουν την εμπειρία του έργου.

Εικαστική εγκατάσταση.
Διαστάσεις: 280 × 280 εκ.
Παρουσιάστηκε στη La Corderie Royale (Pierre Loti. Arpenter l’intervalle, ομαδική έκθεση, 2023), Ροσφόρ.
-Στο έργο σας ο χώρος δεν αναπαρίσταται, αλλά βιώνεται. Τι σημαίνει για εσάς «κατοικώ» ή «διασχίζω» έναν χώρο σε εικαστικούς όρους;
-Για μένα το «κατοικώ» ή «διασχίζω» έναν χώρο σε εικαστικούς όρους δεν σημαίνει απλώς να τον αναπαριστώ, αλλά να τον βιώνω και να τον ανασχηματίζω μέσα από τη δημιουργική διαδικασία. Κατά τη διάρκεια της δουλειάς μου η ζωγραφική λειτουργεί ως μέσο για να αποδώσω όχι μόνο τις μορφές του χώρου, αλλά και τα αόρατα στοιχεία που τον συγκροτούν — τη μνήμη, την κίνηση, την ένταση και την αίσθηση του χρόνου. Αυτά τα ίχνη με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα, τόσο εικαστικά όσο και θεωρητικά, καθώς επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο κατοικούμε ή διασχίζουμε έναν χώρο.
Στη δουλειά μου οι επικαλύψεις λειτουργούν σαν ίχνη προηγούμενων αφηγήσεων ή εμπειριών που δεν εξαφανίζονται, αλλά επανέρχονται μέσα στη σύνθεση και συνυπάρχουν με ό,τι δημιουργώ τώρα. Το «κατοικώ» έναν χώρο για μένα σημαίνει να συμμετέχω ενεργά στη σύνθεσή του, ενώ το «διασχίζω» σημαίνει να αφήνω το έργο ανοιχτό στις διαδρομές, τις επιστροφές και τις εντάσεις που τον συνθέτουν.

-Έχετε μιλήσει για ένα σύστημα «χώρος–χαρακτήρας». Θα λέγατε ότι τα έργα σας λειτουργούν σαν σκηνές ενός θεατρικού ή σαν κεφάλαια ενός βιβλίου;
-Ναι, θα μπορούσα να πω ότι τα έργα μου λειτουργούν και με τους δύο τρόπους. Τόσο το θέατρο όσο και η λογοτεχνία συγκροτούν χώρους και χαρακτήρες και παράγουν στιγμιότυπα ενός κοινού πεδίου, όπου τα επιμέρους στοιχειά παραμένουν συνδεδεμένα μεταξύ τους. Με ενδιαφέρει αυτή η αίσθηση συνέχειας: κάθε έργο δεν είναι αυτόνομο, αλλά συνομιλεί με τα προηγούμενα και τα επόμενα, σαν σκηνή ή κεφάλαιο μιας ευρύτερης αφήγησης.
Το σύστημα «χώρος–χαρακτήρας» προκύπτει από την ανάγκη μου να επινοήσω μια προσωπική μυθολογία, μια μέθοδο μέσα από την οποία η τέχνη μπορεί να δημιουργεί «εσωτερικές γεωγραφίες», σαν χάρτες που δεν περιγράφουν μόνο έναν τόπο, αλλά την εμπειρία του να τον διασχίζεις. Για αυτό επινοώ χώρους και χαρακτήρες που αντλούν στοιχεία από πραγματικά δεδομένα, αλλά μετασχηματίζονται σε φανταστικές κατασκευές.
Η ζωγραφική, για μένα, είναι ένας τρόπος να χτίσω έναν βιωματικό χώρο, όπου μνήμη, αφήγηση και μετακίνηση συνυπάρχουν. Ο χώρος του εργαστηρίου, οι μετατοπίσεις των έργων μέσα σε αυτό, η συνεχής κίνηση και η σχέση μεταξύ των επιμέρους στοιχείων παίζουν καθοριστικό ρόλο. Έτσι, τα έργα δεν αναπαριστούν έναν τόπο, αλλά λειτουργούν σαν διαδρομές προς μια συμβολική συνθήκη κατοίκησης.

-Η ζωγραφική σας κινείται ανάμεσα στην αφαίρεση και την παραστατικότητα και συχνά προσεγγίζεται ως συγγενής της γραφής. Πότε ένα έργο “γράφεται”και πότε “ζωγραφίζεται”;
-Για μένα τόσο η ζωγραφική όσο και η γραφή λειτουργούν ως σειρές γεγονότων που κινούνται ανάμεσα στην αφαίρεση και την παραστατικότητα. Και τα δύο μέσα δεν προσπαθούν να αποτυπώσουν μόνο έναν πραγματικό χώρο, αλλά να καταστήσουν αισθητή την εμπειρία και την εσωτερική αντίληψη ενός τόπου.
Πρόκειται για δύο διαδικασίες που λειτουργούν παράλληλα και ανεξάρτητα, με την καθεμία να διαθέτει το δικό της λεξιλόγιο. Η γραφή δεν εξηγεί τη ζωγραφική, ούτε η ζωγραφική τη γραφή, ωστόσο αλληλοτροφοδοτούνται και συνυπάρχουν μέσα στην ίδια ερευνητική λογική. Το ένα μέσο έχει ανάγκη το άλλο, όχι για να το ερμηνεύσει, αλλά για να διευρύνει το πεδίο σκέψης.
Κοινό στοιχείο και των δύο είναι η έννοια της υπέρθεσης. Στη ζωγραφική συχνά δουλεύω με διαφάνειες και στρώσεις χαρτιού ή ριζόχαρτου, όπου τα στοιχεία εμφανίζονται, μετασχηματίζονται ή εξαφανίζονται, σε μια λογική παλίμψηστου. Κάθε σχέδιο ξαναγράφει τον χώρο, αφήνοντας ορατά τα ίχνη όσων προϋπήρξαν. Έχω σχεδόν ένα τελετουργικό: δουλεύω καθημερινά σε Α4, σαν ένα συνεχές εργαστήριο υπέρθεσης, που με βοηθά να κατανοήσω και να συγκροτήσω το ζωγραφικό μου λεξιλόγιο.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και στη γραφή, όπου λειτουργώ μέσα από τη συσσώρευση και την επικάλυψη πραγματικών και φανταστικών ιστοριών, αναζητώντας νέες αφηγηματικές συνδέσεις, χωρίς να σβήνονται πλήρως τα προηγούμενα ίχνη. Παρ’ όλα αυτά, η ζωγραφική παραμένει το βασικό μου μέσο: σκέφτομαι ως ζωγράφος, είτε ζωγραφίζω είτε γράφω, και η θεωρητική έρευνα λειτουργεί κυρίως ως τρόπος να προσεγγίσω βαθύτερα τη ζωγραφική πράξη.

Δύο βιβλία, χειροποίητα, που συγκεντρώνουν σχέδια με μικτές τεχνικές (χρωματιστό μολύβι, λάδι κ.ά.) σε διάφορα υλικά (καμβά, χαρτί ακουαρέλας, διάφανο χαρτί κ.ά.). Κάθε βιβλίο παρουσιάζεται σε ξεχωριστή ξύλινη κατασκευή μεγέθους (180 × 70 × 60 εκ.).
Παρουσιάστηκε στο Espace Topographie de l’art (Livres Uniks 6, ομαδική έκθεση στην, 2025), Παρίσι.
-Η λογοτεχνία, η μυθολογία, η φιλοσοφία και το θέατρο αποτελούν σταθερά σημεία αναφοράς. Πώς επιλέγετε τα κείμενα ή τους μύθους που ενεργοποιούν ένα νέο έργο;
-Στη δουλειά μου ανατρέχω συχνά σε αρχαίες και σύγχρονες αφηγήσεις, προκειμένου να προσεγγίσω θεματικές που παραμένουν σταθερές, όπως η εγκατάλειψη, η επιστροφή και η αναζήτηση συνθηκών κατοίκησης. Με ενδιαφέρουν για παράδειγμα οι ιστορίες που γεννιούνται γύρω από εγκαταλελειμμένους χώρους, όπως έρημα νησιά.
Δουλεύω με λογοτεχνικά και θεατρικά έργα, μυθολογικά υπόβαθρα —όπως μορφές της ελληνικής τραγωδίας που επανέρχονται μέσα από διαφορετικά σύγχρονα έργα (π.χ. Affabulazione του Pasolini ή Antigonick της Anne Carson), καθώς και με κινηματογραφικά στιγμιότυπα. Αυτή η επαναληπτικότητα με εμπνέει, γιατί δείχνει πώς οι ιστορίες μπορούν να μετασχηματίζονται και να βρίσκουν νέες διαστάσεις σε διαφορετικούς χρόνους.
Παράλληλα, με ενδιαφέρουν φιλοσοφικά κείμενα, όπως του Deleuze, που μου προσφέρουν εργαλεία για να σκεφτώ την καλλιτεχνική πρακτική, τον χώρο και την αφήγηση ως δυναμικές κατασκευές σε συνεχή μετασχηματισμό. Μέσα από αυτή τη διαδικασία δημιουργώ έναν βιωματικό χώρο όπου οι θεματικές συνομιλούν, αναδομούνται και χαρτογραφούν τόπους, ξαναγράφοντας τις ιστορίες τους μέσα από ένα δίκτυο αναφορών.

Φωτογραφία των εσωτερικών σελίδων των δύο βιβλίων με σχέδια σε μικτές τεχνικές (χρωματιστό μολύβι, λάδι κ.ά.).
Παρουσιάστηκε στο Espace Topographie de l’art (Livres Uniks 6, ομαδική έκθεση στην, 2025), Παρίσι.
-Η έννοια της Ύβρεως στην αρχαία τραγωδία επανέρχεται συχνά στη δουλειά σας. Τι σας συγκινεί σε αυτήν τη διαχρονική έννοια και πώς συνομιλεί με το παρόν;
-Ασχολήθηκα για πρώτη φορά με την έννοια της Ύβρεως κατά τη διάρκεια των σπουδών μου στην Beaux-Arts του Παρισιού, στο έργο μου Itinéraire d’une Hybris (2016-2018), που δημιούργησα για το δίπλωμά μου υπό την επίβλεψη του καθηγητή μου Jean-Michel Alberola. Εκεί την προσέγγισα λογοτεχνικά και ζωγραφικά μέσα από μια σειρά θεατρικών έργων και τη χαρτογράφηση εγκαταλελειμμένων νησιών. Δημιούργησα ένα είδος νοητικού παιχνιδιού, όπου η ιστορία ενός ήρωα που ταξιδεύει με πλοίο αναπτύσσεται πάνω σε ένα «ταμπλό» που αντιπροσωπεύει τη διαδρομή του. Δέκα νησιά, δέκα διαφορετικές μορφές του ήρωα, και οι Ερινύες τον συνοδεύουν στο ταξίδι του, όπου όλα καθορίζονται από την αφήγηση και την εξερεύνηση του χώρου.
Αυτό με ενδιέφερε γιατί η Ύβρις εδώ δεν είναι απλώς υπερβολή ή αλαζονεία· είναι μια διαρκής δοκιμή ορίων και μεταμορφώσεων, που σχετίζεται με την κινητικότητα, την εγκατάλειψη και την επανακατοίκηση χώρων. Η έννοια αυτή παραμένει διαχρονική και συνδέεται με το σήμερα, καθώς μιλά για τις υπερβάσεις που αφήνουν ίχνη στον χώρο και στην εμπειρία μας.

Ζωγραφική: λάδι και μικτή τεχνική σε καμβά.
Διαστάσεις: 110 × 100 εκ. & 120 × 100 εκ.
Το Inside Corner 1 παρουσιάστηκε στο KYAN (ΠΕΙΡΑΙΩ, ομαδική έκθεση, 2021), Αθήνα


