Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη
Με σταθερή παρουσία στη σύγχρονη ελληνική ζωγραφική και με μια γραφή που ισορροπεί ανάμεσα στο κλασικό και το τολμηρά προσωπικό, ο Παναγιώτης Τούντας παραμένει ένας από τους καλλιτέχνες που συνεχίζουν να ερευνούν ακούραστα τα όρια της εικόνας. Μαθητής του Παναγιώτη Τέτση, με στενή σχέση μαζί του και βαθιά επαφή με την Ύδρα και τη ζωγραφική της παράδοση, ο Τούντας έχει διαμορφώσει μια εικαστική γλώσσα που αναπνέει αυθορμητισμό, ένταση και διαρκή αναζήτηση.
Η συνέντευξη που ακολουθεί φωτίζει τον τρόπο που δουλεύει, τις επιρροές του, τη σχέση του με τη φύση και τη γλυπτική, αλλά και την πορεία του από την παιδική ηλικία μέχρι τη σημερινή του δημιουργία. Ένας ζωγράφος που λειτουργεί από ένστικτο, αλλά σκέφτεται βαθιά· που σέβεται την παράδοση, αλλά δεν διστάζει να τη μετασχηματίζει. Ένας δημιουργός που αφήνει το έργο να μιλήσει — και το κάνει με αλήθεια.

-Πότε καταλάβατε ότι η ζωγραφική θα είναι ο δρόμος σας;
-Εδώ ταιριάζει η συνηθισμένη φράση «ζωγράφιζα από μικρός». Στο σχολείο έκανα πορτρέτα καθηγητών και συμμαθητών, ενώ με ενδιέφεραν ιδιαίτερα σκηνές από την ελληνική μυθολογία. Στη Β’ Λυκείου κατάλαβα πως η ζωγραφική ήταν μονόδρομος για μένα.
-Πώς θα περιγράφατε τη σχέση σας με τον Παναγιώτη Τέτση;
-Η σχέση μου με τον Τέτση ήταν αρκετά στενή, ακόμα και μετά τη Σχολή. Μπορώ να πω ότι η «διδασκαλία» γινόταν παντού: σε καφετέρια στην Ύδρα, σε ταβέρνες, σε μπαρ. Είχε πάντα κάτι να πει, αρκεί να τον προκαλέσεις.
-Τι ρόλο παίζει η φύση στο έργο σας;
-Η φύση είναι μεγάλος δάσκαλος στην αρμονία των χρωμάτων. Το φως και τα σχήματα που δημιουργούνται είναι μοναδικά. Αυτά βέβαια αποτελούν την αφορμή —το αποτέλεσμα είναι αισθητική υπόθεση του ζωγράφου.
-Τι σημαίνει για εσάς η Ύδρα; Έχει επηρεάσει το έργο σας;
-Η Ύδρα έχει σημαντικό εικαστικό ενδιαφέρον· πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες πέρασαν από εκεί. Με βοηθά το ότι φιλοξενούμαι συχνά σε σπίτια φίλων, και δεν μπορώ να αντισταθώ στη θέα του τοπίου.

–Πώς δουλεύετε; Είστε άνθρωπος του σχεδίου ή της στιγμής;
-Πιο αυθόρμητα δεν γίνεται. Μπορεί να δουλεύω ένα έργο και ξαφνικά να μου έρθει η ιδέα να ξεκινήσω κάτι καινούργιο. Μου αρέσει να δουλεύω πολλά έργα ταυτόχρονα και να τα τελειώνω όλα μαζί —έτσι υπάρχει και ενότητα στη γραφή.
–Πώς προκύπτει η ισορροπία ανάμεσα στα κλασικά θέματα και τη μοντέρνα εικαστική σας γραφή;
-Ενώ με ενδιαφέρουν τα κλασικά θέματα, ο ανορθόδοξος τρόπος με τον οποίο δουλεύω οδηγεί σε μια πιο μοντέρνα γραφή που με χαρακτηρίζει.
–Ταξιδεύετε συχνά στο εξωτερικό για να δείτε εκθέσεις. Πώς συγκρίνετε το ελληνικό τοπίο με το διεθνές;
-Ταξιδεύω συχνά στο εξωτερικό και είμαι σίγουρος ότι στην Ελλάδα έχουμε καλύτερη παραστατική ζωγραφική. Έχω την αίσθηση ότι οι Σχολές Καλών Τεχνών στο εξωτερικό είναι πιο θεωρητικές.

–Εκτός από ζωγραφική, έχετε ασχοληθεί και με άλλες τέχνες. Πώς μπήκε στη ζωή σας η γλυπτική;
-Έχω ασχοληθεί και με άλλες τέχνες, αλλά η γλυπτική είναι εκείνη που με μάγεψε. Τα τελευταία χρόνια δουλεύω πολύ γλυπτά μεγάλων διαστάσεων —όπως ένας καρχαρίας 3,40 μέτρων από papier-mâché. Είναι φυσικό ότι αυτό έχει επηρεάσει και τη ζωγραφική μου, ως προς τον όγκο, την προοπτική και την πλαστικότητα.
–Ο Τέτσης ήταν αυστηρός δάσκαλος;
-Ο Τέτσης ήταν πράγματι αυστηρός. Ήταν ο μόνος που ερχόταν κάθε μέρα στις 8 το πρωί στη Σχολή και άφηνε σημειώματα στα καβαλέτα. Η διδασκαλία του είχε πρακτικό χαρακτήρα: έπαιρνε το πινέλο, ζωγράφιζε ένα μέρος του έργου και έλεγε: «Μην το πειράξεις —του χρόνου θα καταλάβεις».
-Ποια είναι τα κοινά χαρακτηριστικά που συνδέουν τη δουλειά σας με αυτή του Τέτση, και πώς έχει εξελιχθεί η καλλιτεχνική σας πορεία τα τελευταία χρόνια;
–Τα δύο βασικά κοινά που έχουμε με τον Τέτση είναι, πρώτον, η επιρροή από παλαιότερους ζωγράφους, και δεύτερον, η θεματική συγγένεια. Για παράδειγμα, οι αναφορές στην Ύδρα είναι ένα κοινό στοιχείο. Όταν αναφερόμαστε στον δάσκαλο, πρόσφατα μου ζητήθηκε να ζωγραφίσω μια σκηνή από λαϊκή αγορά. Για να τιμήσω τον Τέτση, ενσωμάτωσα τη φιγούρα του στη σύνθεση, και αυτό αναδεικνύει την επιρροή του πάνω μου, αλλά και την πορεία μου προς κάτι συγγενές, αν και διαφορετικό.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, το ενδιαφέρον μου έχει στραφεί περισσότερο στους Γερμανούς εξπρεσιονιστές της Σχολής της Λειψίας, όπως οι Bernhard και Johannes Heisig. Αυτοί οι καλλιτέχνες με επηρέασαν βαθιά και η δουλειά τους με έχει καθοδηγήσει σε νέες κατευθύνσεις, πιο κοντά στην εξπρεσιονιστική αντίληψη και την ένταση του χρώματος και της μορφής.

–Πιστεύετε ότι ένα έργο μπορεί να αξιολογηθεί από μια οθόνη;
-Δεν νομίζω ότι ένα έργο τέχνης μπορεί να αξιολογηθεί από την οθόνη ενός υπολογιστή. Απλώς βοηθάει στην πρώτη προσέγγιση.
–Τι είναι αυτό που σας συναρπάζει στη ζωγραφική;
-Στη ζωγραφική με συνεπαίρνει «η γοητεία του επιπόλαιου».
–Ποιο έργο ξεχωρίζετε αυτή την περίοδο;
Το Gestern und in unserer Zeit του Bernhard Heisig.
–Σε τι δουλεύετε αυτή την εποχή;
Αυτή τη στιγμή έχω προχωρημένη μια νέα σειρά με αρκαδικά τοπία. Έχω επίσης ολοκληρώσει μια άλλη ενότητα έργων με κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα, επηρεασμένος από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό.



