Συνέντευξη στη Ζέτα Τζιώτη
Σε μια εποχή όπου ο πολιτισμός καλείται να απαντήσει σε σύνθετα κοινωνικά, τεχνολογικά και περιβαλλοντικά ερωτήματα, η σύγχρονη τέχνη δεν περιορίζεται πλέον στην αισθητική εμπειρία. Λειτουργεί ως πεδίο έρευνας, διαλόγου και παραγωγής γνώσης, αναζητώντας νέους τρόπους να ερμηνεύσει το παρόν και να διαμορφώσει το μέλλον.
Ο Σωτήρης Μπαχτσετζής ανήκει στους ανθρώπους που υπηρετούν αυτή τη διευρυμένη αντίληψη για την τέχνη. Πρόεδρος του Τμήματος Πολιτισμού και Δημιουργικών Μέσων και Βιομηχανιών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Αναπληρωτής Καθηγητής Θεωρίας Σύγχρονης Τέχνης και Επιμελητικών Πρακτικών, ιστορικός τέχνης, επιμελητής εκθέσεων και καλλιτεχνικός διευθυντής του Ιδρύματος Γ. & Α. Μαμιδάκη, συνδυάζει τη θεωρητική έρευνα με την ενεργή παρουσία στον χώρο του σύγχρονου πολιτισμού. Με ακαδημαϊκή διαδρομή που περιλαμβάνει το Technische Universität Berlin, το Columbia University ως υπότροφος Fulbright και διεθνείς συνεργασίες στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, έχει αφιερώσει το έργο του στη μελέτη της σύγχρονης τέχνης, των επιμελητικών πρακτικών, των οπτικών και διαμεσιακών σπουδών και της σχέσης πολιτισμού, κοινωνίας και δημιουργικών βιομηχανιών.
Οι πρόσφατες εκδόσεις του, Χρονο-πολιτική και τοπο-οικονομίες. Κατανοώντας το παρόν και σχεδιάζοντας το μέλλον και Το φύλο είναι το μέσο. Το έργο του Marcel Duchamp και η διαμεσοποίηση της εμφυλότητας, επιβεβαιώνουν μια σταθερή ερευνητική πορεία που επιχειρεί να συνδέσει την ιστορία της τέχνης με τα πιο επίκαιρα ζητήματα της εποχής μας.

-Κύριε Μπαχτσετζή, τα τελευταία χρόνια ασχολείστε ιδιαίτερα με ζητήματα επιμέλειας, οπτικού πολιτισμού και δημόσιας πρόσληψης της τέχνης. Ποιες θεωρείτε ότι είναι οι σημαντικότερες αλλαγές που έχει επιφέρει η ψηφιακή εποχή στον τρόπο με τον οποίο το κοινό «διαβάζει» μια έκθεση;
-Τα τελευταία χρόνια η επιμέλεια, ο οπτικός πολιτισμός και η δημόσια πρόσληψη της τέχνης μεταβάλλονται ριζικά υπό την επίδραση της ψηφιακής εποχής.
Η σημαντικότερη αλλαγή είναι ότι οι επισκέπτες δεν εισέρχονται πλέον σε έναν εκθεσιακό χώρο ως «άγραφες σελίδες». Έχουν ήδη δει εικόνες των έργων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, έχουν διαβάσει σχόλια και έχουν διαμορφώσει προσδοκίες. Η εμπειρία μιας έκθεσης αρχίζει πολύ πριν από την είσοδο στο μουσείο και συχνά συνεχίζεται για πολύ μετά την έξοδο από αυτό. Παράλληλα, η συνεχής έκθεση σε μια αδιάκοπη ροή εικόνων έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η προσοχή μας, εξοικειώνοντάς μας με την ταχύτητα, την αποσπασματικότητα και τη διαρκή εναλλαγή. Αυτό αποτελεί πρόκληση για την επιμέλεια, η οποία καλείται να δημιουργήσει συνθήκες επιβράδυνσης και στοχασμού, επιτρέποντας στον θεατή να σταθεί απέναντι στο έργο και να ανακαλύψει τις πολλαπλές του σημασίες.
Νομίζω ότι στο κόσμο της συνεχούς επιτάχυνσης και ψηφιακής μεσολάβησης, η τέχνη σήμερα μπορεί να προσφέρει αυτό τον πολύτιμο χρόνο αναστοχασμού. Φυσικά το προφανές είναι ότι, η ψηφιακή κουλτούρα έχει καλλιεργήσει και μια περισσότερο ενεργητική σχέση με το έργο τέχνης. Το κοινό επιθυμεί να συμμετέχει, να συγκρίνει, να συσχετίζει και να παράγει το δικό του περιεχόμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εκθέσεις πρέπει να μετατραπούν σε θεάματα, αλλά ότι η επιμέλεια οφείλει να δημιουργεί πλαίσια μέσα στα οποία ο επισκέπτης να μπορεί να γίνει συνερμηνευτής του εκθεσιακού αφηγήματος με ή χωρίς ψηφιακά μέσα.

H ψηφιακή κουλτούρα έχει καλλιεργήσει και μια περισσότερο ενεργητική σχέση με το έργο τέχνης
-Ως ιδρυτής του Εργαστηρίου Οπτικού Πολιτισμού και Επιμελητικών Πρακτικών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ποια είναι τα ερευνητικά πεδία που θεωρείτε ότι θα απασχολήσουν περισσότερο τη διεθνή κοινότητα τα επόμενα χρόνια;
-Η ίδρυση του εργαστηρίου συνδέεται με ευρύτερες μετατοπίσεις στο πεδίο της έρευνας. Τα όρια ανάμεσα στην ιστορία της τέχνης, τη φιλοσοφία της τεχνολογίας, τον οπτικό πολιτισμό και τις επιμελητικές σπουδές γίνονται ολοένα πιο πορώδη, με αποτέλεσμα τα πιο ενδιαφέροντα ερευνητικά ερωτήματα να προκύπτουν στις περιοχές όπου συναντώνται διαφορετικά γνωστικά πεδία.
Ένα από τα σημαντικότερα πεδία αφορά την οικολογία και τις νέες μορφές συμβίωσης. Η κλιματική κρίση έχει μετατοπίσει το ενδιαφέρον από την αναπαράσταση της φύσης προς τις σχέσεις αλληλεξάρτησης ανάμεσα στον άνθρωπο, τα άλλα έμβια όντα, τα υλικά και το περιβάλλον, επηρεάζοντας τόσο την καλλιτεχνική παραγωγή όσο και τις επιμελητικές πρακτικές, οι οποίες στρέφονται ολοένα περισσότερο προς ζητήματα φροντίδας, βιωσιμότητας και συλλογικής ευθύνης. Εξίσου σημαντική είναι και η δημόσια λειτουργία της τέχνης.
Σε μια εποχή πόλωσης, παραπληροφόρησης και αμφισβήτησης της επιστημονικής γνώσης, τα μουσεία και οι εκθέσεις δεν θα πρέπει να λειτουργούν ως φορείς μιας επιφανειακής συναίνεσης, αλλά ως χώροι δημόσιου διαλόγου, όπου συνυπάρχουν διαφορετικές μορφές γνώσης, συμμετοχής και δημοκρατικής συνύπαρξης.
Παράλληλα, ενισχύεται η αντίληψη της επιμέλειας ως πολιτισμικής πρακτικής παραγωγής γνώσης στο πλαίσιο των Δημιουργικών και Πολιτιστικών Βιομηχανιών – μια από τις πρόσφατες προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έκθεση δεν αποτελεί απλώς μέσο παρουσίασης μιας έρευνας· μπορεί να είναι η ίδια μορφή έρευνας, ένας τρόπος σκέψης και θεωρητικής παραγωγής μέσω εικόνων, αντικειμένων και χωρικών εμπειριών. Αυτή είναι και η βασική κατεύθυνση του Εργαστηρίου, όπου θεωρία και πράξη αντιμετωπίζονται ως αλληλένδετες διαδικασίες.

Η Ελλάδα διαθέτει εξαιρετικούς καλλιτέχνες και επιμελητές, αλλά εξακολουθεί να υστερεί σε σταθερούς μηχανισμούς υποστήριξης της καλλιτεχνικής παραγωγής, της έρευνας και της διεθνούς δικτύωσης
-Παρακολουθείτε την ελληνική εικαστική σκηνή εδώ και δεκαετίες. Σε ποια φάση βρίσκεται σήμερα η σύγχρονη ελληνική τέχνη; Έχει αποκτήσει ισχυρότερη διεθνή φωνή σε σχέση με το παρελθόν;
-Η ελληνική εικαστική σκηνή βρίσκεται σήμερα σε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα φάση. Σε σύγκριση με πριν από δύο ή τρεις δεκαετίες, οι Έλληνες καλλιτέχνες συμμετέχουν πλέον ενεργά στις διεθνείς συζητήσεις και δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως εκπρόσωποι μιας εθνικής σκηνής. Συμβάλλουν ουσιαστικά σε ζητήματα που απασχολούν τη σύγχρονη τέχνη διεθνώς, όπως η οικολογία, η τεχνολογία, η μετανάστευση, η μνήμη, η βιοπολιτική, η φροντίδα και οι νέες μορφές συλλογικότητας.
Μια νέα γενιά δημιουργών εργάζεται με υψηλή θεωρητική συγκρότηση, χωρίς συμπλέγματα απέναντι στη διεθνή σκηνή και χωρίς την ανάγκη να αποδείξει την ελληνικότητά της. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στην ανάπτυξη νέων θεσμών, ανεξάρτητων χώρων, προγραμμάτων φιλοξενίας καλλιτεχνών, διεθνών συνεργασιών και επιμελητικών πρωτοβουλιών, ενώ ακόμη και η περίοδος της οικονομικής κρίσης λειτούργησε ως καταλύτης, ενισχύοντας τις διεθνείς συνεργασίες. Εκεί όπου εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο βελτίωσης είναι στις υποδομές.
Η Ελλάδα διαθέτει εξαιρετικούς καλλιτέχνες και επιμελητές, αλλά εξακολουθεί να υστερεί σε σταθερούς μηχανισμούς υποστήριξης της καλλιτεχνικής παραγωγής, της έρευνας και της διεθνούς δικτύωσης. Χρειάζονται περισσότεροι θεσμοί που να επενδύουν όχι μόνο στην παρουσίαση της τέχνης αλλά και στην ίδια την παραγωγή της.

-Έχετε εργαστεί σε Ελλάδα, Γερμανία, Βρετανία, Ελβετία και Ηνωμένες Πολιτείες. Ποιες είναι οι βασικές διαφορές που εντοπίζετε ανάμεσα στα οικοσυστήματα τέχνης της Ελλάδας και της υπόλοιπης Ευρώπης;
-Οι διαφορές ανάμεσα στο ελληνικό και στα περισσότερα ευρωπαϊκά οικοσυστήματα τέχνης εντοπίζονται κυρίως στις δομές που στηρίζουν τη δημιουργία.
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες υπάρχει διαχρονική επένδυση στα μουσεία, στις σχολές, στα προγράμματα φιλοξενίας, στα κοινωφελή ιδρύματα, στις υποτροφίες και στη συστηματική χρηματοδότηση της καλλιτεχνικής έρευνας, γεγονός που επιτρέπει στους δημιουργούς να εργάζονται με μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα και να αναλαμβάνουν δημιουργικά ρίσκα.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, κυριαρχούν συχνά αποσπασματικές πρωτοβουλίες, όπου η επιτυχία εξαρτάται περισσότερο από την προσωπική αφοσίωση ανθρώπων παρά από σταθερούς θεσμούς.
Παρά τις αδυναμίες αυτές, η ελληνική σκηνή διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: δεν είναι υπερβολικά θεσμοποιημένη. Η μεγαλύτερη ευελιξία, η διάθεση για συνεργασίες και η ελευθερία πειραματισμού μπορούν να αποτελέσουν δημιουργικά πλεονεκτήματα, αρκεί να συνοδεύονται από μακροπρόθεσμη στρατηγική και όχι από προσπάθεια αντιγραφής ξένων προτύπων.

Ωστόσο, όταν μιλάμε για οικοσύστημα τέχνης δεν πρέπει να περιοριζόμαστε στα μουσεία και στους πολιτιστικούς οργανισμούς. Το οικοσύστημα ξεκινά από το σχολείο. Σε έναν πολιτισμό που είναι κατεξοχήν οπτικός, η απουσία της Ιστορίας της Τέχνης από την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση αποτελεί σοβαρή έλλειψη.
Η Ιστορία της Τέχνης δεν είναι απλώς μάθημα για καλλιτέχνες ή ιστορικούς· είναι πρωτίστως μάθημα οπτικού γραμματισμού. Διδάσκει στους μαθητές να διαβάζουν εικόνες, να κατανοούν πώς παράγεται το νόημα, πώς συγκροτούνται τα στερεότυπα και πώς οι εικόνες επηρεάζουν τη σκέψη και τη δημόσια ζωή.
Σε μια εποχή των deepfakes, της παραπληροφόρησης, του διαδικτυακού εκφοβισμού και της βίας της εικόνας, το ζήτημα είναι πρωτίστως παιδαγωγικό και πολιτισμικό. Η Ιστορία της Τέχνης μπορεί να καλλιεργήσει την κριτική παρατήρηση, τη συναισθηματική νοημοσύνη, την ενσυναίσθηση και την ανοικτότητα στη διαφορετικότητα, βοηθώντας τους νέους να αντιληφθούν ότι δεν υπάρχει ένας μόνο τρόπος να βλέπουμε τον κόσμο.

-Η έννοια της «τέχνης για την κοινωνική αλλαγή» διατρέχει μεγάλο μέρος της επαγγελματικής και θεωρητικής σας πορείας. Πιστεύετε ότι η τέχνη εξακολουθεί να διαθέτει πραγματική κοινωνική και πολιτική επιρροή ή έχει περιοριστεί σε έναν συμβολικό ρόλο;
-Θα ήμουν επιφυλακτικός απέναντι τόσο στην αισιόδοξη βεβαιότητα ότι η τέχνη μπορεί από μόνη της να αλλάξει τον κόσμο όσο και στην αντίθετη άποψη ότι δεν είναι παρά μια συμβολική δραστηριότητα χωρίς πραγματική επίδραση. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Η τέχνη δύσκολα αλλάζει άμεσα τις πολιτικές ή τις κοινωνικές δομές. Δεν ψηφίζει νόμους, δεν κυβερνά, δεν λύνει οικονομικά προβλήματα. Εκεί όπου διαθέτει μια μοναδική δύναμη είναι στο ότι μετασχηματίζει τους τρόπους με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Δημιουργεί νέες μορφές ευαισθησίας, νέες γλώσσες, νέες εικόνες και, τελικά, νέους τρόπους σκέψης και διαφορετικές δυνατότητες συνύπαρξης.
Ακριβώς σ’ αυτά τα ζητήματα αναφέρομαι στο πρόσφατο βιβλίο μου «Χρονο-πολιτική και Τοπο-οικονομίες. Kατανοώντας το παρόν και σχεδιάζοντας το μέλλον» στο οποίο δίνονται συγκεκριμένα παραδείγματα για το τι μπορεί να κάνει η τέχνη. Και πολύ συχνά οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές προϋποθέτουν ακριβώς αυτή τη μεταβολή του φαντασιακού πριν μετατραπούν σε πολιτικές πράξεις. Αυτή δεν είναι μια μικρή συμβολική λειτουργία· είναι μια βαθιά πολιτική λειτουργία.
Ταυτόχρονα, πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε συχνά την τάση να αξιολογούμε την τέχνη αποκλειστικά με βάση το κοινωνικό ή πολιτικό μήνυμά της.
Όμως, αν η τέχνη εργαλειοποιηθεί και γίνει απλώς ένα μέσο επίτευξης ενός μετρήσιμου αποτελέσματος, κινδυνεύει να χάσει αυτό που τη διακρίνει: την πολυσημία, την αμφισημία και την ικανότητά της να γεννά ερωτήματα αντί να προσφέρει έτοιμες απαντήσεις. Εκεί βρίσκεται η πολιτική δύναμη της τέχνης.

Η τέχνη χρησιμοποιήθηκε ως στοιχείο πολιτιστικού branding, ως ένας τρόπος να γίνει ένας προορισμός πιο ελκυστικός. Αυτό ακριβώς προσπαθούμε να κάνουμε στο Ίδρυμα Γ.&Α. Μαμιδάκη
-Ως Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Ιδρύματος Γ.&Α. Μαμιδάκη, έχετε συμβάλει στη δημιουργία ενός ιδιαίτερου μοντέλου συνύπαρξης τέχνης, τοπίου και τουρισμού. Πώς μπορεί η σύγχρονη τέχνη να λειτουργήσει ως μοχλός βιώσιμης πολιτιστικής ανάπτυξης στην περιφέρεια;
-Πιστεύω ότι το πρώτο βήμα είναι να αντιστρέψουμε τον τρόπο με τον οποίο συνήθως τίθεται το ερώτημα. Δεν θα έπρεπε να αναρωτιόμαστε πώς η τέχνη μπορεί να υπηρετήσει τον τουρισμό, αλλά πώς ο τουρισμός μπορεί να αποτελέσει μια αφορμή για ουσιαστική πολιτιστική εμπειρία. Αυτή είναι μια σημαντική διαφορά.
Η τέχνη χρησιμοποιήθηκε ως στοιχείο πολιτιστικού branding, ως ένας τρόπος να γίνει ένας προορισμός πιο ελκυστικός. Αυτό μπορεί να έχει βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα, αλλά δύσκολα δημιουργεί πραγματική πολιτιστική αξία. Η βιώσιμη ανάπτυξη απαιτεί κάτι βαθύτερο: η τέχνη να ενσωματώνεται στον τόπο, να συνομιλεί με την ιστορία του, το φυσικό του περιβάλλον και κυρίως με τους ανθρώπους που ζουν εκεί.
Αυτό ακριβώς προσπαθούμε να κάνουμε στο Ίδρυμα Γ.&Α. Μαμιδάκη. Δεν μας ενδιαφέρει απλώς να τοποθετήσουμε έργα τέχνης σε ένα εντυπωσιακό τοπίο. Μας ενδιαφέρει να δημιουργήσουμε έργα που δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν πουθενά αλλού, όταν δηλαδή το τοπίο επιβάλλεται στους καλλιτέχνες, τους συγγραφείς και τους κινηματογραφιστές. Έργα που προκύπτουν από τη συνάντηση του καλλιτέχνη με το συγκεκριμένο τοπίο, τη γεωλογία, το φως, τη μνήμη και την καθημερινότητα της περιοχής, όπου ο τόπος δεν λειτουργεί ως σκηνικό, αλλά γίνεται συνδημιουργός του έργου.
Η ανάθεση νέων έργων, οι φιλοξενίες καλλιτεχνών, η συνεργασία με ερευνητές και η μακροχρόνια παρουσία δημιουργών σε έναν τόπο αφήνουν ένα πολύ βαθύτερο αποτύπωμα από μια πρόσκαιρη πολιτιστική εκδήλωση.

Θα προχωρούσα ένα βήμα παραπέρα και θα πρόσθετα ότι η Aνθρωπόκαινος προκαλεί όχι μόνο τις τέχνες και τις ανθρωπιστικές επιστήμες, αλλά και την κοινή λογική μας και πέρα από αυτές, τον σύγχρονο πολιτισμό συνολικά. Και βέβαια, όταν μιλάμε για βιωσιμότητα, δεν αναφερόμαστε μόνο στο περιβάλλον. Η βιωσιμότητα είναι επίσης κοινωνική και πολιτιστική.
Ένας τόπος είναι πραγματικά βιώσιμος όταν παράγει γνώση, δημιουργικότητα και σχέσεις εμπιστοσύνης. Το πρόσφατο βραβευμένο έργο του του Ιδρύματος Γ.&Α. Μαμιδάκη, Chronotopia των Καναδών καλλιτεχνών Caitlind Brown και Wayne Garrett, αναφέρεται ακριβώς σ’ αυτό το ζήτημα. Μας καλεί να δούμε το περιβάλλον ως ενεργό παράγοντα της ζωής μας. Και πιστεύω ότι δεν πρόκειται να κατανοήσουμε πραγματικά τι σημαίνει για μας η κλιματική αλλαγή αν δεν δούμε αυτό το θέμα μέσα από τους φακούς της μυθοπλασίας, είτε εικαστικής, είτε λογοτεχνικής, είτε κινηματογραφικής.
Οι άνθρωποι μαθαίνουν από ιστορίες και εικόνες που διαμορφώνουν μοτίβα επιθυμίας, και (δυστυχώς) όχι από την επιστήμη, η οποία εδώ και χρόνια κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την επικείμενη κλιματική κατάρρευση την οποία συνεχίζουμε να αγνοούμε εκκωφαντικά. Πιστεύω ότι αυτό είναι το μέλλον του πολιτιστικού τουρισμού: όχι η αναζήτηση του εντυπωσιακού ή του εφήμερου, αλλά η δημιουργία εμπειριών που μεταβάλλουν ουσιαστικά τη σχέση μας με έναν τόπο και βελτιώνουν με ουσιαστικό τρόπο τη ζωής μας.

Profile
Ο Σωτήρης Μπαχτσετζής είναι πρόεδρος του Τμήματος Πολιτισμού και Δημιουργικών Μέσων και Βιομηχανιών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Αναπληρωτής Καθηγητής με γνωστικό αντικείμενο «Θεωρία Σύγχρονης Τέχνης και Επιμελητικές Πρακτικές» και summa cum laude Διδάκτορας Ιστορίας της Τέχνης του TUBerlin με αντικείμενο διατριβής την ιστορική ανάλυση της τέχνης εγκαταστάσεων στον 20ό αιώνα. Ήταν υπότροφος Fulbright (2009) στο Columbia University της Νέας Υόρκης και υπότροφος DAAD (2001) στο Museum of Installation του Λονδίνου. Επίσης είναι καλλιτεχνικός διευθυντής του Ιδρύματος Γ. & Α. Μαμιδάκη. Αναπτύσσει την έρευνά του ως ιστορικός της τέχνης διατομεακά με έμφαση στις οπτικές και διαμεσιακές σπουδές (visual and media studies), στις επιμελητικές πρακτικές ως μορφές παραγωγής γνώσης, κοινωνικής συμμετοχής και πολιτιστικής καινοτομίας, και στις σχέσεις τέχνης, πολιτιστικής πολιτικής και δημιουργικών βιομηχανιών. Πρόσφατες δημοσιεύσεις του περιλαμβάνουν τα βιβλία Χρονο-πολιτική και τοπο-οικονομίες. Κατανοώντας το παρόν και σχεδιάζοντας το μέλλον (Gutenberg 2024) και Το φύλο είναι το μέσο. Το έργο του Marcel Duchamp και η διαμεσοποίηση της εμφυλότητας (futura, 2025).





