της Μαρίας Μπασμπαγιάννη (Instagram: ipolinstinplage)
Το “Έχω παιδιά” έκανε πρεμιέρα πριν μερικούς μήνες και κέρδισε γρήγορα το κοινό, με τον αστείο ρεαλισμό του. Πολλοί αναγνώρισαν στους ήρωες τον εαυτό τους και στην πλοκή την οικογενειακή τους ζωή.
Δυστυχώς, δεν ήταν μόνο ο ρεαλισμός που έδωσε τα νούμερα στη σειρά. Αν ήταν μόνο αυτός, δε θα υπήρχε άρθρο.
Αυτό που της έδωσε τα νούμερα, ήταν ουσιαστικά η “καρικατουροποίηση” του”ακραίου” και η υιοθέτηση της πιο safe θέσης αναφορικά με τα προβλήματα της καθημερινότητας.
Δηλαδή;
Στο “Έχω παιδιά” οι ήρωες είναι μια συνηθισμένη ελληνική οικογένεια. Με γονείς που με δυσκολία βγάζουν τον μήνα και αγαπούν το σουβλάκι. Των οποίων τα παιδιά πηγαίνουν σε δημόσιο σχολείο. Που έχουν θέματα με τους δικούς τους γονείς, οι οποίοι όμως λατρεύουν τα εγγόνια τους.
Αυτή είναι η οικογένεια που παρακολουθούμε. Και συμπονάμε κυρίως. Άντε να κοροϊδέψουμε τον εύθικτο χαρακτήρα του πατέρα, ή κάποιες μεθόδους ανατροφής της μητέρας. Οι δημιουργοί της σειράς θέλουν να είμαστε στο πλευρό αυτών των ανθρώπων, όσα (ελαφρά) ελαττώματα κι αν έχουν.
Αυτοί… και ποιοι άλλοι;
Η συνηθισμένη αυτή οικογένεια έχει να αντιμετωπίσει τον οποιονδήποτε διαφορετικό. Αντιμετωπίζει γονείς εντελώς βαρετούς και αδιάφορους. Νέους συμπαθείς, αλλά ιδεαλιστές και προοδευτικούς σε βαθμό γελοιότητας. Πλούσιους μεγαλοαστούς. Και παθιασμένους αριστερούς.
Είναι ενδιαφέρον πώς παίρνει, λοιπόν, η σειρά θέση για να την παρακολουθήσει η πλειονότητα του τηλεοπτικού κοινού, οι “πολλοί”.
Στον βωμό του εμπορικού (αυτοί δε χωράνε)
Οι πλούσιοι είναι ενοχλητικοί, αδαείς όπως είναι με τα προβλήματα του μέσου Έλληνα (είναι παροιμιώδες το αστείο με τη λάθος ονομασία περιοχών από αυτούς, λόγω άγνοιας, π.χ., “Η Παγκράτι”, αντί για “το Παγκράτι”). Η Χούντα είναι “κακό” καθεστώς, χωρίς να είναι αναγκαία περαιτέρω εξήγηση (όταν οι δύο νέοι επιχειρηματίες διαλέγουν, λόγω άγνοιας, ως λόγκο τον Φοίνικα της Χούντας, η πρωταγωνίστρια με μορφασμούς δείχνει τη δυσαρέσκειά της. Είναι προφανές, σε εμάς, το γιατί.)
Από την άλλη, η αριστερά είναι επίσης κατακριτέα. Όμως, εδώ υπάρχει ανάγκη εξήγησης. Όχι τόσο λόγω άγνοιας του κοινού, αλλά μάλλον διότι είναι προσοδοφόρο να βγει χιούμορ από τα ελαττώματα της ιδεολογίας.
Το ελάττωμα, λοιπόν, εδώ, είναι η διαρκής προσπάθεια του υποστηρικτή της ιδεολογίας παππού να προπαγανδίσει τις θέσεις του στα εγγόνια του. Το χιούμορ εδώ δε βγαίνει από την αδυναμία τόσο μικρών παιδιών να καταλάβουν όσα ακούν (και να συμφωνήσουν ή διαφωνήσουν). Μα από την απομνημόνευση αποσπασμάτων ιδεολογικά φορτισμένων βιβλίων από τα παιδιά, και την αντίδραση του στιλ “Θεέ μου, τι ακούμε…”, των γονέων όταν τα ακούν. Το πρόβλημα δεν είναι η μέθοδος (η προπαγάνδα), είναι η ιδεολογία.
Το γεγονός ότι ο αριστερός παππούς αντιμετωπίζει άσχημα τον γιο του και παλαιότερα τη μητέρα του, δε βοηθάει. Αφού αυτόματα πολλοί θεατές θα συνδέσουν την ιδεολογία του με αυτό. Βγαίνει η εντύπωση είτε ότι άνθρωποι με τέτοια πιστεύω είναι κακοποιητικοί, είτε ότι τα κοινωνικοπολιτικά πιστεύω τους είναι αδιάφορα μπροστά στη συμπεριφορά τους στους κοντινούς τους ανθρώπους. Τι μας ενδιαφέρουν, εφόσον φέρεται έτσι ο ήρωας σε άλλους;
Οπότε…
Κι έτσι τι μένει; Αυτό που πιστεύουν οι περισσότεροι. Που δεν είναι απαραίτητα στη μέση ακριβώς, αλλά δεν πάει τόσο μακριά. Δε μας αρέσουν οι τρομακτικοί χουντικοί, αλλά ούτε κι οι γελοίοι, “άκυροι” αριστεροί.
Εμάς μας ενδιαφέρουν μόνο τα καθημερινά μας θέματα. Τα “του συστήματος”, είναι μπούρδες. Κι ακόμη κι αν βοηθούσε να αλλάξουμε τον τρόπο ανατροφής των παιδιών και τον τρόπο ζωής μας, είμαστε μια όμορφη οικογένεια και τώρα.
Αλλά…
Αλλά δε δείχνουν οι δημιουργοί ότι τα προβλήματα της οικογένειας δε θα λυθούν έτσι. Γιατί τα προβλήματα είναι άλλα. Ο λόγος που οι γονείς δουλεύουν τόσο και δε τους φτάνει ο μισθός, που το σπίτι χρειάζεται τόσο μεγάλες δαπάνες, που τα παιδιά μπορεί να τα προσέχει μόνο η γιαγιά ή ο παππούς, είναι άλλος.
Όμως δε θα ήταν δυνατόν να το αναφέρουν αυτό. Δε θεωρώ ότι το αγνοούν. Απλά, θέλουν να “πιάσουν” μεγάλο κοινό, που βλέπει τηλεόραση για να αποδράσει, όχι για να ακούσει ό,τι ήδη ξέρει, έστω και με αστείο τρόπο.
Οπότε, δεν πάνε πιο βαθιά οι ίδιοι. Κι έτσι τους κρατάνε τους πολλούς. Και τους άλλους; Ε, καλά, άστους. Τους μεν δε τους θέλουν, γιατί τους τρομάζουν, ξέρετε γιατί. Ούτε τους δε, αφού είναι για γέλια. Ακούς εκεί, να λένε τέτοια κουλά πράγματα στα παιδιά…
Τι; Μα, τι εννοείτε, δεν είναι όλοι έτσι; Ότι άλλοι τέτοιοι απλά λένε εμπειρίες ή συζητάνε, και δεν προπαγανδίζουν με ορολογίες; Ότι άλλοι πλούσιοι είναι καλοσυνάτοι κι αδιάφοροι ταυτόχρονα, σαν αυτούς στα “Παράσιτα”;
Ότι άλλοι νέοι ξέρουν τι δείχνει ένας κίτρινος φοίνικας που αναγεννιέται σε φωτιά; Και τους ενδιαφέρουν τα τεκταινόμενα στον κόσμο, όχι το “Personal fulfillment” και το “Wholesomeness”; Ότι μπορεί να υπάρξει διασκεδαστική σάτιρα;
Τα λέτε εσείς αυτά. Μα, σκεφτείτε λίγο και τα ratings. Τι μας νοιάζει εμάς η πολυπλοκότητα; Κι η κοινωνική κριτική; Σειρές μ’ αυτά δεν είναι τόσο εύκολο να πετύχουν τόσο. Ενώ η δική μας…



