Γράφει ο Κώστας Ευαγγελάτος,
Ζωγράφος, Λογοτέχνης, Θεωρητικός της τέχνης
Ο Γκούσταφ Κλιμτ / Gustav Klimt, γεννήθηκε το 1862 στο Μπάουμγκαρτεν, της Βιέννης. Πατέρας του ήταν ο άσημος χαράκτης Ερνστ Κλιμτ. Δεκατεσσάρων χρονών γράφτηκε στη Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών της Βιέννης. Τα επόμενα χρόνια μελέτησε διάφορες τεχνικές νωπογραφίας και ψηφιδωτού με τον καθηγητή Φέρντιναντ Λάουφμπεργκερ. Το 1880 μαζί με τον αδελφό του Έρνστ, και τον Φραντς Ματς ανέλαβαν την πρώτη παραγγελία που αφορούσε πίνακες για το Μέγαρο Sturany της Βιέννης καθώς και τοιχογραφίες για την οροφή των ιαματικών λουτρών του Καρλσμαν. Κυριολεκτικά ο Κλιμτ έγινε αρχικά γνωστός μέσα από τα διακοσμητικά έργα που φιλοτέχνησε μαζί με τον αδελφό του και τον Ματς.
Τα πρώιμα έργα του υπήρξαν αρκετά συμβατικά, ακολουθώντας τα καθιερωμένα αισθητικά πρότυπα της εποχής και με έντονες επιρροές από το έργο του ακαδημαϊκού Χανς Μάκαρτ (1840-1884), εκπροσώπου του βιεννέζικου «ιστορικισμού».
Ο Κλιμτ επηρεάστηκε λιγότερο από τα στοιχεία της τυπικής τεχνοτροπίας του Μάκαρτ και περισσότερο από τον πλούσιο διάκοσμο των πινάκων του, όπου το φόντο διακοσμείται με πολυάριθμα σχήματα και λεπτομέρειες, συχνά με φύλλα χρυσού και αργύρου. Ήδη στα πρώιμα έργα που φιλοτέχνησε διαφαινόταν η διάθεση του να υπερβεί τα όρια του ακαδημαϊσμού, γεγονός που έγινε περισσότερο έκδηλο αργότερα, με την συμμετοχή του στην πρωτοποριακή ομάδα «Απόσχιση» της Βιέννης.

Το 1888 ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ του απένειμε το χρυσό μετάλλιο του Τάγματος της Τιμής για το σύνολο του έργου του, ενώ για τις τοιχογραφίες του στα κλιμακοστάσια του θέατρου της πόλης απέσπασε το Αυτοκρατορικό Βραβείο. Παρά την αναγνώριση του έργου του, το 1893 απέτυχε να διοριστεί καθηγητής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών έπειτα από άρνηση του υπουργείου Πολιτισμού να επικυρώσει το διορισμό του.
Ο Κλιμτ από το 1897 υπήρξε ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος της ομάδας καλλιτεχνών της «Απόσχισης της Βιέννης», η οποία επιδόθηκε σε μία «μάχη για την πρόοδο των σύγχρονων καλλιτεχνών ενάντια στα γεράκια που αυτοαποκαλούνται καλλιτέχνες, αλλά έχουν εμπορικό συμφέρον να εμποδίζουν την άνθιση της τέχνης». Στη ζωγραφική και τις εφαρμοσμένες τέχνες, η «Απόσχιση» διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο, κύρια στην ανάπτυξη της Αρ Νουβό.
Το 1894, σε συνεργασία με τον Ματς, ο Κλιμτ ανέλαβαν να κοσμήσουν τους τοίχους και την οροφή της Μεγάλης Αίθουσας του Πανεπιστημίου της Βιέννης. Οι τρεις πίνακες που τελικά ολοκλήρωσε ο Κλιμτ, με τίτλους: «Φιλοσοφία, Ιατρική, Νομική», θεωρήθηκαν σκανδαλώδεις, εξαιτίας του έντονου ερωτικού στοιχείου τους, ενώ ο ίδιος κατηγορήθηκε ως «πορνογράφος», με αποτέλεσμα να μην χρησιμοποιηθούν στη διακόσμηση της οροφής. Ήταν η τελευταία δημόσια ανάθεση που ανέλαβε.
Τα έργα αυτά γνωστοποιήθηκαν από ασπρόμαυρες φωτογραφίες τους και μία αντιγραφή της «Υγείας» από τον πίνακα της «Ιατρικής», καθώς καταστράφηκαν από τα SS στα τέλη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου όταν αποχωρούσαν από την πόλη.

Την ίδια περίπου περίοδο, ολοκλήρωσε αρκετές προσωπογραφίες γυναικών της βιεννέζικης αστικής τάξης. Οι πίνακες αυτοί παρείχαν οικονομική ανεξαρτησία στον Κλιμτ, ο οποίος φρόντισε να πληρώσει, ώστε να του επιστραφούν οι πίνακες που είχε φιλοτεχνήσει για το πανεπιστήμιο της Βιέννης.
Για τις ανάγκες της 14ης έκθεσης της «Απόσχισης», ο Κλιμτ δημιούργησε το 1902 την τοιχογραφία «Ζωφόρος του Μπετόβεν», εμπνεόμενος από την 9η Συμφωνία του μεγάλου μουσικού. Ο Ροντέν συνεχάρη τον Κλιμτ για την ζωφόρο, την οποία χαρακτήρισε «τραγική και θεϊκή», αν και η υποδοχή της υπήρξε μάλλον αρνητική ακόμα και μέσα στους κόλπους της «Απόσχισης», από την οποία τελικά ο Κλίμτ απογοητευμένος αποχώρησε.

Το 1905 ο Βέλγος βιομήχανος Αδόλφος Στόκλετ παρήγγειλε στους Γιόζεφ Χόφμαν και Γκουσταφ Κλιμτ την κατασκευή και διακόσμηση της νέας του έπαυλης στη Βιέννη. Ο Κλιμτ φιλοτέχνησε μια ψηφιδωτή ζωφόρο, χωρισμένη σε 3 μέρη, από μάρμαρο με ενθέματα χρυσού, σμάλτου και ημιπολύτιμων λίθων. Φιλοτέχνησε μοτίβα, εμπνευσμένα από την Άπω Ανατολή και τα ψηφιδωτά της Ραβέννας. Κεντρικό μοτίβο αποτελεί το περίφημο «Δέντρο της Ζωής». Ανάπτυξε αργότερα το ίδιο μοτίβο και στο διάσημο αριστούργημά του «Το φιλί» (1907-1908).

Το 1909 ταξίδεψε στο Παρίσι και γνώρισε από κοντά τα έργα των Φωβιστών, και Τουλούζ-Λωτρεκ. Το 1910 συμμετείχε με επιτυχία στην 9η Μπιενάλε της Βενετίας. Πέθανε το 1918 από αποπληξία αφήνοντας πολλά έργα ημιτελή.
Στα κορυφαία και πιο δημοφιλή έργα του Κλιμτ ανήκει ο πίνακας «Το φιλί», που επαινέθηκε από το κοινό και τους κριτικούς και εκπροσωπεί την χρυσή περίοδο του, με χαρακτηριστικό την αφθονία του χρυσού στα διακοσμητικά στοιχεία. Στην ίδια δημιουργική περίοδο του ανήκει και η «Προσωπογραφία της Αντέλε Μπλοχ-Μπάουερ». Στην προσωπογραφία αυτή, ξεχωρίζουν τα σύμβολα που απεικονίζονται, όπως τα αιγυπτιακά μάτια ή τα μυκηναϊκά σπειροειδή σχέδια, στοιχεία που ενισχύουν τον «εξωτισμό» του πίνακα.

Την ίδια περίοδο με τις απαρχές του Εξπρεσιονισμού ο Κλιμτ αποφάσισε να εγκαταλείψει τα έντονα διακοσμητικά στοιχεία εγκαινιάζοντας νέους εκφραστικούς τρόπους, επηρεασμένος σε ένα βαθμό από τα ιαπωνικά χαρακτικά και την αισθητική τους λιτότητα.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του και μετά την αποχώρηση του από τον κύκλο της «Απόσχισης» ολοκλήρωσε τις περισσότερες τοπιογραφίες του, με έκδηλη την επιρροή του Ιμπρεσιονιστικού τρόπου απόδοσης. Χαρακτηριστικό αυτών των τοπίων του Κλιμτ είναι η απουσία του ανθρώπινης παρουσίας, το τετράγωνο συνθετικό σχήμα που χρησιμοποιούσε, καθώς και η αναπόφευκτη συγγένεια τους με ψηφιδωτά.

Το ύφος του Κλιμτ υπήρξε ιδιότυπο και καινοτόμο, συνδυάζοντας στοιχεία του Συμβολισμού, με παράλληλες επιρροές από την διάχυτη διακοσμητικότητα και κομψότητα της Αρ Νουβό και διαχρονικά μοτίβα από την αρχαία ελληνική και αιγυπτιακή αγγειογραφία, ενώ θεωρήθηκε προκλητικό και υπέστη σκληρή κριτική ή αποδοκιμασία.
Το ερωτικό στοιχείο ήταν σαφώς απροκάλυπτο σε αρκετά από τα σχέδιά του, όπως και του ιδιοφυούς νεαρού μαθητή και θαυμαστή του Έγκον Σίλε. Ο ίδιος χαρακτήριζε τα έργα του, ως φόρο τιμής «στην αγαθή και ταυτόχρονα λάγνα φυλή των υπερευαίσθητων».




